Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2019

Υπάρχει ο Άνθρωπος,υπάρχει Αγάπη, υπάρχει Ελπίδα.

Υπάρχει ο Άνθρωπος, άρα υπάρχει ακόμα Αγάπη, άρα υπάρχει ακόμα Ελπίδα.


Ο Θεός θέλοντας να διαπιστώσει πώς τα πάνε οι άνθρωποι κάτω στη γη, έστειλε έναν άγγελο με μια αποστολή.
Να γυρίσει πίσω φέρνοντας αυτό που θα του φανεί πιο πολύτιμο για τους ανθρώπους.
Κατέβηκε λοιπόν ο άγγελος στη γη κι άρχισε να περιπλανιέται στον κόσμο.
Είδε γέλιο, είδε κλάμα, είδε χαρά, είδε πόνο, είδε πόλεμο, είδε αίμα, είδε δυστυχία, είδε εκμετάλλευση, είδε αδικία, είδε περιφρόνηση, είδε αδιαφορία.
Ζύγωνε Χριστούγεννα όταν ο απεσταλμένος βρέθηκε έξω από ένα μπαρ, παραμονή Χριστουγέννων κάπου σε κάποια πόλη.
Κοίταξε μέσα και είδε τους θαμώνες να πίνουν, να παίζουν χαρτιά, να καπνίζουν και να ακούνε βαριεστημένα την απαλή μουσική που έπαιζε βαριεστημένα κι αυτή από τα ηχεία. Είδε και τον μπάρμαν πίσω από το μπαρ να στέκεται κι αυτός βαριεστημένος, σχεδόν κοιμισμένος κοιτώντας το ρολόϊ και παρακαλώντας μέσα του να περάσει η ώρα για να κλείσει το μαγαζί. Κι έξω το χιόνι έπεφτε ευγενικά αλλά πυκνό…
Απέναντι από το μπαρ υπήρχε ένας σπασμένος τηλεφωνικός θάλαμος. Ο άγγελος είδε ένα κορίτσι να στέκεται εκεί προσπαθώντας μάταια να πάρει τηλέφωνο. Πρόσεξε όμως ότι το κορίτσι δεν είχε λεφτά κι έτσι ούτως ή άλλως δεν μπορούσε να τηλεφωνήσει.
«Τί θέλει ένα κορίτσι μικρό, μόνο του έξω στο κρύο και το χιόνι παραμονή Χριστουγέννων;», αναρωτήθηκε ο άγγελος. Πήρε λοιπόν τη μορφή ενός αγοριού και μπήκε στο μπαρ.
- Καλησπέρα κύριοι. Ξέρετε, να, εδώ απέναντι στον τηλεφωνικό θάλαμο είναι ένα κορίτσι μόνο του και προσπαθεί να πάρει τηλέφωνο αλλά δεν έχει λεφτά.
- Μικρέ, όχι ότι με ενδιαφέρει, αλλά πού ξέρεις εσύ ότι είναι μόνο του; Ρώτησε ο μπάρμαν.
- Το ξέρω κύριε. Γιατί είναι παραμονή Χριστουγέννων και κανένα παιδί δεν είναι τέτοια ώρα έξω μόνο του. Ψάχνει να βρει τρόπο να γυρίσει σπίτι.
Τότε ο μπάρμαν ενστικτωδώς κοίταξε έξω από το νοτισμένο παράθυρο. Και παρ’ όλο τον καπνό από τα τσιγάρα και την ομίχλη έξω, κατάφερε να δει το κορίτσι να τρέμει και να κρέμεται από το ακουστικό κλαίγοντας. Ο μπάρμαν άνοιξε την ταμειακή μηχανή προσεκτικά, χωρίς να τον δει κανείς (ή έστω έτσι νόμιζε) και κατευθύνθηκε έξω προς το κορίτσι. Οι θαμώνες κοιτούσαν έκπληκτοι γιατί ο μπάρμαν ποτέ στη ζωή του δεν έκανε τόσο δρόμο με τα πόδια, ποτό δεν είχε βγει έξω από το μπαρ. Και το χιόνι έπεφτε ευγενικά αλλά πυκνό…
Αφού πλησίασε το κορίτσι το ρώτησε πού μένει, έβαλε όλα τα λεφτά της ταμειακής μηχανής στη τσέπη του παλτού του κοριτσιού, το κούμπωσε σφιχτά, σκούπισε τα δάκρυά του κοριτσιού κι έγνεψε σε ένα ταξί. Έβαλε μέσα το κορίτσι, έβγαλε από τη τσέπη του το δικό του μεροκάματο και είπε στον ταξιτζή να πάει το κορίτσι στο αεροδρόμιο δίνοντας τη διεύθυνση του σπιτιού του κοριτσιού στον ταξιτζή. Και το χιόνι έπεφτε ευγενικά αλλά πυκνό…
Οι θαμώνες συνέχισαν να κοιτούν αποσβολωμένοι τον μπάρμαν καθώς εκείνος γυρνούσε με αργά, βαριά βήματα και άδεια χέρια πίσω στο μπαρ εμφανώς αλλαγμένος. Γυρίζοντας ο μπάρμαν να δει το αγόρι, δεν είδε κανέναν στην πόρτα ή έξω. Το αγόρι είχε εξαφανιστεί.
Κανείς δεν μίλησε εκείνο το βράδυ. Και κανείς δεν πλήρωσε για τα ποτά που ήπιαν. Ήταν κερασμένα από τον μπάρμαν. Και το χιόνι έπεφτε ευγενικά αλλά πυκνό…
Τώρα βέβαια οι κυνικοί θα πουν ότι κάποια παιδιά έκαναν πλάκα στον μπάρμαν για να πάρουν το χαρτζιλίκι τους. Εμείς όμως ξέρουμε την αλήθεια, έτσι δεν είναι; Γιατί τη νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός είναι πιο εύκολο να πιστέψεις την αλήθεια.
Ο άγγελος γύρισε στον Πλάστη του και είπε αυτό που έζησε. Εκείνος αναστέναξε με ανακούφιση.
- Ώστε δεν τελείωσαν όλα ακόμα, σκέφτηκε. Υπάρχει ο Άνθρωπος, άρα υπάρχει ακόμα Αγάπη, άρα υπάρχει ακόμα Ελπίδα.
Και το χιόνι έπεφτε ευγενικά αλλά πυκνό…

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019

«Ήταν κάποτε μια μητέρα που δεν αγαπούσε το παιδί της…»

«Ήταν κάποτε μια μητέρα που δεν αγαπούσε το παιδί της…»

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν μια μάνα που δεν αγαπούσε το παιδί της.
Για τα πάντα το μάλωνε, συνέχεια το αποδοκίμαζε, μόνιμα το μείωνε.
Αυτό το παιδί δεν είχε ακούσει ποτέ φράσεις όπως «με κάνεις περήφανη», λέξεις όπως «σ’ αγαπώ», δεν είχε νιώσει ποτέ ένα χάδι, τη μαγική- στοργική αγκαλιά, που είναι το καταφύγιο του κάθε τρομαγμένου- πληγωμένου παιδιού.

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν μια μάνα που δεν αγαπούσε το παιδί της.
Επιτακτική, βυθισμένη στη λύπη της. Με μοναδικό χόμπι να ελέγχει ζωές και να αποφασίζει για τα πάντα.
Μια μάνα που απαιτούσε τη συγνώμη, ακόμα κι όταν έφταιγε.
Μια φορά, ήταν μια μάνα που μεγάλωσε ένα παιδί θλιμμένο. Που αποζητούσε μανιασμένο την αγάπη.
Που δινόταν. Που χαριζόταν ολάκερο στον κάθε άνθρωπο που νόμιζε ότι του προσέφερε το παραμικρό από τα στερημένα του συναισθήματα.
Από εκείνα που δικαιούνταν, εκείνα που του στέρησε η ζωή.
Μια φορά ήταν μια μάνα που δεν αγαπούσε το παιδί της. Κι αυτό το παιδί μεγάλωσε.
Και στον απολογισμό του, κατάλαβε την εξάρτηση που του είχε προκαλέσει η μάνα του.
Εκείνη τη μάνα που για μια ολόκληρη ζωή προσπαθούσε να κερδίσει.
Που προσπαθούσε να αποσπάσει μια θετική κουβέντα. Πίστευε πως η αποδοχή της θα γιάτρευε όλες του τις πληγές.Ότι θα ήταν λύτρωση. Μα δεν την κέρδισε ποτέ….
Γιατί αυτή η μάνα, συνέχιζε να το επικρίνει, συνέχισε να το μειώνει, γιατί τελικά μόνο αυτό ήξερε να κάνει…
Αυτό το παιδί προσπάθησε να σπάσει την αλυσίδα που λειτουργούσε σαν φαύλος κύκλος με τη σκληρή και αλύγιστη μάνα του. Προσπάθησε να πετάξει από πάνω του τις φοβίες, τα ενοχικά και την κοινωνιότροπη συμπεριφορά, που το είχε μάθει να ζει.
Πάλεψε πολύ μέσα από ψυχοθεραπεία για να βελτιώσει τον εαυτό του.
Για να αποδεχτεί ότι ο τρόπος που δρούσε ως τώρα είναι λάθος.
Ότι είναι γεμάτο παιδόμορφες συμπεριφορές.
Πέρασαν χρόνια για να μη το αγγίζουν οι φαρμακερές κουβέντες που του έλεγε η μάνα του.
Ήταν άπειρες οι μέρες που μουρμούραγε από μέσα του «μη δίνεις σημασία, μην αντιδράσεις, μη στενοχωριέσαι, δεν ισχύει τίποτα από αυτά», την ώρα που το έβριζε και το μείωνε.
Ώσπου τελικά, την έβγαλε από πάνω του σαν μπλουζάκι. Και το ως τώρα παιδί, έφυγε μακριά της.
Την ξέγραψε. Γιατί όπως φαίνεται το αίμα γίνεται νερό. Γιατί τελικά διαλέγουμε το συγγενή όπως και το φίλο.
Στην αρχή η μάνα ένιωσε ότι ησύχασε, ότι δεν έχασε δα και κανένα σημαντικό πρόσωπο…
Και ο καιρός περνούσε και από τον εγωισμό της έριχνε ευθύνες στο παιδί της, για το πόσο κακό ήταν που τη ξέγραψε.
Έλεγε σε όλο τον κόσμο για το πόσες θυσίες είχε κάνει για να το μεγαλώσει κι εκείνο άπονα στο τέλος τη παράτησε.
«Κάνε παιδιά να δεις καλό», έλεγε… « βασανίζεσαι να τα μεγαλώσεις και εκείνα σε παρατάνε»…
Εκθείαζε τον εαυτό της χωρίς να αναγνωρίζει καμία ευθύνη για το πόσο πόνο είχε προκαλέσει σε αυτό
το παιδί αν τα χρόνια. Και ο καιρός περνούσε κι άλλο… ώσπου η μοναξιά της την τρόμαζε.
Έφτασε η μέρα που μετάνιωσε για τον τρόπο που του φέρθηκε. Για τα λόγια που ξεστόμισε.
Το παιδί της έκανε οικογένεια, έκανε παιδιά. Βρήκε ένα σύντροφο που του χάρισε όλα όσα στερήθηκε και ήταν ευτυχισμένο. Η μάνα του, ήταν το μεγαλύτερο σχολείο για εκείνο.
Το δίδαξε το πώς να ΜΗ μεγαλώσει τα παιδιά του.
Η μάνα, κατέληξε μόνη. Δεν ένιωσε ποτέ τη χαρά να μεγαλώσει κοντά στα εγγόνια της. Κοντά σε μια οικογένεια.
Συνέχισε να ασχολείται και να ελέγχει τις ζωές των άλλων, γιατί μέσα από αυτό ένιωθε δυνατή.
Ασχολούνταν με οτιδήποτε άλλο, προκειμένου να μην αντικρίζει τη δική της αλήθεια.
Γέμιζε τη ζωή της με κουτσομπολιά και κοίταζε πάντα γύρω της με καχυποψία και πονηριά, νομίζοντας ότι όλοι θέλουν να της κάνουν κακό. Δεν πλησίασε ποτέ το παιδί της.
Πίστευε ότι έπρεπε να το κάνει εκείνο. Ώσπου μια μέρα, βυθίστηκε στη μελαγχολία και τη δυστυχία της…

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν μια μάνα που δεν αγαπούσε το παιδί της…

Της Μαρίας Χαρίτου.

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2019

Εσύ δεν θα θυμάσαι, αλλά εγώ θα θυμάμαι

Εσύ δεν θα θυμάσαι, αλλά εγώ θα θυμάμαι


Δεν θα θυμάσαι…
Δεν θα θυμάσαι πως έτρεχαν τα δάκρυα από τα μάτια μου όταν σε αντίκρυσα για πρώτη φορά στην αίθουσα τοκετού.
Ούτε τον φόβο μου για το άγνωστο την πρώτη φορά που σε κράτησα αγκαλιά.
Δεν θα θυμάσαι που κρατούσα τα μικροσκοπικά σου πόδια στα χέρια μου και γέμιζα τα ρουθούνια μου με τη μυρωδιά σου.
Ούτε που ξάπλωνα δίπλα σου τα βράδια και σε έβλεπα να κοιμάσαι.
Δεν θα θυμάσαι το βλέμμα μου την πρώτη φορά που με κοίταξες στα μάτια και μου χαμογέλασες.
Ούτε τον τρόπο που γέμιζες την καρδιά και την ψυχή μου με κάθε σου βλέμμα.
Δεν θα θυμάσαι πόσο περήφανα ένιωθα κάθε φορά που βγαίναμε οι δυο μας βόλτα.
Ούτε τον τρόπο που έκανες να φωτίζεται η καρδιά μου κάθε φορά που ξεκαρδιζόσουν στα γέλια.
Δεν θα θυμάσαι τον υπέρμετρο ενθουσιασμό μου, όταν έκανες τα πρώτα σου βήματα.
Αλλά και ούτε τoν πόνο στα μάτια μου την πρώτη φορά που έπεσες και χτύπησες.
Δεν θα θυμάσαι τον τρόπο που σου χάιδευα τα μαλλιά στο κρεβάτι.
Ούτε τις ιστορίες που σου έλεγα για να σε πάρει ο ύπνος.
Δεν θα θυμάσαι, αλλά εγώ θα θυμάμαι. Και θα κρατήσω αυτές τις αναμνήσεις στην καρδιά μου για πάντα. Και για τους δυο μας.
"Εσύ δεν θα θυμάσαι, αλλά εγώ θα θυμάμαι", το ωραιότερο κείμενο που έγραψε ένας πατέρας.



Να προσέξεις τη συμπεριφορά σου

Να προσέξεις τη συμπεριφορά σου




Οι καλοί άνθρωποι σκέφτονται με την καρδιά, γι’ αυτό δεν μπορούν να αλλάξουν.
Σε μιαν εποχή που η υποκρισία, η ζήλια και η κακία βρίσκονται στο ζενίθ τους, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που αντιπροσωπεύουν επάξια τις λέξεις αγνότητα και καλοσύνη! Βρίσκονται ανάμεσά μας! Θα τους αναγνωρίσετε εύκολα, αφού έχουν έτοιμο ένα χαμόγελο για τον καθένα! Η ματιά τους είναι καθαρή και αγνή και καθρεπτίζεται όλη η καλοσύνη που έχουν στην ψυχή τους, σε τέτοιο σημείο που δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω τους!
Άραγε είναι αληθινά καλοί ή προσποιούνται; θα σκεφτούν κάποιοι. Και όμως! Οι ανιδιοτελείς πράξεις τους δεν θα σε αφήσουν να τους αμφισβητήσεις! Βοηθούν με γνώμονα την καρδιά χωρίς να περιμένουν κάτι ως αντάλλαγμα! Το μόνο που αποζητούν είναι η αναγνώριση όσων προσφέρουν, όχι με υλικά αγαθά αλλά με το να τους νοιάζεσαι και να τους αγαπάς! Έχουν τόση αγάπη μέσα τους να διοχετεύσουν, αλλά θέλουν να αισθάνονται ότι παίρνουν και εκείνοι αγάπη! Συχνά πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης, το καταλαβαίνουν βέβαια κάποια στιγμή και πληγώνονται βαθιά γι’ αυτό, αλλά δεν μπορούν να αλλάξουν! Κάνουν ξανά τα ίδια λάθη γιατί σκέφτονται με την καρδιά! Πιστεύουν ότι εκεί έξω πρέπει να υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που να εκτιμούν, να αγαπούν, να νοιάζονται! Έτσι, όταν νιώσουν την αδικία, απομακρύνονται… χωρίς πολλά λόγια, αντιδικίες και εξηγήσεις! Όπως καλοσυνάτα μπήκαν στη ζωή σου, έτσι θα αποχωρήσουν από αυτή! Αθόρυβα!
Γι’ αυτό αν έχεις την τύχη να συναντήσεις κάποτε έναν τέτοιο άνθρωπο, μην κάνεις το λάθος και τον χάσεις από τη ζωή σου. Το μόνο που χρειάζεται είναι να προσέξεις τη συμπεριφορά σου.
πηγή: Εναλλακτική Δράση

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2019

ΔΕΝ ΜΕΤΡΑΕΙ ΤΟ ΕΞΩ ΑΛΛΑ ΤΟ ΜΕΣΑ ΜΑΣ...

ΔΕΝ ΜΕΤΡΑΕΙ ΤΟ ΕΞΩ ΑΛΛΑ ΤΟ ΜΕΣΑ ΜΑΣ...


Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που κέρδιζε το ψωμί του πουλώντας μπαλόνια στα πανηγύρια.
Είχε απ’ όλα τα χρώματα: κόκκινα, κίτρινα, μπλε και πράσινα.
Όταν δεν πήγαιναν καλά οι δουλειές ελευθέρωνε ένα μπαλόνι γεμάτο με ήλιον.
Το έβλεπαν τα παιδιά κι έτρεχαν κοντά του για να αγοράσουν από ένα κι έτσι οι δουλειές έπαιρναν τα πάνω τους ξανά.
Αυτό γινόταν συνεχώς.
Κάποια μέρα ένιωσε ένα τράβηγμα στο σακάκι του. Γυρίζει και βλέπει έναν μικρό που ήθελε να ρωτήσει κάτι:
- Κύριε αν αφήσετε ένα μαύρο μπαλόνι, θα πετάξει κι αυτό;

Ευχαριστημένος με την ερώτηση του αγοριού απάντησε με το ίδιο ενδιαφέρον:
- Δεν είναι το χρώμα του μπαλονιού μικρέ μου που το κάνει να πετάει, αλλά εκείνο που έχει μέσα του.
Κατάλαβες τώρα; Μετράει το μέσα μας, η στάση μας. Το αν θα είσαι ένας σημαντικός άνθρωπος δεν έχει να κάνει με το παρουσιαστικό σου, αλλά με το τι έχεις μέσα στην ψυχή σου!. Αν η ψυχή σου είναι καθαρή θα πετάξεις πρός τον Θεό, δεν έχει σημασία το έξω αλλά το μέσα!!

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2019

Ο ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ ΟΔΗΓΟΣ

Ο ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ ΟΔΗΓΟΣ
(ΤΟ ΑΓΟΡΑΚΙ Η ΚΟΥΚΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ)

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, άτομα κάθονται και παιδί

Βρέθηκα σε ένα κατάστημα, στο διάδρομο με τα παιχνίδια. Με την άκρη του ματιού μου, παρατήρησα ένα αγοράκι γύρω στα πέντε, το οποίο κρατούσε μια κούκλα. Δε σταματούσε να της χαϊδεύει τα μαλλιά και να τη σφίγγει προσεκτικά πάνω του. Αναρωτήθηκα για ποιον προοριζόταν αυτή η κούκλα. Το αγοράκι γύρισε κάποια στιγμή προς την κυρία που βρισκόταν πλάι του: «Θεία μου, είσαι σίγουρη ότι δε μου φτάνουν τα λεφτά;» Η γυναίκα του απάντησε χάνοντας κάπως την υπομονή της: «Είπαμε ότι δεν έχεις αρκετά λεφτά για να την αγοράσεις.» Έπειτα, η θεία του του ζήτησε να μείνει εκεί και να τον περιμένει για λίγο, κι εκείνη έφυγε βιαστικά. Το αγοράκι κρατούσε ακόμη στα χέρια του την κούκλα. Τελικά, κατευθύνθηκα προς το παιδί και το ρώτησα σε ποιον ήθελε να δώσει την κούκλα. «Αυτή την κούκλα την ήθελε η αδερφή μου περισσότερο από καθετί για τα Χριστούγεννα. Ήταν σίγουρη ότι θα της την έφερνε ο Άι- Βασίλης.» Του είπα τότε ότι μπορεί και να της την έφερνε, κι εκείνο μου είπε θλιμμένο: «Όχι, ο Άι-Βασίλης δεν μπορεί να πάει εκεί που είναι τώρα η αδερφή μου... Πρέπει να δώσω την κούκλα στη μαμά μου να της την πάει.» Τα μάτια του ήταν πολύ θλιμμένα ενώ έλεγε αυτά τα λόγια. «Πήγε να συναντήσει τον Χριστούλη. Ο μπαμπάς λέει ότι και η μαμά θα πάει να συναντήσει το Χριστούλη σε λιγάκι. Έτσι, σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να πάρει την κούκλα μαζί της και να την πάει στην αδερφούλα μου.» Η καρδιά μου πήγε να σταματήσει. Το αγοράκι σήκωσε το βλέμμα προς εμένα και μου είπε: «Είπα στον μπαμπά να πει στη μαμά να μη φύγει αμέσως. Ζήτησα να περιμένει μέχρι να γυρίσω από το μαγαζί.» Μετά, μου έδειξε μία φωτογραφία που απεικόνιζε το ίδιο το αγοράκι μέσα στο κατάστημα να κρατάει την κούκλα, και μου είπε: «Θέλω η μαμά να πάρει κι αυτή τη φωτογραφία μαζί της, για να μη με ξεχάσει. Την αγαπάω τη μαμά και δε θέλω να μ'αφήσει, αλλά ο μπαμπάς λέει ότι πρέπει να πάει μαζί με την αδερφούλα μου.» Ύστερα, χαμήλωσε το κεφάλι του κι έμεινε σιωπηλό. Έψαξα στην τσάντα μου κι έβγαλα από μέσα ένα μάτσο χαρτονομίσματα και ρώτησα το αγοράκι: «Τι λες να μετρήσουμε τα λεφτά σου μια τελευταία φορά για να σιγουρευτούμε;» «Εντάξει, όμως πρέπει να βγουν αρκετά.» Έριξα κρυφά κάποια χρήματα μαζί με τα δικά του και αρχίσαμε το μέτρημα. Έφταναν με το παραπάνω για την κούκλα. Περίσσευαν κιόλας αρκετά. Το αγοράκι ψιθύρισε: «Ευχαριστώ Χριστούλη που μου έδωσες αρκετά λεφτά.» Έπειτα με κοίταξε και είπε: «Είχα ζητήσει από το Χριστούλη να κάνει να έχω αρκετά λεφτά για ν'αγοράσω την κούκλα και η μαμά μου να μπορεί να την πάει στην αδερφούλα μου. Εκείνος άκουσε την προσευχή μου. Ήθελα να έχω αρκετά λεφτά για ν'αγοράσω και ένα λευκό τριαντάφυλλο για τη μαμά, όμως δεν τόλμησα να του το ζητήσω. Εκείνος μου έδωσε αρκετά λεφτά για ν'αγοράσω την κούκλα και το λευκό τριαντάφυλλο. Ξέρετε, αρέσουν πολύ τα λευκά τριαντάφυλλα στη μαμά...» Λίγα λεπτά αργότερα, η θεία του ξαναγύρισε, κι εγώ απομακρύνθηκα σπρώχνοντας το καροτσάκι μου. Τέλειωνα τα ψώνια μου με ένα συναίσθημα εντελώς διαφορετικό από ότι όταν τα άρχιζα. Δεν μπορούσα να βγάλω απ'το μυαλό μου το αγοράκι. Μετά θυμήθηκα ένα άρθρο στην εφημερίδα, λίγες μέρες πριν, που μιλούσε για έναν οδηγό σε κατάσταση μέθης που είχε χτυπήσει ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε μια νεαρή γυναίκα με την κόρη της. Το κοριτσάκι είχε πεθάνει ακαριαία και η μητέρα ήταν σοβαρά τραυματισμένη. Η οικογένεια έπρεπε να αποφασίσει εάν θα της διέκοπταν την αναπνευστική στήριξη... Να ήταν άραγε η οικογένεια του μικρού αγοριού; Δυο μέρες μετά, διάβασα στην εφημερίδα ότι η νεαρή γυναίκα ήταν νεκρή. Δεν μπόρεσα να μην πάω ν'αγοράσω ένα μπουκέτο λευκά τριαντάφυλλα και να βρεθώ στην αίθουσα όπου εκθέταν τη σωρό της. Ήταν εκεί και κρατούσε ένα όμορφο λευκό τριαντάφυλλο στο χέρι της, μαζί με μία κούκλα και τη φωτογραφία του μικρού αγοριού από στο κατάστημα. Έφυγα από την αίθουσα κλαίγοντας και με την αίσθηση ότι η ζωή μου θα άλλαζε για πάντα. Η αγάπη που είχε αυτό το αγοράκι για τη μαμά του και την αδερφή του ήταν τόσο μεγάλη, και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου ένας μεθυσμένος οδηγός του τα πήρε όλα μακριά....

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019

ΥΠΝΟΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

ΥΠΝΟΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, εσωτερικός χώρος

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν δύο αδέρφια, ο Ύπνος και ο Θάνατος, απόγονοι της Νύχτας και του Ερέβους. Δύο μικροί δίδυμοι θεοί, που κατοικούσαν στα έγκατα της Γης και έπαιζαν με το χρόνο. Τον μάζευαν στα σεντούκια τους και κάθε μέρα έπαιζαν μαζί του. Το παιχνίδι συνεχιζόταν για πολλά χρόνια, μέχρι που ο Ύπνος πρότεινε στον αδερφό του να βρουν ένα τρόπο να μαζέψουν περισσότερο χρόνο. Ο Θάνατος, δύστροπος, αδιάλλακτος και ακλόνητος, αρνήθηκε την πρόταση του αδερφού του και εξοργίστηκε μαζί του. Τα δυο αδέρφια μάλωσαν πολύ και ο Ύπνος αναγκάστηκε να φύγει από τον Τάρταρο όπου και κατοικούσαν για να κυνηγήσει το πεπρωμένο του στη Γη.

Τα χρόνια περνούσαν και ο Ύπνος είχε φτιάξει ένα δικό του μέρος για να μένει, το Νησί των Ονείρων. Είχε γίνει πολύ αγαπητός στους ανθρώπους. Περπατούσε πάνω στη θάλασσα και αιωρείτο πάνω από τις ψυχές των ανθρώπων, δίνοντάς τους αγαλλίαση και μακροζωία. Εκεί μαζεύονταν οι άυλες υποστάσεις των κοιμωμένων και χόρευαν και τραγουδούσαν. Τους μοίραζε όμορφα όνειρα και έδιναν και αυτοί ένα μικρό κομμάτι από το χρόνο τους σαν αντάλλαγμα της φιλοξενίας του. Ο αδερφός του ο Θάνατος, θύμωνε και ζήλευε κάθε φορά που κρυφοκοίταζε τους ανθρώπους να είναι τόσο ευτυχισμένοι δίπλα στον αδερφό του. Ήθελε να φύγει κι αυτός από τον Τάρταρο, αλλά δεν ήταν πουθενά ευπρόσδεκτος. Όλοι αγαπούσαν τον Ύπνο και κανένας δεν ήθελε το Θάνατο. Ο Θάνατος δεν είχε καρδιά, ούτε αγάπη, δε μοίραζε όνειρα, ούτε είχε χορούς και τραγούδια. Δεν ήθελε δώρα, δεν δεχόταν προσφορές και δεν ήθελε καμία ανθρώπινη αναγνώριση. Δεν ήθελε να μιλά σε κανέναν, γιατί όλοι φοβόντουσαν την παγωμένη ανάσα του. Ένα βράδυ θύμωσε τόσο πολύ, που αποφάσισε να πάρει μόνος του ό,τι του έλειπε. Θα έκλεβε αυτό που ήθελε και θα μάζευε δικούς του ανθρώπους εκεί που ζούσε, στα έγκατα της Γης.

Ο Θάνατος, ο άκαρδος θεός, ανέβαινε γρήγορα από τον Τάρταρο στη Γη και μάζευε τις ψυχές που του έδιναν αυτό που λαχταρούσε περισσότερο από όλα. Χρόνο! Καμιά φορά, όταν η ψυχή του αγαλλίαζε από την ποσότητα χρόνου που αποθήκευε, ανέβαινε στη Γη και έδινε χάρη σε κάποιους θνητούς που τον αναζητούσαν, κάποιους πονεμένους και άρρωστους που παρακαλούσαν για την επίσκεψή του. Μέχρι που ο χρόνος του φαινόταν λίγος και έπαιρνε κι άλλο, από όποιον έβρισκε μπροστά του.

Πλέον τα δίδυμα αδέρφια, σπάνια συναντιούνται πια. Κι όταν αυτό γίνει, ο Ύπνος για να κατευνάσει το θυμό του αδερφού του, διαλέγει έναν άνθρωπο που κοιμάται στο νησί του και τον θυσιάζει. Ο Θάνατος πλησιάζει αθόρυβα, αρπάζει το δώρο του και γλιστρά μακριά φροντίζοντας να μην ξυπνήσει το θύμα του.

Πίνακας:
John William Waterhouse
"Sleep and his half-brother Death"

Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΛΑΣΤΑΡΙΑ ΤΟΥ

Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΛΑΣΤΑΡΙΑ ΤΟΥ


Ήταν ένα πολύ μικρό χωριό.
Τόσο μικρό, που δεν το είχαν οι μεγάλοι χάρτες της χώρας. Τόσο μικρό, που είχε μόνο μια μικρούτσικη πλατεία και στη μοναδική του πλατεία, ένα μονάχα δέντρο.

Όμως, ο κόσμος αγαπούσε εκείνο το χωριουδάκι, αγαπούσε την πλατεία και το δέντρο του – ένα τεράστιο πλατάνι που βρισκόταν ακριβώς στη μέση της πλατείας. Και ακριβώς στο κέντρο της καθημερινής ζωής του χωριού. Κάθε απόγευμα γύρω στις εφτά, μετά τη δουλειά τους, οι άντρες και οι γυναίκες του χωριού συναντιόνταν στην πλατεία, φρεσκολουσμένοι, χτενισμένοι και ντυμένοι για να κάνουν δυο-τρεις βόλτες γύρω από το πλατάνι.

Για πάρα πολλά χρόνια, οι νέοι, οι πατεράδες τους και οι παππούδες τους διασταυρώνονταν καθημερινά κάτω απ’ το πλατάνι.

Εκεί είχαν κλείσει σπουδαίες δουλειές, εκεί είχαν πάρει καθοριστικές αποφάσεις για την κοινότητα, εκεί είχαν οριστεί γάμοι κι εκεί θυμούνταν τους νεκρούς τους για χρόνια και χρόνια.

Μια μέρα, κάτι διαφορετικό και θαυμαστό συνέβη. Από μια ρίζα του πλατάνου ξεπετάχτηκε, άξαφνα, ένα πράσινο κλαδάκι με δύο μοναδικά φύλλα που σημάδευαν τον ήλιο.

Ήταν ένα βλαστάρι. Το πρώτο βλαστάρι που έβγαζαν οι ρίζες του πλατάνου από τότε που τον θυμούνταν.

Μετά την αρχική συγκίνηση, δημιουργήθηκε μία επιτροπή που οργάνωσε μία γιορτή για το γεγονός.

Προς έκπληξη των διοργανωτών, δεν ήρθαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού στη γιορτή. Ορισμένοι έλεγαν ότι το βλαστάρι θα δημιουργούσε επιπλοκές.

Λίγες μέρες μετά άρχισε να σκάζει και δεύτερο βλαστάρι. Και μέσα σ’ ένα μήνα, πάνω από είκοσι πράσινα κλαδάκια φύτρωναν πάνω στις γκρίζες ρίζες του πλατάνου.

Η χαρά των μεν και η αδιαφορία των δε, θα διαρκούσε λίγο. Το ανακοίνωσε ο φύλακας της πλατείας. Κάτι συνέβαινε στο γέρικο πλατάνι. Τα φύλλα του ήταν πολύ κίτρινα, αδύναμα κι έπεφταν εύκολα. Ο φλοιός του κορμού του, που άλλοτε ήταν τρυφερός και σαρκώδης, τώρα ήταν ξερός κι έσπαγε. Ο φύλακας έβγαλε μια διάγνωση.

«Το πλατάνι είναι άρρωστο». Και ίσως να πέθαινε.

Εκείνο το απόγευμα, στον απογευματινό περίπατο, άνοιξε μεγάλη συζήτηση ανάμεσα στους χωριανούς. Ορισμένοι έλεγαν πως έφταιγαν τα βλαστάρια. Τα επιχειρήματά τους ήταν σαφή. Όλα πήγαιναν καλά προτού εμφανιστούν τα βλαστάρια.

Οι υπερασπιστές των νέων βλαστών έλεγαν ότι το ένα δεν είχε σχέση με το άλλο, και τα βλαστάρια ήταν μια εξασφάλιση για το μέλλον – αν κάτι πάθαινε το πλατάνι.

Με τη συζήτηση, δημιουργήθηκαν δύο ομάδες σαφώς αντίθετες: η μία έδινε προτεραιότητα στο γέρικο πλατάνι και η άλλη στα νέα βλαστάρια.

Δίχως να το καταλάβουν, η λογομαχία φούντωσε και οι δύο ομάδες απομακρύνθηκαν περισσότερο. Όταν βράδιασε, αποφάσισαν να συζητήσουν το θέμα σε μία γενική συνέλευση των κατοίκων την επόμενη μέρα, για να καλμάρουν τα πνεύματα.

Δεν καλμάρισαν όμως. Την επόμενη μέρα, οι «Υπερασπιστές του Πλατάνου» – όπως άρχισαν να αυτοαποκαλούνται – είπαν ότι η λύση του προβλήματος ήταν η επιστροφή στην πρότερη κατάσταση. Τα βλαστάρια αφαιρούσαν δυνάμεις από το γέρικο πλατάνι ενεργώντας σαν παράσιτα του δέντρου. Συνεπώς, έπρεπε να κόψουν τα βλαστάρια για να σώσουν το πλατάνι.

Οι «Υπερασπιστές της Ζωής» – όπως είχε βαφτιστεί η δεύτερη ομάδα – άκουσαν ταραγμένοι την άποψη αυτή. Είχαν σκεφτεί κι εκείνοι μια λύση να προτείνουν. Έπρεπε να κοπεί το γέρικο πλατάνι, που είχε πια ολοκληρώσει τον κύκλο του. Το μόνο που έκανε ήταν να κόβει φως και νερό από τα νεογέννητα. Εξάλλου, ήταν μάταιο να υπερασπίζεις το πλατάνι αφού, ούτως ή άλλως, το γέρικο δέντρο ήταν σχεδόν νεκρό.

Η διαμάχη κατέληξε σε λογομαχία, η λογομαχία σε καβγά με φωνές, βρισιές και κλοτσιές. Η αστυνομία διέλυσε τη φασαρία και τους έστειλε όλους στα σπίτια τους.

Οι «Υπερασπιστές του Πλάτανου» συγκεντρώθηκαν τη νύχτα και αποφάσισαν ότι η κατάσταση ήταν απελπιστική. Οι ηλίθιοι αντίπαλοί τους δεν έπαιρναν από λόγια και συνεπώς έπρεπε να δράσουν. Οπλίστηκαν με κλαδευτήρια, κασμάδες και φτυάρια και πήγαν στην πλατεία. Αν κατέστρεφαν τα βλαστάρια, οι διαπραγματεύσεις θα γίνονταν με άλλους όρους.

Έφτασαν στην πλατεία πολύ ικανοποιημένοι. Όταν πλησίασαν στον πλάτανο είδαν μια ομάδα ανθρώπων να στοιβάζει ξύλα γύρω από το πλατάνι. Ήταν οι «Υπερασπιστές της Ζωής» που σκόπευαν να του βάλουν φωτιά.

Οι δύο ομάδες υπερασπιστών ήρθαν πάλι στα χέρια, μόνο που τώρα τα χέρια τους ήταν οπλισμένα με μίσος, οργή και διάθεση για καταστροφή.

Πολλά βλαστάρια ποδοπατήθηκαν και πληγώθηκαν με τον καβγά. Αλλά και το γέρικο πλατάνι έπαθε κάμποσες ζημιές στον κορμό και τα κλαδιά του.

Πάνω από είκοσι «υπερασπιστές» και των δύο πλευρών κατέληξαν στο νοσοκομείο πληγωμένοι, άλλος λίγο κι άλλος σοβαρά.

Το επόμενο πρωί, η πλατεία είχε διαφορετική όψη. Οι «Υπερασπιστές του Πλάτανου» είχαν υψώσει ένα φράχτη γύρω από το δέντρο και τέσσερις ένοπλοι το φύλαγαν συνέχεια.

Οι «Υπερασπιστές της Ζωής», από τη μεριά τους, είχαν σκάψει μια τάφρο και είχαν κυκλώσει με αγκαθωτό σύρμα τα βλαστάρια που απέμεναν, για να τα προστατέψουν.

Αλλά και στο υπόλοιπο χωριό, η κατάσταση είχε γίνει ανυπόφορη. Οι δύο ομάδες, προσπαθώντας να κερδίσουν υποστήριξη, δημιούργησαν πόλωση και ανάγκασαν τους πάντες να πάρουν θέση. Όποιος υπερασπιζόταν το πλατάνι ήταν εξ ορισμού εχθρός των «Υπερασπιστών της Ζωής» και οι «Υπερασπιστές του Πλάτανου» μισούσαν θανάσιμα όποιον υπερασπιζόταν τα βλαστάρια.

Τελικά, αποφάσισαν να πάνε το θέμα στον Ειρηνοδίκη, που ήταν τότε ο εφημέριος της μικρής εκκλησίας. Θα έβγαζε την απόφασή του την επόμενη Κυριακή.

Το ακροατήριο ήταν χωρισμένο μ’ ένα σχοινί και οι δύο πλευρές βρίζονταν. Φώναζαν τρομερά και κανένας δεν ακουγόταν.

Άξαφνα άνοιξε η πόρτα και στο διάδρομο, ακολουθούμενος από τα βλέμματα όλων, βάδισε ο Γέρος με το μπαστούνι του.

Ο Γέρος, που σίγουρα ήταν πάνω από εκατό ετών, είχε ιδρύσει το χωριό εκείνο στα νιάτα του. Αυτός είχε σχεδιάσει τους δρόμους, είχε μοιράσει τη γη και, φυσικά, είχε φυτέψει το δέντρο.

Ο Γέρος ήταν σεβαστός από όλους, και τα λόγια του διατηρούσαν την ίδια διαύγεια όπως σε όλη του τη ζωή. Απόδιωξε τα χέρια που προσφέρονταν να τον βοηθήσουν, και με δυσκολία ανέβηκε στο βήμα και μίλησε.

«Ηλίθιοι!» είπε. «Ονομάζετε τους εαυτούς σας «Υπερασπιστές του Πλάτανου» και «Υπερασπιστές της Ζωής»… Υπερασπιστές; Εσείς είστε ανίκανοι να υπερασπίσετε οτιδήποτε, γιατί ο μόνος σας στόχος είναι να βλάψετε όποιον σκέφτεται διαφορετικά.

Το πλατάνι δεν είναι από πέτρα. Είναι ζωντανός οργανισμός και σαν τέτοιος κάνει τον κύκλο του. Ο κύκλος της ζωής του περιλαμβάνει και το να δώσει ζωή σ’ όσους θα συνεχίσουν. Δηλαδή, να προετοιμάσει τα βλαστάρια που θα γίνουν μετά καινούργια πλατάνια.

Όμως τα βλαστάρια, ανόητοι, δεν είναι μόνο βλαστάρια. Δεν μπορούν να ζήσουν αν το πλατάνι πεθάνει και η ζωή του πλάτανου δεν έχει νόημα αν δεν μπορεί να μετατραπεί σε νέα ζωή.

Ετοιμαστείτε «Υπερασπιστές της Ζωής». Προπονηθείτε και οπλιστείτε. Σύντομα θα έρθει η ώρα να βάλετε φωτιά στα σπίτια των γονιών σας και να κάψετε κι εκείνους μαζί. Σύντομα θα γεράσουν και θα εμποδίζουν το δρόμο σας.

Ετοιμαστείτε «Υπερασπιστές του Πλάτανου». Αρχίστε με τα βλαστάρια. Πρέπει να μπορέσετε να ποδοπατήσετε και να σκοτώσετε τα παιδιά σας όταν εκείνα θα θελήσουν να σας αντικαταστήσουν ή να σας ξεπεράσουν.

Και θέλετε να λέγεστε «Υπερασπιστές»!

Εσείς, το μόνο που θέλετε είναι να καταστρέψετε… Και δεν αντιλαμβάνεστε ότι καταστρέφοντας και καταστρέφοντας, θα καταστρέψετε αναπόφευκτα όλα όσα θέλετε να υπερασπίσετε. Σκεφτείτε! Δεν σας απομένει πολύς χρόνος…»

Και με τα λόγια αυτά, κατέβηκε αργά από το βήμα και βάδισε προς την πόρτα μέσα στην απόλυτη σιωπή….Και έφυγε...!!!

- Χόρχε Μπουκάϊ -

Σταμάτα να κλαίς μπαμπά…

Σταμάτα να κλαίς μπαμπά…

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα και κείμενο


Ήταν κάποτε ένας άντρας που έπαθε τη μεγαλύτερη συμφορά που μπορεί να συμβεί σε άνθρωπο. Πέθανε ο μικρός του γιος.

Από τον θάνατο του γιού του και για χρόνια ολόκληρα, ξάπλωνε την νύχτα και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Το μόνο που έκανε ήταν να κλαίει... και να κλαίει... ως τα ξημερώματα.

Κάποια μέρα, εμφανίζεται στον ύπνο του ένας άγγελος και του λέει:

«Φτάνει πια… Πρέπει να συνεχίζεις τη ζωή σου χωρίς αυτόν»

«Κλαίω γιατί έχω την ιδέα πως δεν θα τον ξαναδώ» λέει ο άντρας.

Ο άγγελος τον λυπάται και του προτείνει:

«Θέλεις να τον δεις;»

Και αμέσως, χωρίς να περιμένει απάντηση, τον αρπάζει από το χέρι και τον ανεβάζει στον ουρανό.

«Τώρα θα τον δούμε! Κοίτα...» του λέει ο άγγελος, ενώ με το δάχτυλο κάνει νόημα στη λευκή γωνία στο τέλος ενός δρόμου που ήταν στρωμένος με χρυσάφι.

Και αμέσως, αρχίζουν να περνάνε από μπροστά τους ένα σωρό παιδάκια ντυμένα σαν αγγελάκια, με μικρά λευκά φτερά κι ένα κερί αναμμένο στα χέρια. Αγοράκια και κοριτσάκια με αγγελικό πρόσωπο παρελαύνουν μπροστά τους με απερίγραπτη έκφραση γαλήνης στα ροδομάγουλα προσωπάκια τους.

«Ποια είναι αυτά τα παιδιά;» ρωτάει ο άντρας.

«Είναι τα παιδιά που πέθαιναν τα τελευταία χρόνια… κάθε μέρα περνάνε έτσι από μπροστά μας. Είναι τόσο αγνά, που και μόνο το πέρασμα τους καθαρίζει από κάθε βρομιά ολόκληρο το σύμπαν.»

«Είναι ανάμεσα τους και ο γιος μου;» ρωτάει ξανά ο άντρας.

«Και βέβαια, τώρα θα τον δεις.»

Από μπροστά τους περνάνε ακόμα εκατοντάδες παιδάκια.

«Να, έρχεται» τον ειδοποιεί ο άγγελος.

Και πραγματικά, τον βλέπει ο πατέρας του να έρχεται ανάμεσα στα άλλα παιδάκια. Είναι πανέμορφος, λάμπει, γεμάτος ζωή, όπως ακριβώς τον θυμόταν!

Υπάρχει όμως κάτι που τον στεναχωρεί. Από όλα τα παιδάκια, μονάχα ο γιος του έχει το κερί του σβησμένο...

Ενώ ο πατέρας αισθάνεται απέραντη λύπη για το παιδί του, ο μικρός τον βλέπει, τρέχει κοντά του και τον αγκαλιάζει. Αγκαλιάζει κι αυτός με δύναμη το παιδί του, αλλά δεν αντέχει να μην το ρωτήσει για το θέμα που τον στεναχωρεί αυτήν τη στιγμή.

«Γιε μου, εσύ γιατί δεν έχεις φως; Δεν σου άναψαν το κερί σου όπως στα άλλα παιδάκια;»

«Και βέβαια, μπαμπά, κάθε πρωί μου ανάβουν το κερί όπως και σε όλα τα παιδιά. Όμως, ξέρεις τι γίνεται; Κάθε βράδυ, τα δάκρυα σου το σβήνουν.»

Ο μικρός σκουπίζει με τα χεράκια του τα δάκρυα από τα μάγουλα του πατέρα του και τον παρακαλάει γλυκά:

«Σταμάτα να κλαίς μπαμπά… σε παρακαλώ, σταμάτα να κλαις».

__________________________________
από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι:
"Ο δρόμος των δακρύων"

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΘΟΣ

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΘΟΣ





Μια φτωχιά χήρα, που επαιτούσε από σπίτι σε σπίτι, χτύπησε κάποτε και την πόρτα ενός πολύ πλουσίου. Της άνοιξε ο πλούσιος και η χήρα του είπε:
- Με συγχωρείτε, είμαι χήρα και άρρωστη! Έχω και 3 παιδιά. Αν νομίζετε και μπορείτε, βοηθείστε με, σας παρακαλώ...!
Ο πλούσιος έψαξε να της δώσει κάτι, αλλά δεν βρήκε τίποτα.
- Με συγχωρείτε, της είπε, αλλά δεν κρατώ τίποτα στο σπίτι.
Η χήρα τον ευχαρίστησε και πήγε να φύγει, όταν ο πλούσιος της είπε:
- Περίμενε!
Πήγε μέσα στο γραφείο του και πήρε μία επιταγή, την συμπλήρωσε και δίνοντάς την, της είπε:
- Πάνε σε οποιαδήποτε τράπεζα με αυτήν την επιταγή, για να εισπράξεις το ποσό.
Η χήρα ήταν αγράμματη (δεν γνώριζε από επιταγές), πήρε την επιταγή και είπε μέσα της:
- Με κορόϊδεψε, με έδωσε ένα απλό χαρτί.
Οι μέρες περνούσαν και αυτήν δεν πήγαινε στην τράπεζα, διότι ντρεπόταν και φοβόταν, νομίζοντας, ότι το χαρτί που της έδωσε ο πλούσιος, ήταν κάτι το ψεύτικο.
Μία μέρα τόλμησε και το έδειξε σε μία φίλη της και εκείνη της είπε:
- Αυτό το χαρτί που κρατάς, είναι μία επιταγή για την τράπεζα. Πάνε να δεις.
Τότε η χήρα αναθάρρεψε και πήγε στην τράπεζα.
Εκεί αφού ρώτησε, πήγε στον ταμία να την εξυπηρετήσει.
Μόλις το είδε ο ταμίας, της είπε, ότι είναι να εισπράξει 50 χρυσές λίρες!
Εκείνη εξεπλάγη, διότι ήταν μεγάλο το ποσό. Κάποιο λάθος θα έκανε ο άνθρωπος, σκέφτηκε και έτσι ζήτησε να πάρει πίσω την επιταγή, χωρίς να την εξαργυρώσει. Την πήρε λοιπόν και την πήγε κατευθείαν, στο σπίτι του πλουσίου και του είπε:
- Με συγχωρείτε, αλλά είναι πολλά τα λεφτά που γράψατε στην επιταγή. Εγώ δεν αξίζω τόσα λεφτά! Και σκέφτηκα, ότι θα κάνατε λάθος.
Μόλις το άκουσε αυτό ο πλούσιος, της είπε:
- Πράγματι έκανα λάθος!
Πήρε την επιταγή και συμπλήρωσε πίσω από το 50 ένα μηδενικό και οι 50 χρυσές λίρες έγιναν 500! Της την έδωσε και της είπε:
- Πήγαινε τώρα στην τράπεζα και γνώριζε, ότι δεν έχω κάνει λάθος!
Αυτά είναι τα αποτελέσματα της ταπεινώσεως!
Αν άνθρωπος ενεργεί έτσι σε έναν ταπεινό συνάνθρωπο, σκεφθείτε ο Θεός τι προσφέρει στους ταπεινούς...

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ

 Ο ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ







Η εικόνα ίσως περιέχει: 5 άτομα, , τα οποία χαμογελούν, άτομα κάθονται, πίνακας και εσωτερικός χώρος




Ένας νεαρός κύριος συναντά έναν ηλικιωμένο.
-Με θυμάστε;
-Όχι.
-Υπήρξα μαθητής σας.
-Τι κάνεις; Με τι ασχολείσαι;
-Έγινα κι εγώ καθηγητής.
-Κρίνεις ότι είσαι καλός στη δουλειά σου;
-Η αλήθεια είναι πως ναι. Εσείς με εμπνεύσατε και ήθελα να σας μοιάσω.

Περίεργος ο ηλικιωμένος κύριος, ρωτά να μάθει τι του έμεινε στο μυαλό και τον ενέπνευσε σε τέτοιο βαθμό ώστε να θέλει να γίνει κι ο ίδιος καθηγητής. Και ο νεαρός του διηγείται την ακόλουθη ιστορία.

-Κάποια μέρα ένας συμμαθητής μου – που ήταν και φίλος μου – ήλθε στην τάξη και μου έδειξε ένα πανέμορφο καινούργιο ρολόι που είχε στην τσέπη του. Δεν άντεξα στον πειρασμό και κάποια στιγμή του το έκλεψα. Σε λίγο, αντιλήφθηκε ότι το ρολόι έλειπε από την τσέπη του και αμέσως ενημέρωσε τον καθηγητή που μας δίδασκε εκείνη την στιγμή στην τάξη, που ήσασταν εσείς. Εσείς, λοιπόν, απευθυνθήκατε στην τάξη και είπατε:
- Το ρολόι κάποιου συμμαθητή σας εκλάπη κατά την διάρκεια του τρέχοντος μαθήματος. Όποιος το έκλεψε, παρακαλώ να το επιστρέψει αμέσως.
-Ντράπηκα τόσο πολύ την ταπείνωση μπροστά στους συμμαθητές μου, που δεν τόλμησα να αποκαλυφθώ. Έπειτα εσείς κλείσατε την πόρτα, μας είπατε όλους να σταθούμε όρθιοι και ότι θα ψάχνατε τις τσέπες όλων μας μέχρι να το βρείτε. Αλλά θέσατε και μια προϋπόθεση. Ότι έπρεπε να έχουμε όλοι μας τα μάτια μας κλειστά για να μην δούμε τον ένοχο. Έτσι και συνέβη. Όταν φτάσατε σε μένα, το βρήκατε στην τσέπη μου και το πήρατε. Όμως συνεχίσατε το ψάξιμο στις τσέπες όλων και όταν τελειώσατε, μας είπατε «Και τώρα, μπορείτε να ανοίξετε τα μάτια σας όλοι. Το ρολόι βρέθηκε!» Δεν αναφέρατε ποτέ το όνομά μου στην τάξη και ούτε μου σχολιάσατε ποτέ το περιστατικό σε προσωπικό επίπεδο. Περίμενα να με επιπλήξετε και να μου κάνετε κατήχηση, αλλά τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Εκείνη την ημέρα σώσατε την αξιοπρέπειά μου για πάντα. Εκείνη ήταν η πιο ντροπιαστική μέρα της ζωής μου όλης και μου δώσατε με τον τρόπο σας ένα ηχηρό μάθημα. Θυμηθήκατε τώρα το περιστατικό κ. Καθηγητά;
-Ναι, ακούγοντάς σε, τα θυμήθηκα όλα. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν θυμάμαι και αυτό είσαι εσύ, γιατί κι εγώ είχα τα μάτια μου κλειστά όταν σας έψαχνα όλους!!!

ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ: Αν πρέπει να ταπεινώσεις κάποιον μπροστά στα μάτια όλων των συμμαθητών του για να τον συνετίσεις, τότε όχι μόνον δεν λέγεσαι εκπαιδευτικός, απλά, δεν είσαι. Τέτοιοι καθηγητές χαράζουν ψυχές και μένουν ανεξίτηλα χαραγμένοι στη μνήμη των μαθητών.

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

Τα χίλια “δεν μπορώ”


Τα χίλια “δεν μπορώ”







Είναι πολλά αυτά που οι περισσότεροι από εμάς δεν μπορούμε να «νιώσουμε», να καταλάβουμε, για ανθρώπους που λειτουργούν διαφορετικά. Υπάρχουν όμως κάποιοι, που μπορούν… ίσως γιατί έχουν την ικανότητα να ακούσουν προσεκτικά. Να, τί ψιθύρισε στο αυτί μιας μητέρας, ένα παιδί στο φάσμα του αυτισμού…


~~~

Μία φορά κι έναν καιρό ήμουν εγώ, ένα μικρό στρουμπουλό μωράκι με καστανά μάτια και μαύρα φουντωτά μαλλιά σαν του σκαντζόχοιρου την γούνα.

Εγώ δεν ήμουν σαν τα άλλα τα μωράκια. Δεν μου άρεσαν τα μάτια των ανθρώπων όπως με κοιτούσαν, πονούσα όταν με παίρναν αγκαλιά, τρόμαζα στους δυνατούς τους ήχους και ή γεύση των φαγητών μου έφερνε αναγούλα. Μου άρεσε μόνο να κοιτώ το φως , να χαζεύω τα λογότυπα από τα παιχνίδια μου και να κρατώ στα χέρια ένα τιμόνι που το γυρνούσα όλη μέρα γύρω γύρω.

Κάθε φορά που κοίταζα τα άλλα τα παιδάκια έψαχνα να βρω τον τρόπο για να παίξω μαζί τους ,να πάω κοντά τους. Μα εγώ δεν ήξερα να παίζω όπως αυτοί, άσε που όλο μιλούσαν και μιλούσαν και δεν καταλάβαινα τίποτα από όσα έλεγαν. Έβλεπα τη μαμά και το μπαμπά μου να με κοιτούν καλά καλά λες και περίμεναν κάτι από εμένα …κάτι που δεν μπορούσα εγώ να καταλάβω. Σιγά σιγά όλοι άρχισαν να με κοιτούν όπως αυτοί. Μα γιατί με κοιτάζουν όλοι έτσι;

Ένα πρωί μαζί με τους γονείς μου πήγαμε σε μία κυρία που έλεγε συνέχεια τι δεν μπορώ να κάνω…δεν μπορεί να μιλήσει, δεν κοιτάζει στα μάτια, δεν ακούει στο όνομα του,δεν τρώει σωστά, δεν κινείται σωστά, δεν πλησιάζει τους ανθρώπους ,δεν πιάνει τη μπάλα ,δεν καταλαβαίνει λέξεις,δεν εκτελεί εντολές, δεν παίζει όπως θα πρεπε. Τα μάτια της μαμάς μου γέμισαν με όλα τα δάκρυα του κόσμου και ο μπαμπάς μου δεν μίλαγε καθόλου. Τελικά είναι πολλά αυτά που δεν μπορώ, πάρα πολλά… Μακάρι να μπορούσα να τους πω ότι μπορώ να θυμηθώ όλες τις ταμπέλες και τις επιγραφές που είδαμε στο δρόμο. Ότι αναγνωρίζω όλα τα γράμματα και όλους τους αριθμούς και ξέρω να αγαπώ όλα τα χρώματα και τα σχήματα των παιχνιδιών μου.

Μέχρι να μεγαλώσω μέτρησα, αμέτρητα δεν μπορώ…τόσα πολλά που άρχισαν πια να μου μιλούν και να πολεμάνε εκείνα που τελικά μπορούσα. Λες και εγώ δεν μπορούσα να χωρέσω πουθενά, ούτε ακόμη και μέσα στην καρδιά της μαμάς μου. Κι όσο κι αν μού ’λεγε πως με αγαπά εγώ μπορούσα να γευτώ τα δάκρυα της.



«Μαμά, αν θα μπορούσα να κάνω όλα αυτά που δεν μπορώ θα με αγαπούσες; »

Δύο φορές την εβδομάδα πηγαίναμε σε μία άλλη κυρία που προσπαθούσε να με μάθει λέξεις. Έκλεινε την πόρτα πίσω μου και με ανάγκαζε να την κοιτώ στα μάτια. Αυτό ήταν κάτι που πραγματικά δεν μπορούσα με τίποτα να το αντέξω. Κι όσο κι αν φώναζα κι αν τσίριζα δεν με ελευθέρωνε κανείς.



Άνοιξε ή πόρτα του μεγάλου σχολείου κι εγώ πάλι να μην καταλαβαίνω τι λένε τα παιδιά και ή δασκάλα. Κι εκείνη θύμωνε και με έβαζε τιμωρία γιατί δεν έκανα αυτά που μου ζητούσε. Όμως για μένα οι λέξεις είναι άπιαστα πουλιά. Είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο που δεν ξέρω από που θα μπορούσα να το πιάσω. Κι έκλαιγε ή μαμά μου γιατί για άλλη μία φορά ήταν πολλά αυτά που δεν μπορούσα.

Όταν άρχισαν δειλά δειλά να γεννιούνται οι λέξεις μου ένιωσα μεγάλη ικανοποίηση. Και για πρώτη μου φορά είδα τα μάτια της μαμάς μου να χαμογελούν τόσο πολύ! Πρέπει να είναι πολύ σπουδαίες τελικά οι λέξεις! Γι αυτό και αποφάσισα να κάνω ότι μπορώ καλύτερο για να τις μάθω. Και τις έμαθα, όχι όπως τις ξέρουν όλοι μα αλλιώς.

Και ήρθε ή ώρα να περάσω άλλη μία μεγάλη πόρτα ,την πόρτα του δημοτικού σχολείου! Κι εκεί αυτά που δεν μπορούσα εγώ να κάνω ήταν αμέτρητα, πιο πολλά κι από τα αστέρια. Ήχοι δυνατοί που δεν με άφηναν να ακούσω εμένα, μυρωδιές περίεργες, βλέμματα ακόμη πιο περίεργα. Ο δάσκαλος συνέχεια μου φώναζε και με τραβολογούσε γιατί τίποτα δεν έκανα σωστά . Ή μαμά μου πάλι έκλαιγε συνέχεια και κάθε μεσημέρι μιλούσε με τον δάσκαλο. Συγνώμη μαμά μου που δεν καταλαβαίνω, που δεν μπορώ ότι και οι άλλοι! Πες του μαμά ότι ξέρω να διαβάζω ήδη, πες του ότι ξέρω όλους τους πλανήτες και πόσα αυτοκίνητα χωράνε στο κουτί μου. Ίσως έτσι δει ότι μπορώ κι εγώ πολλά να κάνω. Μα κανείς δεν μπορούσε να μετρήσει εκείνα που μπορώ , κανείς δεν καταλάβαινε τις λέξεις μου μήτε κι εγώ άκουγα τις δικές τους. Όταν ή μαμά κουράστηκε πια να είναι θλιμμένη άρχισε να αντιμετωπίζει στο δάσκαλο και άρχισε να αγαπάει ότι αγαπώ.

Τα δεν μπορώ μου, δεν ήταν μόνο χίλια, ήταν εκατομμύρια… μακάρι να ‘ρθει ή ώρα να μετρήσουνε εκείνα που μπορώ…

Αν τα μετρήσετε θα δείτε ότι οι άνθρωποι δεν έχουν τα ίδια «δεν μπορώ» και αυτά που αληθινά μπορούν… είναι κι αυτά εκατομμύρια!!!

_______________________

Πηγή: nevronas.gr

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Φραντς Κάφκα – Ποσειδώνας


Φραντς Κάφκα – Ποσειδώνας






O Ποσειδώνας καθόταν στο γραφείο του και λογάριαζε.



Η διακυβέρνηση όλων των υδάτων του κόσμου τον έκανε να δουλεύει ασταμάτητα. Θα μπορούσε να έχει όση βοήθεια ήθελε, και είχε αρκετή, επειδή όμως είχε πάρει πολύ σοβαρά τα καθήκοντά του, λογάριαζε τα πάντα ακόμα μια φορά, κι έτσι κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει ικανοποιητικά. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι του ’κανε κέφι να δουλεύει. Προσπαθούσε να τελειώσει, επειδή ήταν υποχρεωμένος.

Μα φυσικά και είχε προσπαθήσει να βρει μια πιο χαρούμενη εργασία –αυτή ήταν η έκφρασή του– αλλά πάντοτε, όταν του γινόντουσαν διάφορες προτάσεις, γινόταν φανερό ότι τίποτα δεν του ταίριαζε τόσο καλά όσο τα μέχρι τώρα καθήκοντά του. Εκτός αυτού, ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρεθεί κάτι άλλο για κείνον. Ήταν απίθανο να του ανατεθεί μια ορισμένη θάλασσα. Εξάλλου, η δουλειά που θα έκανε τότε δεν θα ήταν απλώς μικρότερη, αλλά ευτελής.

O Μεγάλος Ποσειδώνας δεν μπορούσε ν’ αναλάβει παρά μονάχα μια πολύ υψηλή θέση. Κι αν του πρόσφερε κανείς μια θέση έξω από τα νερά του, και μόνο στην ιδέα αρρώσταινε, η θεϊκή του αναπνοή κοβόταν και το σεβάσμιο στήθος του έτρεμε. Παρ’ όλ’ αυτά κανείς δεν έπαιρνε τις δυσκολίες του στα σοβαρά.

Όταν ένας ισχυρός παραπονείται, πρέπει κανείς, ακόμα και στην πιο απελπιστική κατάσταση, να δείχνει ότι κάνει μια προσπάθεια. Στην πραγματικότητα, κανένας δεν μπορεί να σκεφτεί ν’ απαλλάξει τον Ποσειδώνα από τα καθήκοντά του. Από την αρχή της αρχής ήταν ο Ποσειδώνας ο θεός της θάλασσας κι είναι υποχρεωμένος να παραμείνει, ακόμα κι αν δεν του γουστάρει.

Πιο πολύ απ’ όλα εξοργίζεται –κι αυτό προξενεί κυρίως τη δυσαρέσκειά του σε σχέση με τη θέση του– όταν αντιλαμβάνεται την ιδέα που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, ότι συνέχεια κόβει βόλτες πάνω στα κύματα κρατώντας την τρίαινά του.

Αντί γι’ αυτό, κάθεται στο βυθό του Ωκεανού και λογαριάζει ασταμάτητα. Μονάχα ένα ταξίδι, που έκανε πού και πού για να συναντήσει το Δία, ήταν η μοναδική παύση στη ρουτίνα του, ένα ταξίδι από το οποίο επέστρεφε κάθε φορά εξοργισμένος. Έτσι δεν είχε μπορέσει να δει τη θάλασσα σχεδόν καθόλου, μονάχα όταν βιαστικά πετούσε προς τον Όλυμπο, και ποτέ δεν την είχε ταξιδέψει από τη μια άκρη στην άλλη.

Φρόντιζε να λέει ότι περιμένει την καταστροφή του κόσμου, τότε θα μπορούσε να βρει μια στιγμή ησυχίας, έτσι ώστε λίγο πριν το τέλος, καθώς θα έριχνε μια τελευταία ματιά στους λογαριασμούς, θα μπορούσε να κάνει ένα μικρό ταξιδάκι, μια τόση δα εκδρομούλα.
***

Φραντς Κάφκα – “Η σιωπή των σειρήνων και άλλα διηγήματα” . Μετάφραση Γιώργος Κώνστας . Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Κάθε φορά που εντυπωσιάζεις, αποκτάς κι έναν εχθρό – Διδακτική ιστορία


Κάθε φορά που εντυπωσιάζεις, αποκτάς κι έναν εχθρό – Διδακτική ιστορία






Ο Ισπανός ψυχολόγος και ψυχίατρος Enrique Rojas αναφέρει πως «όσοι νιώθουν ότι αποτελούν αντικείμενο του φθόνου συναδέλφων, συμμαθητών, γειτόνων, φίλων, ακόμα και συγγενών, πρέπει να ξέρουν πως το πιο σημαντικό είναι να προφυλάσσονται, να μην εκτίθενται σε καταστάσεις που προκαλούν και οξύνουν αυτό το συναίσθημα».


Για το τόσο ανθρώπινο ελάττωμα του φθόνου, μια παραδοσιακή ιστορία αναφέρει πως μια φορά ένα φίδι άρχισε να κυνηγάει μια πυγολαμπίδα/Υστερα από τρεις μέρες αδιάκοπης καταδίωξης, χωρίς δυνάμεις πια, η πυγολαμπίδα σταμάτησε και μίλησε στο φίδι:

— Μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση;

— Δε συνηθίζω ν’ ακούω τα θηράματά μου, αλλά μια που θα σε καταβροχθίσω, μπορείς να ρωτήσεις.

— Ανήκω στην τροφική σου αλυσίδα; “Όχι·,

— Σου έκανα κανένα κακό;

— Όχι

— Τότε γιατί θέλεις να με σκοτώσεις; Αφού σκέφτηκε λίγο, το φίδι απάντησε:

— Επειδή δεν αντέχω να σε βλέπω να λάμπεις.

Δεν είναι λίγες οι φορές που προκαλούμε τον φθόνο και την ζήλια των τριγύρων μας και γινόμαστε αποδέκτες μιας άσχημης συμπεριφοράς χωρίς να υπάρχει κάποια προφανή αιτία! Δεν είναι λίγες, επίσης, οι φορές που τα σχόλια των γύρων μας όταν υλοποιούμε αυτά που ονειρευόμαστε, όταν κάνουμε πράξη αυτά που μας εκφράζουν, θα είναι το λιγότερο επικριτικά και το μέγιστο απαξιωτικά.

Και τότε σκεφτόμαστε ότι αυτό που καταφέρνουμε, δεν είναι αποδεκτό και μαλώνουμε άλλη μια φορά τον εαυτό μας για την απερισκεψία μας έστω και να ονειρευτούμε…

Και ξεκινάμε, αδύναμοι, σαν την πυγολαμπίδα, να τρέχουμε μακριά από αυτούς μας επικρίνουν και μας καταδιώκουν, φοβούμενοι την οργή και τα σχόλια που προκαλούν οι πράξεις μας. Θέλει μεγάλο κουράγιο και ψυχικό σθένος να σταματήσουμε να τρέχουμε και να στραφούμε στον θηρευτή μας και να τον αντιμετωπίσουμε κατάματα. Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ανταμοιβόμαστε με μια μεγάλη αλήθεια. Σοκαριστική μεν, αλλά μεγάλη: «Επειδή δεν αντέχω να σε βλέπω να λάμπεις.»

Και τότε συνειδητοποιούμε όχι μόνο το μάταιο αυτού του κυνηγητού αλλά και τον πραγματικό μας εχθρό. Είμαστε αυτοί που είμαστε, λάμπουμε με τον τρόπο που φτιαχτήκαμε να λάμπουμε. Και αυτός από τον οποίο τρέχαμε να ξεφύγουμε δεν ήταν τελικά κανένας άλλος από τον ίδιο μας τον φόβο για την επικριτική στάση του κόσμου. Και όλα αυτά γιατί απλά δεν είχαμε συνειδητοποιήσει πως… λάμπουμε!



Κάθε φορά λοιπόν που κάνουμε κάτι που μας αρέσει, κάτι που μας εκφράζει, κάτι που μας συγκινεί, ας θυμόμαστε ότι αυτό είναι το φως μας και αν εμπιστευόμαστε το πως φαίνεται αυτό το φως στα δικά μας μάτια, δεν έχουμε να φοβηθούμε κανένα κυνηγητό από αυτούς που ενοχλήθηκαν. Πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν… Πάντα θα προσπαθούν να σβήσουν την δική μας λάμψη γιατί απλά δεν γνωρίζουν τον τρόπο να αναδείξουν την δική τους…

Γιατί ο καθένας είναι μοναδικός και δεν μπορεί να λάμψει ποτέ με τον ίδιο τρόπο που λάμπει ο διπλανός του…

_______________________

~ Ο Enrique Rojas είναι καθηγητής Ψυχιατρικής και Ιατρικής Ψυχολογίας στη Μαδρίτη, και Πρόεδρος του Ιδρύματος Rojas-Estapé για τους υποβαθμισμένους νέους με διαταραχές της προσωπικότητας.

Πηγή:anthologion.gr

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Πώς προέκυψε η φράση: «Όποιον πάρει ο Χάρος»


Πώς προέκυψε η φράση: «Όποιον πάρει ο Χάρος»






Αρκετές φράσεις, οι οποίες ακούγονται μακάβριες και ίσως και απόκοσμες, όπως το «Όποιον πάρει ο Χάρος», βρίσκονται σε καθημερινή διάταξη στο λεξιλόγιό μας. Και μπορεί να θεωρούμε ότι έτσι απλά… προέκυψαν, ή ότι κάποιος τις είπε και έκτοτε τις υιοθετήσαμε. Παρόλα αυτά, μια διεξοδική αναζήτηση στην ελληνική λαογραφία θα αποδείξει πως τίποτα τελικά δεν είναι και τόσο τυχαίο…

Πως προέκυψε, λοιπόν, η πασίγνωστη φράση «Όποιον πάρει ο Χάρος»»;

~~~~~~

Ο Θεός έστειλε µια φορά τον Χάρο να πάρει την ψυχή µιας πεντάµορφης κοπέλας. Η κοπέλα έπεσε στα πόδια και τον παρακαλούσε, ο Χάρος λύγισε ,της χάρισε τη ζωή και γύρισε στον Θεό µε άδεια χέρια.

Θύµωσε ο Θεός για την παρακοή του Χάρου, του έδωσε ένα χαστούκι και τον κούφανε, να µην ακούει πια θρήνους και µοιρολόγια και λυπάται.

Τον έστειλε άλλη φορά να πάρει την ψυχή ενός λεβεντονιού. Και µόνο που τον είδε ο Χάρος σπάραξε η καρδιά του, άφησε τον λεβεντονιό να χαρεί τη νιότη και την οµορφιά του και γύρισε πάλι στον Θεό µε άδεια χέρια.

Καινούργιο χαστούκι του Θεού και ο Χάρος απόµεινε για πάντα στραβός.

Από τότε ο Χάρος έγινε σκληρός και αδυσώπητος , παίρνει στην τύχη όποιον βρει µπροστά του, νέο ή γέρο, όµορφο ή άσχηµο, πλούσιο ή φτωχό και οδηγεί την ψυχή του στο υπόγειο βασίλειό του, τον Άδη ή Κάτω Κόσµο.

_______________________

~ Από το βιβλίο του Γιώργου Αλβανού « Το χωριό µου Βασιλικά Λέσβου »

Πηγή: dogma.gr

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ιμμάνουελ Καντ – Μια βαθιά μοναξιά είναι υπέροχη, αλλά εμπνέει τρόμο


Ιμμάνουελ Καντ – Μια βαθιά μοναξιά είναι υπέροχη, αλλά εμπνέει τρόμο







Θα δώσω μόνο ένα παράδειγμα του ευγενούς τρόμου που μπορεί να εμπνεύσει η εικόνα της απόλυτης μοναξιάς παραθέτοντας μερικά αποσπάσματα από το ονειροπόλημα του Carazan*




Ο φιλάργυρος αυτός όσο έβλεπε την περιουσία του να μεγαλώνει, τόσο γινόταν ανάλγητος απέναντι στον πλησίον του. Αλλά, ενώ έσβηνε η αγάπη του για τους ανθρώπους, ο θρησκευτικός του ζήλος δεν έπαυε να αυξάνει. Μετά από αυτήν την ομολογία, ο Carazan συνεχίζει:

«Ένα βράδυ που έκανα τους λογαριασμούς μου και υπολόγιζα τα κέρδη μου, αποκοιμήθηκα κάτω από το φως της λάμπας. Και είδα τον άγγελο του θανάτου να χιμάει πάνω μου και μέσα στη στροφοδίνη του να μου καταφέρνει ένα τρομερό χτύπημα πριν να προλάβω να ζητήσω έλεος. Το αίμα μου πάγωσε όταν αντιλήφθηκα ότι η απόφαση είχε ληφθεί και ότι δεν μπορούσα να προσθέσω πλέον τίποτε στο καλό, ούτε να αφαιρέσω τίποτε από το κακό που είχα κάνει. Με οδήγησαν μπροστά στο θρόνο αυτού που ενοικεί στον τρίτο ουρανό. Λαμπερό άστρο μου απηύθυνε τούτο το λόγο:

«Carazan, ο θεός απορρίπτει τη λατρεία που του απέδωσες. Σφάλισες την καρδιά σου στην αγάπη των ανθρώπων και με σιδερένιο χέρι διαφύλαξες τους θησαυρούς σου. Έζησες μόνο για σένα, θα ζήσεις μόνος αιωνίως, στερημένος κάθε κοινωνίας με την υπόλοιπη δημιουργία».

Εκείνη τη στιγμή, παρασύρθηκα από μια αόρατη δύναμη διατρέχοντας το περίλαμπρο οικοδόμημα της δημιουργίας. Σύντομα, είχα αφήσει πίσω μου αναρίθμητους κόσμους. Καθώς πλησίαζα το πέρας της φύσης, παρατήρησα ότι οι σκιές του ατέρμονου κενού έπεφταν μπροστά μου μέσα στην άβυσσο. Ένα τρομακτικό βασίλειο σιωπής και μοναξιάς, μια αιώνια νύχτα! Κυριεύτηκα από έναν ανείπωτο τρόμο. Τα τελευταία άστρα φαίνονταν πλέον ανεπαίσθητα, ήμουν βυθισμένος στο έσχατο σκότος.

Η αγωνία του θανάτου μεγάλωνε από στιγμή σε στιγμή, όσο απομακρυνόμουν από τον τελευταίο κατοικημένο κόσμο. Και σκέφτηκα, πλημμυρισμένος από μια απέραντη απελπισία, ότι, αγόμενος δέκα χιλιάδες φορές στη διάρκεια δέκα χιλιάδων χρόνων πέρα από τα σύνορα της δημιουργίας, θα συνέχιζα, χωρίς βοήθεια, ούτε ελπίδα επιστροφής, να βυθίζομαι σ’ αυτή την ατέλειωτη νύχτα ….



Μέσα στην σκοτοδίνη μου, έτεινα τα χέρια μου προς κάποιο αντικείμενο της πραγματικότητας τόσο ζωηρά που ξύπνησα.

Έτσι έμαθα να εκτιμώ τους ανθρώπους· γιατί, μέσα σ’ αυτή την ερημία, και τον πιο ταπεινό απ’ αυτούς, που μέσα στην αλαζονεία της ευτυχίας μου είχα απωθήσει, τον προτιμούσα απ’ όλους τους θησαυρούς της Γολκόνδης”

*(Brem. Magazin, τόμος IV, σελ. 539).
***

Την πολύ ωραία ιστορία αυτή μπορείτε να τη βρείτε στις σημειώσεις του βιβλίου του Ιμμάνουελ Καντ “To αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου”;

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Το κελάδημα της Τσίχλας--Κώστας Βάρναλης


Κώστας Βάρναλης – Το κελάδημα της Τσίχλας








Τσίχλα την παρομοιάζανε στο χωριό την Αννούλα. Κ’ έζησε και πέθανε τσίχλα. Είτανε μιας μπουκιάς ανθρωπάκι. Αδύνατη, με ψιλά κανιά δίχως βάρος, πετούμενη. Δεν περπατούσε — πήδαγε κ’ έτρεχε.



Αλλά για ποιο χωριό μιλάμε;

Για εν από κείνα τα βουνίσια, που σκαρφαλώνουνε στην πλαγιά τού βουνού κ’ είναι όλα τα ίδια. Όμορφα, μα φτωχά και μίζερα κι’ αφημένα στην τύχη τους κι από θεούς κι ανθρώπους.

Μια ρεματιά στην κατηφοριά με τις κόκκινες ροδοδάφνες και μια γιδόστρατα, πού φέρνει μες από το δάσος των πέφκων στην κορφή τού βουνού. Τόσο απόμερο, ξεχασμένο χωριό, πού σχεδόν είχε κι αυτό ξεχάσει τ’ όνομα του.

Δεν τού χρειαζότανε, λες και του πέφτε βάρος.

Αλλ’ όσο τους λείπουνε των μικρών αφτιών χωριών πολιτισμός, φροντίδα και χορτασιά, τόσο τους περισσέβ’ η ψυχή. Ψυχή του λαού!

Είμαστε στον τελευταίο χρόνο της Κατοχής.

Το χωριό, πού λέμε, βρισκότανε στα σύνορα των δύο Ελλάδων: της λέφτερης και της συνεργαζομένης. Αλλά προς τα εδώ.

‘Ένα γερμανικό φυλάκιο προσπαθούσε με τους ναζήδες τους δικούς του και τους τσολιάδες τους «δικούς» μας να μποδίζει τη λεφτεριά να κατέβει απ’ την κορυφή του βουνού προς τα κάτου – στον κάμπο. Γιατί κει ψηλά στην κορυφή του βουνού είχανε φωλιάσ’ οι αγωνιστές του έθνους κ’ ετοιμάζανε «καλά Χριστούγεννα», για τους εχθρούς.

Με την απελευθερωτική επιτροπή του χωριού είχανε συχνή επαφή. Αλλά πώς; Μέσον της Τσίχλας. Είτανε κόρη μιας φτωχιάς χηρεβάμενης τού χωριού, πού ο άντρας της σκοτώθηκε στην Αλβανία. Οχτώ με δέκα χρονών η Τσίχλα. Μα γεμάτη φωνή, ξυπνάδα και μίσος εναντίον των εχθρών. Και σβέλτη και μπασμένη στη ζωή — σαν ώριμο πλάσμα — κι αδείλιαστη.



Καιρός καλός στα τέλη του Δεκέμβρη. Ήλιος και στέγνη — μα και κρύο τσουχτερό.

Η Τσίχλα μαζί μ’ άλλα παιδιά (τα σκολειά κλισμένα) έβγαιναν έξω απ’ το χωριό σ’ ένα πλάτωμα προς το ρέμα και παίζανε μπροστά στα μάτια των Γερμανών και των τσολιάδων.

Παίζανε τόπι.

Η Τσίχλα, πάνου στο φούντωμα του παιχνιδιού, τίναζε το τόπι όσο μπορούσε μακρύτερα προς το ρέμα κ’ ύστερις έτρεχε, όσον μπορούσε πιότερο, να το φτάσει.

Το τόπι κυλούσε κάτου στη ρεματιά κ’ η Τσίχλα κυλούσε κι αυτή.

Όχι πολύ ψηλά, μέσα στο δάσος την περιμένανε κατά το μεσημέρι, κάθε μέρα δύο αντάρτες. Τους έδινε το μήνυμα γραμμένο ή στοματικά της ’Επιτροπής και ξαναγυρνούσε πίσω λαχανιασμένη (για να μην αργήσει) με το τόπι στα χέρια! Αλλ’ αυτό το ταχτικό χάσιμο της Τσίχλας μέσα στο δάσος πονήρεψε τούς «εχθρούς» ξένους και δικούς.

—Πρέπει να ιδούμε τί τρέχει, με τρόπο — γιατί το μωρό είναι πολύ πονηρό.

Αλλά δεν χρειάστηκε τρόπος. Ο Πρόεδρος του χωριού, δεξί χέρι τω Ναζιών, έκανε την τελευταία του υπηρεσία «προς την πατρίδα». Τους πληροφόρησε τί συμβαίνει.

Όταν την άλλη μέρα, παραμονή των Χριστουγέννων, η Τσίχλα ξανάκανε το «παιχνίδι» της, τρέξανε πίσω από το τόπι ναζήδες και «δικοί», σταματήσανε το τόπι, τη σταματήσανε κι αφτήνε. Και την ψάξανε.

Βρήκανε χωμένο μέσα στα μαλλιά της ένα χαρτάκι.

—Έλα δα, πουλάκι μου, τη ρώτησε ο πρόεδρος. Ποιος σου το΄δωσε τούτο;

-—Μόνη μου το’γραψα.

—Και τί ξέρεις εσύ από τέτοια πράματα;

—Όλοι μας ξέρουμε.

—Και τί άλλο «παιχνίδι» ξέρεις;

—Όλα. Και να τρέχω. Και να πηδώ. Και να τραγουδώ. Να σκαρφαλώνω στα δέντρα να καρπολογώ και να πιάνω πουλάκια στις φωλιές τους.

—Για σκαρφάλωσε σ’ αφτήνε την ελιά να ιδούμε;

Η Τσίχλα βρέθηκε σ’ ένα λεπτό πάνω στο δέντρο.

—Ξέρεις, είπες, να τραγουδάς. Για πες μας κανένα «σκοπό» ν’ ακούσουμε; Ότι σου αρέσει.

Κ’ η Τσίχλα με λαγαρή παιδιάστικη φωνή κελάηδησε:

—«Μαρ’ είν’ η νύχτα στα βουνά…» (Αφτό το τραγούδι είτανε τότες το πιο συνηθισμένο τραγούδι των σκλαβωμένων Ελλήνων.

Μπαμ!, μπάμ!, μπάμ!…

Οι Γερμαναράδες κ’ οι τσολιάδες τη βάλανε στο σημάδι και τη σκοτώσανε σα πουλί. Και το πουλί σωριάστηκε χάμου, μιας φούχτας σώμα κι απέραντη -ψυχή. Η ψυχή όλης της Ελλάδας.

Περασμένα μεσάνυχτα, την ώρα πού οι καμπάνες διαλαλούσανε τη γέννηση του «Σωτήρος», πέσανε στο χωριό οι αντάρτες — και ναζηδες και «δικοί» κι ο πρόεδρος πλήρωσαν με τη ζωή τους το αναντρό τους έγκλημα.

Κ’ υστέρα;

‘Ύστερα από ένα χρόνο η «’Ελευθερία» είχε κυνηγηθεί στεριάς και πελάου απ’ ολην την Ελλάδα. Αλλά κάθε Χριστούγεννα, μετά τα μεσάνυχτα, οι χαρούμενοι αντίλαλοι της καμπάνας δεν μπορούνε να πνίξουνε το θλιβερό κελάηδημα της Τσίχλας και το κλάμα της Πατρίδας…
***

O Κώστας Βάρναλης (26 Φεβρουαρίου 1884 – 16 Δεκεμβρίου 1974) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, ποιητής και δημοσιογράφος. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Τιμήθηκε το 1959 με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Λίγο πριν πεθάνεις…

Λίγο πριν πεθάνεις…







Ο παππούς μου ήταν φυσικός. Ήταν και 96 χρονών. Όταν τον ρωτούσαν πόσων χρονών είναι απαντούσε «χοντρικά… λίγο πριν πεθάνω». Το καλύτερο είναι ότι χαμογελούσε όταν το ‘λεγε. Γνήσια, όχι μ’ αυτό το χαμόγελο-μορφασμό-κάλυμμα τρόμου.



Ο παππούς μου χώρισε από τη γιαγιά μου όταν ήταν 75 χρονών. Όχι γιατί βρήκε γκόμενα αυτός. Όχι επειδή βρήκε γκόμενο η γιαγιά. Χώρισε γιατί δεν ήθελε να πηγαίνει εκδρομές σε μοναστήρια μαζί της. Σιχαινόταν επίσης τις φίλες της, που αφού γλεντοκόπησαν με συζύγους και εραστές στις Μυκόνους και τα Καζίνα της Ευρώπης, αποφάσισαν να κάνουν πλέον Πάσχα στον πανάγιο τάφο μόνο και μόνο γιατί φοβήθηκαν ότι έχουν πάρει την άγουσα για τον δικό τους τον τάφο.


«Αυτές παιδί μου είναι συνηθισμένες να τα ρυθμίζουν όλα ζητώντας ρουσφέτια από τους βουλευτάδες τους»,

μου είπε τότε.


«Ε, δεν μπορώ να τις βλέπω να μετατρέπουν και το θεό σε βουλευτή. Ανάβουν κεριά, κάνουν τάματα, φτιάχνουν φανουρόψωμα, φιλάνε οστά και κάρες αγίων, γιατί αυτή τη φορά είναι γιγάντιο το ρουσφέτι: ρετιρέ στον παράδεισο. Καλύτερα μόνος μου.»

Και πράγματι. Έζησε άλλα 20 χρόνια καλύτερα μόνος του. Ο θεός του έδωσε υγεία – ίσως επειδή δεν το ζήτησε φιλώντας στα ξεκούδουνα την κάρα του Αγίου Μηνά. Επισκεύασε και αποσύρθηκε στο σπίτι της μάνας του σ’ ένα χωριό με δέκα σπίτια κάπου στη νότια Πίνδο.

Το πρωί έκανε μια μεγάλη βόλτα στο βουνό και μετά διάβαζε, έφτιαχνε το φαγάκι του και έπαιρνε ένα υπνάκι. Το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο-μπακάλικο-ταβέρνα-πρόχειρο ιατρείο και συναντούσε τους άλλους 16 κατοίκους του χωριού. Έπιναν το κρασάκι που έφερνε αυτός (είχε τρελές προμήθειες σαββατιανού που ήταν η αδυναμία του), έτρωγαν ομελέτα με αυγά απ’ το κοτέτσι της κυρά Μάγδας και μανιτάρια που μαζεύει ο ανιψιός του Θωμά. Μετά το τρίτο ποτηράκι παίζανε μπιρίμπα ή τάβλι.

Όταν ο παππούς ήταν στα μεγάλα κέφια του τους εξηγούσε τους νόμους που διέπουν τον κόσμο μετά παραδειγμάτων. Η αντοχή των υλικών λ.χ. εξηγήθηκε με το διαζύγιό του.


«Μαλώνεις, μαλώνεις για χρόνια και νομίζεις ότι δεν πειράζει. Τα βρίσκεις και συνεχίζεις. Όμως η σχέση έχει κουραστεί. Και όταν μια μέρα ξαφνικά χωρίζεις, απορείς αφού δεν έγινε τίποτα σπουδαίο. Αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ένα σπουδαίο. Η καταπόνηση για χρόνια κάποια στιγμή θα φέρει το σπάσιμο. Έτσι και το πανί που το βλέπει ο ήλιος καθημερινά κάποια στιγμή ξαφνικά θα διαλυθεί».

Μετά γυρνούσε σπίτι του, διάβαζε λίγο ακόμα και πήγαινε για ύπνο. Ήταν ήρεμος κι ευτυχισμένος. Η μόνη με την οποία μιλούσε στην οικογένεια ήμουν εγώ. Χτες με ειδοποίησε η κυρά Μάγδα ότι δεν είναι καλά. Πέταξα κι έφτασα δίπλα του σε μισή μέρα. Όταν μπήκα σπίτι του τον βρήκα στο κρεβάτι χάλια αλλά με καθαρές ριγέ μπυτζάμες, τριζάτα σεντόνια, μια κούπα χαμομήλι και ένα βιβλίο στο χέρι. Χαμογέλασε με όλο του το μούτρο όταν με είδε. Και μετά με μάλωσε που άφησα τις δουλειές μου και ήρθα.



-Τι κάνεις παππού; τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω άτσαλα την αγωνία μου.

-Προσπαθώ να καταλάβω ποιες από τις 8 άγνωστες διαστάσεις του σύμπαντος είναι η πιο ωραία για να μετεγκατασταθώ, μου είπε και ανέμισε το βιβλίο. Το πήρα στα χέρια μου. Ήταν ένα βιβλίο που ανέλυε τη θεωρία των υπερχορδών, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της οποίας υπάρχουν, όπως μου εξήγησε, παράλληλα σύμπαντα αόρατα για μας που ζούμε στις τρεις διαστάσεις.

-Σοβαρά τώρα παππού, λες να αληθεύει αυτό; Λες να είμαστε κλεισμένοι σε μια γυάλα σαν ψάρια και να νομίζουμε ότι αυτό είναι όλο, ενώ έξω είναι το σπίτι, η πόλη, ο κόσμος, ο γαλαξίας; Λες να είμαστε κοντόφθαλμοι σαν χρυσόψαρα;

-Θα σου πω σε λίγο μετά λόγου γνώσεως, μου είπε και γέλασε περιπαικτικά. Με ξέρεις εμένα τι ψαχτήρι είμαι. Θα βρω τρόπο, θα βρω ταχυδρόμο με άδεια κυκλοφορίας μεταξύ συμπάντων και θα σε ειδοποιήσω. Υπόσχεση!

Σκάσαμε στα γέλια και αγκαλιαστήκαμε. Το βράδυ πέθανε ήσυχα στον ύπνο του. Και ξαφνικά κατάλαβα τι θα πει ακριβώς «θανάτω θάνατον πατήσας» και τον ζήλεψα.

Καλό ταξίδι παππού. Θα χω το νου μου για τον ταχυδρόμο σου…
***

Το κορίτσι του διπλανού portal

Πηγή: Protagon

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ο νέγρος “λαθροχειρούργος” Dr. Hamilton Naki


Ο νέγρος “λαθροχειρούργος” Dr. Hamilton Naki







Ο Ηamilton Naki, ένας Νοτιοαφρικανός νέγρος 78 ετών, πέθανε τον Μάη του 2005. Το νέο, δεν γράφηκε στις εφημερίδες, αλλά η ιστορία του, είναι μια από τις πιο καταπληκτικές του 20ου αιώνα.



Ο Νaki ήταν ένας μεγάλος χειρουργός!

Ήταν εκείνος που αφαίρεσε από το σώμα της δωρήτριας την καρδιά, που στη συνέχεια, μεταμοσχεύθηκε στον Louis Washkanky το 1967, στην Πόλη του Ακρωτηρίου, στην Νότιο Αφρική, κατά την διάρκεια της πρώτης επιτυχημένης εγχείρησης μεταμόσχευσης ανθρώπινης καρδιάς (το συγκεκριμένο γεγονός πάντως αμφισβητείται)

Ήταν μια εργασία, πολύ λεπτή. Η καρδιά, έπρεπε να αφαιρεθεί με πολλή προσοχή και να διατηρηθεί με μέγιστη φροντίδα. Ο Νaki, ήταν το δεύτερο κατά σειρά πιο σημαντικό μέλος της ομάδας, που έκανε την πρώτη μεταμόσχευση της ιστορίας.Αλλά δεν ήταν δυνατόν να εμφανιστεί δημόσια, γιατί ήταν νέγρος. Στην χώρα του apartheid.


Christian Barnard

Ο επί κεφαλής της ομάδας, ο λευκός Christian Barnard, γίνεται αμέσως διασημότητα. Μα ο Hamilton Naki, δεν μπορεί να παραστεί στην φωτογραφία της ομάδας. Όταν από λάθος εμφανίζεται σε μία, το νοσοκομείο σπεύδει να δηλώσει πως είναι ένας υπηρέτης-καθαριστής.

Άρχισε να εργάζεται καθαρίζοντας αίθουσες. Ήταν όμως τύπος περίεργος και μάθαινε ταχύτατα. Έμαθε την τεχνική της χειρουργικής, παρακολουθώντας τους λευκούς γιατρούς, να πειραματίζονται στις μεταμοσχεύσεις, πάνω σε σκύλους και χοίρους.

Ο Naki φορούσε τον σκούφο και την μάσκα του χειρουργού, αλλά δεν είχε σπουδάσει ποτέ ιατρική ή χειρουργική: είχε εγκαταλείψει το σχολείο στα 14 του. Ήταν ο κηπουρός της Ιατρικής Σχολής της Πόλης του Ακρωτηρίου.



Γίνεται τόσο καταπληκτικός χειρουργός, που φτάνει στο σημείο να του ζητήσει ο Dr. Barnard να γίνει μέλος της ομάδας του. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: σύμφωνα με τους Νοτιοαφρικανικούς νόμους, ο Naki, σαν νέγρος, δεν μπορεί να χειρουργήσει λευκούς ή να αγγίξει το αίμα τους.

Μα το νοσοκομείο τον θεωρούσε τόσο δεξιοτέχνη και άξιο, που έκανε για εκείνον μια εξαίρεση. Τον «μεταμόρφωσε» σε χειρουργό… Αλλά …«λαθραίο». Αλλά, εκείνος, δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτό. Συνέχισε να σπουδάζει και να δίνει τον καλύτερο εαυτό του,ανεξάρτητα από την φυλετική διάκριση που υφίστατο.

Ήταν ο καλύτερος. Έκανε μαθήματα στους λευκούς φοιτητές, αλλά ο μισθός του αντιστοιχούσε σ’ αυτόν, ενός τεχνικού εργαστηρίου: ήταν ο μεγαλύτερος μισθός, που το νοσοκομείο μπορούσε να δώσει σε έναν νέγρο.

Ζούσε σε μία παράγκα, σε ένα ghetto της περιφέρειας, χωρίς ηλεκτρισμό και τρεχούμενο νερό, όπως άρμοζε σε έναν νέγρο.

Ο Hamilton Naki δίδαξε χειρουργική για 40 χρόνια και συνταξιοδοτήθηκε με την ιδιότητα του κηπουρού, με μηνιαία σύνταξη (!!!) 275 δολαρίων.

Όταν το apartheid καταργήθηκε, του προσέφεραν ένα παράσημο και τον τίτλο του επίτιμου ιατρού (honoris causa). Ουδείς, γνωστοποίησε ή υπογράμμισε, τις αδικίες και ταπεινώσεις που υποχρεώθηκε να υπομένει κατά τη διάρκεια της ζωής του. Παρά την «λαθραιότητα» και τις φυλετικές διακρίσεις που υπέστη, δεν σταμάτησε ποτέ, να δίνει τον καλύτερό του εαυτό:

Την αγάπη του στο να βοηθά τους άλλους να ζήσουν.

Dr. Naki, για ότι έκανες για την ανθρωπότητα,υπεράνω κάθε προσωπικού σου συμφέροντος, σε ευχαριστώ.
***

Μετάφραση από τα Ιταλικά: Διονύσιος Σπηλιωτόπουλος

Πηγή: agonaskritis

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Και τα παιδιά; – Γιάνους Κόρτσακ


Και τα παιδιά; – Γιάνους Κόρτσακ







Λέτε: “Είναι κουραστικό να συναναστρέφεσαι παιδιά”
Έχετε δίκιο.
Προσθέτετε:




“Γιατί πρέπει να κατέβεις στο επίπεδό τους, να χαμηλώσεις, να σκύψεις, να λυγίσεις, να γίνεις μικρός”
Εδώ σφάλλετε.
Δεν είναι αυτό που κουράζει πιο πολύ.
Φταίει μάλλον που είστε υποχρεωμένοι
Να φτάσετε στο ύψος των συναισθημάτων τους.
Να τεντωθείτε, να μακρύνετε, να σηκωθείτε στις μύτες των ποδιών.
Για να μην τα πληγώσετε.
(Γιάνους Κόρτσακ)

Αυτός, ο σπουδαίος παιδαγωγός (1879-1942), εγκατέλειψε το επάγγελμα του γιατρού για να γίνει δάσκαλος. Η απόφασή του αυτή είχε σαν βάση την πεποίθησή του ότι για την αντιμετώπιση των παιδικών προβλημάτων δεν αρκεί μια ιατρική αντιμετώπιση των συμπτωμάτων τους, αλλά απαιτείται από τους ενήλικες ριζική αλλαγή στάσης απέναντι στα παιδιά.



Όταν ήταν μικρός, ήταν ένα ήσυχο μοναχικό παιδί, που υπέφερε από την ψυχρή και αυστηρή ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο οικογενειακό του περιβάλλον. Μπορούσε να παίζει ώρες ολόκληρες μόνος του και να αρκείται στις προσωπικές παρατηρήσεις και ονειροπολήσεις. “Ένας ονειροπόλος” συνήθιζε να λέει ο πατέρας του, “ένας φιλόσοφος” διαπίστωνε η γιαγιά του.

Έκανε μεγάλες σκέψεις για μικρά πράγματα εισπράττοντας όμως την αποδοκιμασία του πατέρα του. “


Ο πατέρας μου με χαρακτήριζε βλάκα, ανόητο και, όταν θύμωνε, ηλίθιο και γάιδαρο. Μόνο η γιαγιά πίστευε στο άστρο μου. Διαφορετικά, για τον πατέρα μου ήμουν τεμπέλης, κλαψιάρης, ηλίθιος και άχρηστος”.

Ίδρυσε ορφανοτροφείο, εργαζόταν ως συμβασιούχος στο πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων και θεατρικών έργων και ως παραγωγός μια δημοφιλούς ραδιοφωνικής εκπομπής. Το βασικό παιδαγωγικό του έργο είχε τίτλο “Πώς ν’ αγαπάς ένα παιδί” και το δεύτερο σημαντικότερο, “Το δικαίωμα του παιδιού στο σεβασμό”.

Είναι αυτός, που έγραψε το διήγημα “όλα τα δάκρυα είναι πικρά” και ο οποίος ισχυριζόταν πως όποιος δεν μπορεί να το αντιληφθεί αυτό δεν μπορεί να είναι παιδαγωγός.

Τον Οκτώβριο του 1940, κατά τη χιτλερική κατοχή της Πολωνίας, υποχρεώθηκε να μεταφέρει το ορφανοτροφείο του, εντός των τειχών του γκέτο της Βαρσοβίας. Έζησε εκεί με “τα παιδιά του” μέχρι την 5η Αυγούστου του 1942, όταν ήρθε η σειρά τους να εκτοπιστούν στο στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα και να θανατωθούν μαζικά στους θαλάμους αερίων.

Μολονότι του προσφέρθηκε η δυνατότητα να δραπετεύσει, ακόμη και την τελευταία στιγμή στην αποβάθρα των τραίνων, αρνήθηκε να το πράξει. Ο θρύλος λέει πως εκεί τον αναγνώρισε ένας γερμανός αξιωματικός ο οποίος είχε, όταν ήταν παιδί, διαβάσει τα βιβλία του. Αυτός ο αξιωματικός του είπε πως μπορεί να μην ανέβει στο τραίνο και πως δεν ισχύει γι’ αυτόν η διαταγή επιβίβασης.



“Και τα παιδιά;” ρώτησε ο Κόρτσακ.

“Τα παιδιά θα ανέβουν” απάντησε ο αξιωματικός.

Η απάντηση του Κόρτσακ είναι κάτι ως απόφθεγμα-στάση ζωής, για κάθε άνθρωπο που γνωρίζει την ιστορία αυτού του σπουδαίου δασκαλου:


“Απατάσθε κύριε! Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι, παλιάνθρωποι”

είπε και ανέβηκε μαζί με τα παιδιά στο τραίνο.
***

Γράφει ο Tasos Papanastasiou

Ο Γιάνους Κόρτσακ (Janusz Korczak) ήταν Πολωνός παιδίατρος, παιδαγωγός, συγγραφέας, δημοσιογράφος, κοινωνικός ακτιβιστής και αξιωματικός του πολωνικού στρατού. Το πραγματικό του όνομα ήταν Χένρυκ Γκόλντσμιτ (Henryk Goldszmit), επίσης γνωστός και ως ο Γερο-δόκτωρ ή ο Κύριος δόκτωρ. Γεννήθηκε στις 22 Ιουλίου 1878 ή 1879 στη Βαρσοβία και πέθανε στις 5 Αυγούστου 1942 στο στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα.

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ο Κέλογλαν --Ναζίμ Χικμέτ


Ναζίμ Χικμέτ – Ο Κέλογλαν






Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Κέλογλαν που ζούσε με τη μάνα του. Ήτανε άνθρωποι φτωχοί. Ο Κέλογλαν δούλευε Από το πρωί ίσαμε το βράδυ, μα με τα λεφτά που ’βγάζε δεν μπορούσε ν’ αγοράσει ούτε ένα καρβέλι ψωμί. Αν δεν τους βοηθούσανε οι γειτόνοι μάνα και γιός θα πέθαιναν της πείνας.



Μια μέρα ένας γείτονας δίνει στον Κέλογλαν ένα τσεκούρι και μια τριχιά και τού λέει:

– Κέλογλαν, τράβα στο βουνό να κόψεις ξύλα να τα πουλήσεις στο παζάρι. Με τα λεφτά που θα πάρεις θα θρέψεις τη μάνα σου και τον εαυτό σου, κι αν όλα πάνε καλά μπορείς να παντρευτείς και την κόρη του βασιλιά.

Ο Κέλογλαν ευχαρίστησε τον γείτονα, έβαλε στο σακούλι του το μισό καρβέλι που του είχε περισσέψει από το βράδυ, και με το τσεκούρι κάτω από τη μασχάλη και το σκοινί στον ώμο τράβηξε για το βουνό.

Σαν έφτασε στην κορφή του βουνού έφτιαξε μια καλύβα καταμεσής στο δάσος για να περνάει τις νύχτες του. Ύστερα άρχισε να κόβει ξύλα. Μια μέρα, δυό μέρες, τρεις μέρες έκοβε και στοίβαζε ξύλα ο Κέλογλαν στο βουνό.

Στους έξι μήνες πάνω, έκανε 5 φορτώματα και πήγε σε έναν έμπορο και του λέει για κάθε φόρτωμα  θέλω μια χρυσή!

Ο έμπορας δέχτηκε. Πήρε πέντε φορτώματα κι έδωσε πέντε χρυσές. Με τις χρυσές στο χέρι, ο Κέλογλαν παίρνει το δρόμο του γυρισμού και έχει στο μυαλό τη μάνα του:

– Μάνα μάνα, θα της πει, να πέντε χρυσές. Με τη μια να ψωνίσεις φαγώσιμα για το σπίτι, με την άλλη ρούχα να ντυθείς. ‘Ύστερα τράβα στο παλάτι και ζήτα την κόρη τού βασιλιά για γυναίκα μου.



Μα καθώς πήγαινε και σκεφτότανε όλα αυτά, συνάντησε κάποιον που ήταν έτοιμος να πνίξει μια γάτα.

– Μη μπάρμπα, μη την πνίξεις τη γατούλα. Πούλησέ την μου και θα σου δώσω όσα μου ζητήσεις.

– Μια χρυσή, του λέει εκείνος, και η γάτα είναι δική σου.

Δίνει τα λεφτά ο Κέλογλαν, παίρνει τη γάτα από τα χέρια του και την αφήνει ελεύθερη. Μα εκείνη δεν έλεγε να φύγει από κοντά του.

Έτσι, μπρος αυτός πίσω ή γάτα, στον δρόμο για την πολιτεία ανταμώσανε ένα γέρο. Τούτος κρατούσε ένα σκυλί κι ήτανε έτοιμος να το σκοτώσει.

– Μη το σκοτώσεις το σκυλί μπάρμπα, του λέει ο Κέλογλαν. Πούλησέ το μου και θα σού δώσω όσα θέλεις.

– Δύο χρυσές, τού λέει ο γέρος, και ο σκύλος χάρισμά σου.

Τώρα, πίσω από τον Κέλογλαν μαζί με τη γάτα έτρεχε και ο σκύλος. Καθώς πήγαιναν, αντάμωσαν μια γριά που ήθελε να σκοτώσει ένα φίδι. Με δύο χρυσές γλίτωσε και το φίδι. Ο Κέλογλαν σκεφτόταν: Ό κόπος μου έξι μηνών πήγε χαμένος. Μά δέν βαριέσαι, μέ πέντε χρυσές γλίτωσα τρεις ζωές.

Εκείνη τη στιγμή ακούει το φίδι να του λέει:

– Άνθρωπέ μου σου χρωστάω τη ζωή μου. Θα σού κάνω κι εγώ ένα καλό να το θυμάσαι όσο ζεις. Εγώ που με βλέπεις δεν είμαι φίδι. Είμαι γιός του βασιλιά των Ξωτικών. Άντε να πάμε στον πατέρα μου να του ζητήσεις ότι θέλεις. Μα όταν βρεθείς μπροστά του, να του ζητήσεις τη σφραγίδα πού ’χει κάτω από τη γλώσσα του. Αν σου τη δώσει έχει καλώς, αν δεν σου τη δώσει μη γυρέψεις τίποτα άλλο. Κατάλαβες;

– Κατάλαβα απαντάει ο Κέλογλαν.

Και το φίδι:

– Η χώρα μας είναι πολύ μακριά Από Εδώ, του λέει. Περπατώντας δεν φτάνουμε ούτε σε δέκα χρόνια. Έλα, ανέβα στη ράχη μου να φτάσουμε γρήγορα.

Προτού τελειώσει τον λόγο του το φίδι τινάζεται και γίνεται με μιας άλογο.

Ο Κέλογλαν πηδάει στην πλάτη του άλογου και από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε στο παλάτι του βασιλιά των Ξωτικών.

Στην αυλή του παλατιού, το άλογο τινάζεται πάλι και γίνεται ένα πανέμορφο παλικάρι. Πήρε από το χέρι τον Κέλογλαν και τον παρουσίασε στον βασιλιά πατέρα του, που καθότανε σε χρυσαφένιο θρόνο στολισμένο με διαμάντια και μαργαριτάρια.

Ο γιός του βασιλιά διηγήθηκε στον πατέρα του τον κίνδυνο πού πέρασε. Κι εκείνος γυρνώντας στον Κέλογλαν τού λέει:

– Ζήτησέ μου ο,τι θέλεις.

Φυσικά ο Κέλογλαν ζήτησε τη σφραγίδα που είχε ο βασιλιάς κάτω από τη γλώσσα του.

– Θα σου δώσω ο,τι άλλο θέλεις, μα μη μου ζητάς τη σφραγίδα μου.

Ο Κέλογλαν επιμένει.

– Αν είναι να μου δώσεις τη σφραγίδα έχει καλώς, αν όχι να ’χεις την υγεία σου, δεν θέλω τίποτα άλλο.

Έτσι ο βασιλιάς αναγκάστηκε να δώσει τη σφραγίδα.

Ο Καλολέν πήρε τη σφραγίδα, ευχαρίστησε τον βασιλιά και πήρε ξανά το δρόμο για την πολιτεία. Περπάτησε μια μέρα, δυο μέρες, ένα μήνα άλλα δεν έλεγε να φτάσει. Κάποιο πρωινό καθώς ξεκουραζότανε δίπλα σε μια πηγή, ακούει τον γιο του βασιλιά των Ξωτικών να τού λέει:

– Γλείψε τη σφραγίδα που πήρες από τον πατέρα μου και θα παρουσιαστεί μπροστά σου ένας Αράπης. Θα κάνει αμέσως ότι τού ζητήσεις.

Έτσι έκανε ο Κέλογλαν και να σου ένας θεόρατος Αράπης. Το πάνω χείλος του ακουμπούσε στον ουρανό και το κάτω στη γη.

– Πρόσταζε αφέντη, του λέει.

Ο Κέλογλαν στην αρχή φοβήθηκε, η πείνα όμως που του έκοβε το στομάχι νίκησε το φόβο του.

– Στρώσε μου τραπέζι να φάω, λέει στον Αράπη .Προτού τελειώσει το λόγο του, βρέθηκε καθισμένος σ’ ένα απ’ όπου έλειπε μόνο τού πουλιού το γάλα.

Ο Κέλογλαν σαν έφαγε διατάζει τον Αράπη.

– Έ, τώρα να με πας στο σπίτι μου.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει το λόγο του και ο Κέλογλαν βρέθηκε μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού του. Σαν είδε η μάνα το γιο της τα χάσε από τη χαρά της. Η καημένη η γυναικούλα, με τον καημό του παιδιού της από τη μια και την πείνα από την άλλη, είχε μείνει πετσί και κόκαλο. Ο Κέλογλαν έγλειψε πάλι τη σφραγίδα και ζήτησε άλλο ένα στρωμένο τραπέζι. Ο Αράπης εκτέλεσε Αμέσως τη διαταγή. Την ώρα του καφέ λέει ο γιός στη μάνα του:

– Τώρα πια μάνα θα πας να ζητήσεις την κόρη τού βασιλιά.

Τί να έκανε; Ό γιος της επέμενε. Σηκώνεται λοιπόν και πάει στο παλάτι. Οι άνθρωποι τού βασιλιά όμως την νόμισαν ζητιάνα και πριν καλά να πλησιάσει στην πόρτα της έδωσαν πέντε – δέκα λεφτά στο χέρι και την έδιωξαν.

‘Όταν γύρισε στο σπίτι και τα είπε στο γιο της, αυτός θύμωσε.

– Μάνα, μάνα, της λέει, ζητιάνα είσαι εσύ και δέχτηκες τα λεφτά τους; Εγώ θέλω την κόρη του βασιλιά. Πήγαινε να τη ζητήσεις.

Παίρνει πάλι το δρόμο για το παλάτι η γυναικούλα. Αυτή τη φορά όμως δεν πήρε τα λεφτά και επέμενε να δει τον βασιλιά:

– Δεν θέλω λεφτά, τους λέει. Πρέπει να δω τον βασιλιά. Έχω κάτι να του πω.

Ειδοποίησαν τότε τον βασιλιά. Η μάνα του Κέλογλαν σαν παρουσιάστηκε μπροστά του:

– Βασιλιά μου, λέει, ήρθα να ζητήσω το χέρι της κόρης σου για τον μονάκριβό μου γιο. Δεν έχω τίποτα άλλο σ’ αυτό τον κόσμο.

Ο βασιλιάς εκείνη την ημέρα είχε τα κέφια του. Θα μπορούσε να τη διώξει, θα μπορούσε να τη σκοτώσει. Δεν το έκανε, αλλά, για καλή της τύχη -είπαμε ότι ο βασιλιάς ήταν στις χαρές του- «ας διασκεδάσω λιγάκι μαζί της», σκέφτηκε.

– Δεν έχω αντίρρηση, της απαντάει, μόνο πού πρέπει ό γιος σου να φτιάξει ένα παλάτι εδώ δίπλα στο δικό μου και μετά όλα θα γίνουν όπως θέλεις. Πρόσεξε όμως, αν το παλάτι δεν είναι έτοιμο μέσα σε σαράντα μέρες, τότε θα του κόψω το κεφάλι.

Η μάνα γύρισε σπίτι πολύ στενοχωρημένη. Έκλαιγε και μίλαγε, έκλαιγε και διηγότανε στο γιο της τα όσα έγιναν

Ο Κέλογλαν, όμως, που άκουγε την μάνα του να τού λέει τις απαιτήσεις του βασιλιά, δεν ανησύχησε καθόλου. ’Αντίθετα μάλιστα· γέλασε.

Οι ημέρες περνούσαν. Η αγωνία της μάνας για την τύχη του γιου της μεγάλωνε.

Μια βραδιά στις σαράντα μέρες πάνω, ο Κέλογλαν πήγε σε μια ερημιά και έγλειψε τη σφραγίδα. Να σου τότε και εμφανίζεται ο Αράπης.

– Θέλω, τού λέει ο Κέλογλαν, να μού στήσεις ένα παλάτι κατάντικρυ στου βασιλιά, έτσι πού ετουτουνού να μοιάζει κοτέτσι.

– Όπως διατάζεις, τού απαντάει ο Αράπης και φεύγει.

Το ξημέρωμα γύρισε ο Αράπης.

– Όλα έγιναν όπως πρόσταζες του λέει. Το παλάτι είναι έτοιμο.

– Πήγαινε τώρα να το στολίσεις, λέει ο Κέλογλαν. Τα έπιπλά να ’ναι από ατόφιο χρυσάφι και ατόφιο ασήμι.

Το πρωί ό βασιλιάς σαν ξύπνησε και κοίταξε έξω από το παράθυρό του, τάχασε. Απέναντι από το δικό του παλάτι υπήρχε τώρα ένα άλλο, δέκα φορές πιο ψηλό και πιο ωραίο.

ΑΣ αφήσουμε εμείς τον βασιλιά στην περιέργειά του και ας γυρίσουμε στον Κέλογλαν που κάλεσε πάλι τον Αράπη.

– Φέρε μου μια φορεσιά μεταξωτή και κεντητή. Και ένα άλογο από τα καλύτερα.

Σε λίγο ντύθηκε, καβάλησε το άλογο και παίρνει το δρόμο για το παλάτι. Μια και δύο παρουσιάζεται στον βασιλιά.

– ‘Ορίστε, του λέει, το παλάτι που ζήτησες. Κράτα και εσύ τον λόγο σου και δώσε μου την κόρη σου για γυναίκα μου.

Ο βασιλιάς τώρα βρήκε άλλη δικαιολογία να μη δώσει την κόρη του:

– Πρέπει, λέει, να της ράψεις ένα νυφικό στολισμένο με χρυσάφια, διαμάντια και μαργαριτάρια. Μετά θα παντρευτείτε.

Σαν έγινε κι αυτό με τη βοήθεια του Άράπη, ο βασιλιάς κατάλαβε πώς δεν θα είχε γλιτωμό. Κάλεσε τους χοτζάδες και έκανε τους γάμους. Και μετά:

– Να στήσεις, τού λέει μια γέφυρα ανάμεσα στα δύο παλάτια να περάσει η κόρη μου.

Ο Κέλογλαν αποτραβήχτηκε σε μια γωνιά, διέταξε στον Αράπη τη γέφυρα, και σε λίγο η κόρη του βασιλιά την περνούσε. Ήτανε πια στο παλάτι τους.

Από τότε πέρασαν μήνες. Η κόρη του βασιλιά περίεργη καθώς ήτανε σαν γυναίκα ήθελε να μάθει το μυστικό του Κέλογλαν.

– Αν μ’ αγαπάς να μού πεις το μυστικό σου, του λέει.

Ο Κέλογλαν αγαπούσε πολύ την κόρη του βασιλιά και της έδωσε τη σφραγίδα. Την ώρα εκείνη που περιεργαζότανε τη σφραγίδα μπαίνει ο εχθρός του Κέλογλαν ο βεζίρης, πού κρυφάκουγε, και αρπάζει τη σφραγίδα από τα χέρια της βασιλοπούλας. Ό βεζίρης έγλειψε τη σφραγίδα και εμφανίστηκε μπροστά του ο Άράπης.

– Στις διαταγές σου, του λέει.

– Διώξε από εδώ τον Κέλογλαν και το παλάτι του ριχτό στην άλλη άκρη της θάλασσας.

Έτσι κι έκανε ο Αραπης.

Ο Κέλογλαν πήγε στον βασιλιά και του διηγήθηκε ο,τι συνέβη. Εκείνος όμως θύμωσε και έριξε τον Κέλογλαν στην φυλακή.

Την ίδια ώρα η γάτα και ο σκύλος πού τάχε γλιτώσει ο Κέλογλαν μάθανε το πάθημά του.

Λέει o σκύλος στη γάτα:

– Σειρά μας τώρα να γλιτώσουμε εμείς τον Κέλογλαν.

Ανέβηκε η γάτα στη ράχη του σκύλου και κολυμπώντας φτάσανε στο νησί όπου ήτανε η φυλακή του Κέλογλαν. Βρήκανε τρόπο, τον γλιτώσανε, και οι τρεις μαζί φτάσανε στην άλλη άκρη της θάλασσας, στο παλάτι που ζούσε τώρα ο Βεζίρης. Η γάτα γαργάλησε με την ούρα της τη μύτη του Βεζίρη, εκείνος φτερνίστηκε και του φύγε η σφραγίδα που την φύλαγε κάτω από τη γλώσσα του.

Την άρπαξε ο Κέλογλαν, την έγλειφε και πρόσταζε στον Αράπη πού παρουσιάστηκε ευθύς μπροστά του.

– Πάρε τον Βεζίρη και πέταξέ τον πίσω από τον Καύκασο. Ύστερα πάρε το παλάτι και βάλ’ το σε μέρος πού να μην το φτάνει ο βασιλιάς.

Ο Αράπης έκανε ότι τον πρόσταζε ο Κέλογλαν. Και όχι μόνο αυτό, αλλά έφερε και τη μάνα του Κέλογλαν στο παλάτι. Μάνα, γιος, νύφη, γάτα και σκυλί ζήσανε χρόνια πολλά και ευτυχισμένα.

Ο Κέλογλαν δεν σταμάτησε να κάνει καλοσύνες. Κι η κόρη του βασιλιά δεν ζητούσε πια να μάθει για πράγματα πού δεν της έπεφτε λόγος.
***

Ναζίμ Χικμέτ – Το ερωτευμένο σύννεφο

Αντικλείδι , https://antikleidi.com