Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

Τα χίλια “δεν μπορώ”


Τα χίλια “δεν μπορώ”







Είναι πολλά αυτά που οι περισσότεροι από εμάς δεν μπορούμε να «νιώσουμε», να καταλάβουμε, για ανθρώπους που λειτουργούν διαφορετικά. Υπάρχουν όμως κάποιοι, που μπορούν… ίσως γιατί έχουν την ικανότητα να ακούσουν προσεκτικά. Να, τί ψιθύρισε στο αυτί μιας μητέρας, ένα παιδί στο φάσμα του αυτισμού…


~~~

Μία φορά κι έναν καιρό ήμουν εγώ, ένα μικρό στρουμπουλό μωράκι με καστανά μάτια και μαύρα φουντωτά μαλλιά σαν του σκαντζόχοιρου την γούνα.

Εγώ δεν ήμουν σαν τα άλλα τα μωράκια. Δεν μου άρεσαν τα μάτια των ανθρώπων όπως με κοιτούσαν, πονούσα όταν με παίρναν αγκαλιά, τρόμαζα στους δυνατούς τους ήχους και ή γεύση των φαγητών μου έφερνε αναγούλα. Μου άρεσε μόνο να κοιτώ το φως , να χαζεύω τα λογότυπα από τα παιχνίδια μου και να κρατώ στα χέρια ένα τιμόνι που το γυρνούσα όλη μέρα γύρω γύρω.

Κάθε φορά που κοίταζα τα άλλα τα παιδάκια έψαχνα να βρω τον τρόπο για να παίξω μαζί τους ,να πάω κοντά τους. Μα εγώ δεν ήξερα να παίζω όπως αυτοί, άσε που όλο μιλούσαν και μιλούσαν και δεν καταλάβαινα τίποτα από όσα έλεγαν. Έβλεπα τη μαμά και το μπαμπά μου να με κοιτούν καλά καλά λες και περίμεναν κάτι από εμένα …κάτι που δεν μπορούσα εγώ να καταλάβω. Σιγά σιγά όλοι άρχισαν να με κοιτούν όπως αυτοί. Μα γιατί με κοιτάζουν όλοι έτσι;

Ένα πρωί μαζί με τους γονείς μου πήγαμε σε μία κυρία που έλεγε συνέχεια τι δεν μπορώ να κάνω…δεν μπορεί να μιλήσει, δεν κοιτάζει στα μάτια, δεν ακούει στο όνομα του,δεν τρώει σωστά, δεν κινείται σωστά, δεν πλησιάζει τους ανθρώπους ,δεν πιάνει τη μπάλα ,δεν καταλαβαίνει λέξεις,δεν εκτελεί εντολές, δεν παίζει όπως θα πρεπε. Τα μάτια της μαμάς μου γέμισαν με όλα τα δάκρυα του κόσμου και ο μπαμπάς μου δεν μίλαγε καθόλου. Τελικά είναι πολλά αυτά που δεν μπορώ, πάρα πολλά… Μακάρι να μπορούσα να τους πω ότι μπορώ να θυμηθώ όλες τις ταμπέλες και τις επιγραφές που είδαμε στο δρόμο. Ότι αναγνωρίζω όλα τα γράμματα και όλους τους αριθμούς και ξέρω να αγαπώ όλα τα χρώματα και τα σχήματα των παιχνιδιών μου.

Μέχρι να μεγαλώσω μέτρησα, αμέτρητα δεν μπορώ…τόσα πολλά που άρχισαν πια να μου μιλούν και να πολεμάνε εκείνα που τελικά μπορούσα. Λες και εγώ δεν μπορούσα να χωρέσω πουθενά, ούτε ακόμη και μέσα στην καρδιά της μαμάς μου. Κι όσο κι αν μού ’λεγε πως με αγαπά εγώ μπορούσα να γευτώ τα δάκρυα της.



«Μαμά, αν θα μπορούσα να κάνω όλα αυτά που δεν μπορώ θα με αγαπούσες; »

Δύο φορές την εβδομάδα πηγαίναμε σε μία άλλη κυρία που προσπαθούσε να με μάθει λέξεις. Έκλεινε την πόρτα πίσω μου και με ανάγκαζε να την κοιτώ στα μάτια. Αυτό ήταν κάτι που πραγματικά δεν μπορούσα με τίποτα να το αντέξω. Κι όσο κι αν φώναζα κι αν τσίριζα δεν με ελευθέρωνε κανείς.



Άνοιξε ή πόρτα του μεγάλου σχολείου κι εγώ πάλι να μην καταλαβαίνω τι λένε τα παιδιά και ή δασκάλα. Κι εκείνη θύμωνε και με έβαζε τιμωρία γιατί δεν έκανα αυτά που μου ζητούσε. Όμως για μένα οι λέξεις είναι άπιαστα πουλιά. Είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο που δεν ξέρω από που θα μπορούσα να το πιάσω. Κι έκλαιγε ή μαμά μου γιατί για άλλη μία φορά ήταν πολλά αυτά που δεν μπορούσα.

Όταν άρχισαν δειλά δειλά να γεννιούνται οι λέξεις μου ένιωσα μεγάλη ικανοποίηση. Και για πρώτη μου φορά είδα τα μάτια της μαμάς μου να χαμογελούν τόσο πολύ! Πρέπει να είναι πολύ σπουδαίες τελικά οι λέξεις! Γι αυτό και αποφάσισα να κάνω ότι μπορώ καλύτερο για να τις μάθω. Και τις έμαθα, όχι όπως τις ξέρουν όλοι μα αλλιώς.

Και ήρθε ή ώρα να περάσω άλλη μία μεγάλη πόρτα ,την πόρτα του δημοτικού σχολείου! Κι εκεί αυτά που δεν μπορούσα εγώ να κάνω ήταν αμέτρητα, πιο πολλά κι από τα αστέρια. Ήχοι δυνατοί που δεν με άφηναν να ακούσω εμένα, μυρωδιές περίεργες, βλέμματα ακόμη πιο περίεργα. Ο δάσκαλος συνέχεια μου φώναζε και με τραβολογούσε γιατί τίποτα δεν έκανα σωστά . Ή μαμά μου πάλι έκλαιγε συνέχεια και κάθε μεσημέρι μιλούσε με τον δάσκαλο. Συγνώμη μαμά μου που δεν καταλαβαίνω, που δεν μπορώ ότι και οι άλλοι! Πες του μαμά ότι ξέρω να διαβάζω ήδη, πες του ότι ξέρω όλους τους πλανήτες και πόσα αυτοκίνητα χωράνε στο κουτί μου. Ίσως έτσι δει ότι μπορώ κι εγώ πολλά να κάνω. Μα κανείς δεν μπορούσε να μετρήσει εκείνα που μπορώ , κανείς δεν καταλάβαινε τις λέξεις μου μήτε κι εγώ άκουγα τις δικές τους. Όταν ή μαμά κουράστηκε πια να είναι θλιμμένη άρχισε να αντιμετωπίζει στο δάσκαλο και άρχισε να αγαπάει ότι αγαπώ.

Τα δεν μπορώ μου, δεν ήταν μόνο χίλια, ήταν εκατομμύρια… μακάρι να ‘ρθει ή ώρα να μετρήσουνε εκείνα που μπορώ…

Αν τα μετρήσετε θα δείτε ότι οι άνθρωποι δεν έχουν τα ίδια «δεν μπορώ» και αυτά που αληθινά μπορούν… είναι κι αυτά εκατομμύρια!!!

_______________________

Πηγή: nevronas.gr

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Φραντς Κάφκα – Ποσειδώνας


Φραντς Κάφκα – Ποσειδώνας






O Ποσειδώνας καθόταν στο γραφείο του και λογάριαζε.



Η διακυβέρνηση όλων των υδάτων του κόσμου τον έκανε να δουλεύει ασταμάτητα. Θα μπορούσε να έχει όση βοήθεια ήθελε, και είχε αρκετή, επειδή όμως είχε πάρει πολύ σοβαρά τα καθήκοντά του, λογάριαζε τα πάντα ακόμα μια φορά, κι έτσι κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει ικανοποιητικά. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι του ’κανε κέφι να δουλεύει. Προσπαθούσε να τελειώσει, επειδή ήταν υποχρεωμένος.

Μα φυσικά και είχε προσπαθήσει να βρει μια πιο χαρούμενη εργασία –αυτή ήταν η έκφρασή του– αλλά πάντοτε, όταν του γινόντουσαν διάφορες προτάσεις, γινόταν φανερό ότι τίποτα δεν του ταίριαζε τόσο καλά όσο τα μέχρι τώρα καθήκοντά του. Εκτός αυτού, ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρεθεί κάτι άλλο για κείνον. Ήταν απίθανο να του ανατεθεί μια ορισμένη θάλασσα. Εξάλλου, η δουλειά που θα έκανε τότε δεν θα ήταν απλώς μικρότερη, αλλά ευτελής.

O Μεγάλος Ποσειδώνας δεν μπορούσε ν’ αναλάβει παρά μονάχα μια πολύ υψηλή θέση. Κι αν του πρόσφερε κανείς μια θέση έξω από τα νερά του, και μόνο στην ιδέα αρρώσταινε, η θεϊκή του αναπνοή κοβόταν και το σεβάσμιο στήθος του έτρεμε. Παρ’ όλ’ αυτά κανείς δεν έπαιρνε τις δυσκολίες του στα σοβαρά.

Όταν ένας ισχυρός παραπονείται, πρέπει κανείς, ακόμα και στην πιο απελπιστική κατάσταση, να δείχνει ότι κάνει μια προσπάθεια. Στην πραγματικότητα, κανένας δεν μπορεί να σκεφτεί ν’ απαλλάξει τον Ποσειδώνα από τα καθήκοντά του. Από την αρχή της αρχής ήταν ο Ποσειδώνας ο θεός της θάλασσας κι είναι υποχρεωμένος να παραμείνει, ακόμα κι αν δεν του γουστάρει.

Πιο πολύ απ’ όλα εξοργίζεται –κι αυτό προξενεί κυρίως τη δυσαρέσκειά του σε σχέση με τη θέση του– όταν αντιλαμβάνεται την ιδέα που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, ότι συνέχεια κόβει βόλτες πάνω στα κύματα κρατώντας την τρίαινά του.

Αντί γι’ αυτό, κάθεται στο βυθό του Ωκεανού και λογαριάζει ασταμάτητα. Μονάχα ένα ταξίδι, που έκανε πού και πού για να συναντήσει το Δία, ήταν η μοναδική παύση στη ρουτίνα του, ένα ταξίδι από το οποίο επέστρεφε κάθε φορά εξοργισμένος. Έτσι δεν είχε μπορέσει να δει τη θάλασσα σχεδόν καθόλου, μονάχα όταν βιαστικά πετούσε προς τον Όλυμπο, και ποτέ δεν την είχε ταξιδέψει από τη μια άκρη στην άλλη.

Φρόντιζε να λέει ότι περιμένει την καταστροφή του κόσμου, τότε θα μπορούσε να βρει μια στιγμή ησυχίας, έτσι ώστε λίγο πριν το τέλος, καθώς θα έριχνε μια τελευταία ματιά στους λογαριασμούς, θα μπορούσε να κάνει ένα μικρό ταξιδάκι, μια τόση δα εκδρομούλα.
***

Φραντς Κάφκα – “Η σιωπή των σειρήνων και άλλα διηγήματα” . Μετάφραση Γιώργος Κώνστας . Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Κάθε φορά που εντυπωσιάζεις, αποκτάς κι έναν εχθρό – Διδακτική ιστορία


Κάθε φορά που εντυπωσιάζεις, αποκτάς κι έναν εχθρό – Διδακτική ιστορία






Ο Ισπανός ψυχολόγος και ψυχίατρος Enrique Rojas αναφέρει πως «όσοι νιώθουν ότι αποτελούν αντικείμενο του φθόνου συναδέλφων, συμμαθητών, γειτόνων, φίλων, ακόμα και συγγενών, πρέπει να ξέρουν πως το πιο σημαντικό είναι να προφυλάσσονται, να μην εκτίθενται σε καταστάσεις που προκαλούν και οξύνουν αυτό το συναίσθημα».


Για το τόσο ανθρώπινο ελάττωμα του φθόνου, μια παραδοσιακή ιστορία αναφέρει πως μια φορά ένα φίδι άρχισε να κυνηγάει μια πυγολαμπίδα/Υστερα από τρεις μέρες αδιάκοπης καταδίωξης, χωρίς δυνάμεις πια, η πυγολαμπίδα σταμάτησε και μίλησε στο φίδι:

— Μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση;

— Δε συνηθίζω ν’ ακούω τα θηράματά μου, αλλά μια που θα σε καταβροχθίσω, μπορείς να ρωτήσεις.

— Ανήκω στην τροφική σου αλυσίδα; “Όχι·,

— Σου έκανα κανένα κακό;

— Όχι

— Τότε γιατί θέλεις να με σκοτώσεις; Αφού σκέφτηκε λίγο, το φίδι απάντησε:

— Επειδή δεν αντέχω να σε βλέπω να λάμπεις.

Δεν είναι λίγες οι φορές που προκαλούμε τον φθόνο και την ζήλια των τριγύρων μας και γινόμαστε αποδέκτες μιας άσχημης συμπεριφοράς χωρίς να υπάρχει κάποια προφανή αιτία! Δεν είναι λίγες, επίσης, οι φορές που τα σχόλια των γύρων μας όταν υλοποιούμε αυτά που ονειρευόμαστε, όταν κάνουμε πράξη αυτά που μας εκφράζουν, θα είναι το λιγότερο επικριτικά και το μέγιστο απαξιωτικά.

Και τότε σκεφτόμαστε ότι αυτό που καταφέρνουμε, δεν είναι αποδεκτό και μαλώνουμε άλλη μια φορά τον εαυτό μας για την απερισκεψία μας έστω και να ονειρευτούμε…

Και ξεκινάμε, αδύναμοι, σαν την πυγολαμπίδα, να τρέχουμε μακριά από αυτούς μας επικρίνουν και μας καταδιώκουν, φοβούμενοι την οργή και τα σχόλια που προκαλούν οι πράξεις μας. Θέλει μεγάλο κουράγιο και ψυχικό σθένος να σταματήσουμε να τρέχουμε και να στραφούμε στον θηρευτή μας και να τον αντιμετωπίσουμε κατάματα. Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ανταμοιβόμαστε με μια μεγάλη αλήθεια. Σοκαριστική μεν, αλλά μεγάλη: «Επειδή δεν αντέχω να σε βλέπω να λάμπεις.»

Και τότε συνειδητοποιούμε όχι μόνο το μάταιο αυτού του κυνηγητού αλλά και τον πραγματικό μας εχθρό. Είμαστε αυτοί που είμαστε, λάμπουμε με τον τρόπο που φτιαχτήκαμε να λάμπουμε. Και αυτός από τον οποίο τρέχαμε να ξεφύγουμε δεν ήταν τελικά κανένας άλλος από τον ίδιο μας τον φόβο για την επικριτική στάση του κόσμου. Και όλα αυτά γιατί απλά δεν είχαμε συνειδητοποιήσει πως… λάμπουμε!



Κάθε φορά λοιπόν που κάνουμε κάτι που μας αρέσει, κάτι που μας εκφράζει, κάτι που μας συγκινεί, ας θυμόμαστε ότι αυτό είναι το φως μας και αν εμπιστευόμαστε το πως φαίνεται αυτό το φως στα δικά μας μάτια, δεν έχουμε να φοβηθούμε κανένα κυνηγητό από αυτούς που ενοχλήθηκαν. Πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν… Πάντα θα προσπαθούν να σβήσουν την δική μας λάμψη γιατί απλά δεν γνωρίζουν τον τρόπο να αναδείξουν την δική τους…

Γιατί ο καθένας είναι μοναδικός και δεν μπορεί να λάμψει ποτέ με τον ίδιο τρόπο που λάμπει ο διπλανός του…

_______________________

~ Ο Enrique Rojas είναι καθηγητής Ψυχιατρικής και Ιατρικής Ψυχολογίας στη Μαδρίτη, και Πρόεδρος του Ιδρύματος Rojas-Estapé για τους υποβαθμισμένους νέους με διαταραχές της προσωπικότητας.

Πηγή:anthologion.gr

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Πώς προέκυψε η φράση: «Όποιον πάρει ο Χάρος»


Πώς προέκυψε η φράση: «Όποιον πάρει ο Χάρος»






Αρκετές φράσεις, οι οποίες ακούγονται μακάβριες και ίσως και απόκοσμες, όπως το «Όποιον πάρει ο Χάρος», βρίσκονται σε καθημερινή διάταξη στο λεξιλόγιό μας. Και μπορεί να θεωρούμε ότι έτσι απλά… προέκυψαν, ή ότι κάποιος τις είπε και έκτοτε τις υιοθετήσαμε. Παρόλα αυτά, μια διεξοδική αναζήτηση στην ελληνική λαογραφία θα αποδείξει πως τίποτα τελικά δεν είναι και τόσο τυχαίο…

Πως προέκυψε, λοιπόν, η πασίγνωστη φράση «Όποιον πάρει ο Χάρος»»;

~~~~~~

Ο Θεός έστειλε µια φορά τον Χάρο να πάρει την ψυχή µιας πεντάµορφης κοπέλας. Η κοπέλα έπεσε στα πόδια και τον παρακαλούσε, ο Χάρος λύγισε ,της χάρισε τη ζωή και γύρισε στον Θεό µε άδεια χέρια.

Θύµωσε ο Θεός για την παρακοή του Χάρου, του έδωσε ένα χαστούκι και τον κούφανε, να µην ακούει πια θρήνους και µοιρολόγια και λυπάται.

Τον έστειλε άλλη φορά να πάρει την ψυχή ενός λεβεντονιού. Και µόνο που τον είδε ο Χάρος σπάραξε η καρδιά του, άφησε τον λεβεντονιό να χαρεί τη νιότη και την οµορφιά του και γύρισε πάλι στον Θεό µε άδεια χέρια.

Καινούργιο χαστούκι του Θεού και ο Χάρος απόµεινε για πάντα στραβός.

Από τότε ο Χάρος έγινε σκληρός και αδυσώπητος , παίρνει στην τύχη όποιον βρει µπροστά του, νέο ή γέρο, όµορφο ή άσχηµο, πλούσιο ή φτωχό και οδηγεί την ψυχή του στο υπόγειο βασίλειό του, τον Άδη ή Κάτω Κόσµο.

_______________________

~ Από το βιβλίο του Γιώργου Αλβανού « Το χωριό µου Βασιλικά Λέσβου »

Πηγή: dogma.gr

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ιμμάνουελ Καντ – Μια βαθιά μοναξιά είναι υπέροχη, αλλά εμπνέει τρόμο


Ιμμάνουελ Καντ – Μια βαθιά μοναξιά είναι υπέροχη, αλλά εμπνέει τρόμο







Θα δώσω μόνο ένα παράδειγμα του ευγενούς τρόμου που μπορεί να εμπνεύσει η εικόνα της απόλυτης μοναξιάς παραθέτοντας μερικά αποσπάσματα από το ονειροπόλημα του Carazan*




Ο φιλάργυρος αυτός όσο έβλεπε την περιουσία του να μεγαλώνει, τόσο γινόταν ανάλγητος απέναντι στον πλησίον του. Αλλά, ενώ έσβηνε η αγάπη του για τους ανθρώπους, ο θρησκευτικός του ζήλος δεν έπαυε να αυξάνει. Μετά από αυτήν την ομολογία, ο Carazan συνεχίζει:

«Ένα βράδυ που έκανα τους λογαριασμούς μου και υπολόγιζα τα κέρδη μου, αποκοιμήθηκα κάτω από το φως της λάμπας. Και είδα τον άγγελο του θανάτου να χιμάει πάνω μου και μέσα στη στροφοδίνη του να μου καταφέρνει ένα τρομερό χτύπημα πριν να προλάβω να ζητήσω έλεος. Το αίμα μου πάγωσε όταν αντιλήφθηκα ότι η απόφαση είχε ληφθεί και ότι δεν μπορούσα να προσθέσω πλέον τίποτε στο καλό, ούτε να αφαιρέσω τίποτε από το κακό που είχα κάνει. Με οδήγησαν μπροστά στο θρόνο αυτού που ενοικεί στον τρίτο ουρανό. Λαμπερό άστρο μου απηύθυνε τούτο το λόγο:

«Carazan, ο θεός απορρίπτει τη λατρεία που του απέδωσες. Σφάλισες την καρδιά σου στην αγάπη των ανθρώπων και με σιδερένιο χέρι διαφύλαξες τους θησαυρούς σου. Έζησες μόνο για σένα, θα ζήσεις μόνος αιωνίως, στερημένος κάθε κοινωνίας με την υπόλοιπη δημιουργία».

Εκείνη τη στιγμή, παρασύρθηκα από μια αόρατη δύναμη διατρέχοντας το περίλαμπρο οικοδόμημα της δημιουργίας. Σύντομα, είχα αφήσει πίσω μου αναρίθμητους κόσμους. Καθώς πλησίαζα το πέρας της φύσης, παρατήρησα ότι οι σκιές του ατέρμονου κενού έπεφταν μπροστά μου μέσα στην άβυσσο. Ένα τρομακτικό βασίλειο σιωπής και μοναξιάς, μια αιώνια νύχτα! Κυριεύτηκα από έναν ανείπωτο τρόμο. Τα τελευταία άστρα φαίνονταν πλέον ανεπαίσθητα, ήμουν βυθισμένος στο έσχατο σκότος.

Η αγωνία του θανάτου μεγάλωνε από στιγμή σε στιγμή, όσο απομακρυνόμουν από τον τελευταίο κατοικημένο κόσμο. Και σκέφτηκα, πλημμυρισμένος από μια απέραντη απελπισία, ότι, αγόμενος δέκα χιλιάδες φορές στη διάρκεια δέκα χιλιάδων χρόνων πέρα από τα σύνορα της δημιουργίας, θα συνέχιζα, χωρίς βοήθεια, ούτε ελπίδα επιστροφής, να βυθίζομαι σ’ αυτή την ατέλειωτη νύχτα ….



Μέσα στην σκοτοδίνη μου, έτεινα τα χέρια μου προς κάποιο αντικείμενο της πραγματικότητας τόσο ζωηρά που ξύπνησα.

Έτσι έμαθα να εκτιμώ τους ανθρώπους· γιατί, μέσα σ’ αυτή την ερημία, και τον πιο ταπεινό απ’ αυτούς, που μέσα στην αλαζονεία της ευτυχίας μου είχα απωθήσει, τον προτιμούσα απ’ όλους τους θησαυρούς της Γολκόνδης”

*(Brem. Magazin, τόμος IV, σελ. 539).
***

Την πολύ ωραία ιστορία αυτή μπορείτε να τη βρείτε στις σημειώσεις του βιβλίου του Ιμμάνουελ Καντ “To αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου”;

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Το κελάδημα της Τσίχλας--Κώστας Βάρναλης


Κώστας Βάρναλης – Το κελάδημα της Τσίχλας








Τσίχλα την παρομοιάζανε στο χωριό την Αννούλα. Κ’ έζησε και πέθανε τσίχλα. Είτανε μιας μπουκιάς ανθρωπάκι. Αδύνατη, με ψιλά κανιά δίχως βάρος, πετούμενη. Δεν περπατούσε — πήδαγε κ’ έτρεχε.



Αλλά για ποιο χωριό μιλάμε;

Για εν από κείνα τα βουνίσια, που σκαρφαλώνουνε στην πλαγιά τού βουνού κ’ είναι όλα τα ίδια. Όμορφα, μα φτωχά και μίζερα κι’ αφημένα στην τύχη τους κι από θεούς κι ανθρώπους.

Μια ρεματιά στην κατηφοριά με τις κόκκινες ροδοδάφνες και μια γιδόστρατα, πού φέρνει μες από το δάσος των πέφκων στην κορφή τού βουνού. Τόσο απόμερο, ξεχασμένο χωριό, πού σχεδόν είχε κι αυτό ξεχάσει τ’ όνομα του.

Δεν τού χρειαζότανε, λες και του πέφτε βάρος.

Αλλ’ όσο τους λείπουνε των μικρών αφτιών χωριών πολιτισμός, φροντίδα και χορτασιά, τόσο τους περισσέβ’ η ψυχή. Ψυχή του λαού!

Είμαστε στον τελευταίο χρόνο της Κατοχής.

Το χωριό, πού λέμε, βρισκότανε στα σύνορα των δύο Ελλάδων: της λέφτερης και της συνεργαζομένης. Αλλά προς τα εδώ.

‘Ένα γερμανικό φυλάκιο προσπαθούσε με τους ναζήδες τους δικούς του και τους τσολιάδες τους «δικούς» μας να μποδίζει τη λεφτεριά να κατέβει απ’ την κορυφή του βουνού προς τα κάτου – στον κάμπο. Γιατί κει ψηλά στην κορυφή του βουνού είχανε φωλιάσ’ οι αγωνιστές του έθνους κ’ ετοιμάζανε «καλά Χριστούγεννα», για τους εχθρούς.

Με την απελευθερωτική επιτροπή του χωριού είχανε συχνή επαφή. Αλλά πώς; Μέσον της Τσίχλας. Είτανε κόρη μιας φτωχιάς χηρεβάμενης τού χωριού, πού ο άντρας της σκοτώθηκε στην Αλβανία. Οχτώ με δέκα χρονών η Τσίχλα. Μα γεμάτη φωνή, ξυπνάδα και μίσος εναντίον των εχθρών. Και σβέλτη και μπασμένη στη ζωή — σαν ώριμο πλάσμα — κι αδείλιαστη.



Καιρός καλός στα τέλη του Δεκέμβρη. Ήλιος και στέγνη — μα και κρύο τσουχτερό.

Η Τσίχλα μαζί μ’ άλλα παιδιά (τα σκολειά κλισμένα) έβγαιναν έξω απ’ το χωριό σ’ ένα πλάτωμα προς το ρέμα και παίζανε μπροστά στα μάτια των Γερμανών και των τσολιάδων.

Παίζανε τόπι.

Η Τσίχλα, πάνου στο φούντωμα του παιχνιδιού, τίναζε το τόπι όσο μπορούσε μακρύτερα προς το ρέμα κ’ ύστερις έτρεχε, όσον μπορούσε πιότερο, να το φτάσει.

Το τόπι κυλούσε κάτου στη ρεματιά κ’ η Τσίχλα κυλούσε κι αυτή.

Όχι πολύ ψηλά, μέσα στο δάσος την περιμένανε κατά το μεσημέρι, κάθε μέρα δύο αντάρτες. Τους έδινε το μήνυμα γραμμένο ή στοματικά της ’Επιτροπής και ξαναγυρνούσε πίσω λαχανιασμένη (για να μην αργήσει) με το τόπι στα χέρια! Αλλ’ αυτό το ταχτικό χάσιμο της Τσίχλας μέσα στο δάσος πονήρεψε τούς «εχθρούς» ξένους και δικούς.

—Πρέπει να ιδούμε τί τρέχει, με τρόπο — γιατί το μωρό είναι πολύ πονηρό.

Αλλά δεν χρειάστηκε τρόπος. Ο Πρόεδρος του χωριού, δεξί χέρι τω Ναζιών, έκανε την τελευταία του υπηρεσία «προς την πατρίδα». Τους πληροφόρησε τί συμβαίνει.

Όταν την άλλη μέρα, παραμονή των Χριστουγέννων, η Τσίχλα ξανάκανε το «παιχνίδι» της, τρέξανε πίσω από το τόπι ναζήδες και «δικοί», σταματήσανε το τόπι, τη σταματήσανε κι αφτήνε. Και την ψάξανε.

Βρήκανε χωμένο μέσα στα μαλλιά της ένα χαρτάκι.

—Έλα δα, πουλάκι μου, τη ρώτησε ο πρόεδρος. Ποιος σου το΄δωσε τούτο;

-—Μόνη μου το’γραψα.

—Και τί ξέρεις εσύ από τέτοια πράματα;

—Όλοι μας ξέρουμε.

—Και τί άλλο «παιχνίδι» ξέρεις;

—Όλα. Και να τρέχω. Και να πηδώ. Και να τραγουδώ. Να σκαρφαλώνω στα δέντρα να καρπολογώ και να πιάνω πουλάκια στις φωλιές τους.

—Για σκαρφάλωσε σ’ αφτήνε την ελιά να ιδούμε;

Η Τσίχλα βρέθηκε σ’ ένα λεπτό πάνω στο δέντρο.

—Ξέρεις, είπες, να τραγουδάς. Για πες μας κανένα «σκοπό» ν’ ακούσουμε; Ότι σου αρέσει.

Κ’ η Τσίχλα με λαγαρή παιδιάστικη φωνή κελάηδησε:

—«Μαρ’ είν’ η νύχτα στα βουνά…» (Αφτό το τραγούδι είτανε τότες το πιο συνηθισμένο τραγούδι των σκλαβωμένων Ελλήνων.

Μπαμ!, μπάμ!, μπάμ!…

Οι Γερμαναράδες κ’ οι τσολιάδες τη βάλανε στο σημάδι και τη σκοτώσανε σα πουλί. Και το πουλί σωριάστηκε χάμου, μιας φούχτας σώμα κι απέραντη -ψυχή. Η ψυχή όλης της Ελλάδας.

Περασμένα μεσάνυχτα, την ώρα πού οι καμπάνες διαλαλούσανε τη γέννηση του «Σωτήρος», πέσανε στο χωριό οι αντάρτες — και ναζηδες και «δικοί» κι ο πρόεδρος πλήρωσαν με τη ζωή τους το αναντρό τους έγκλημα.

Κ’ υστέρα;

‘Ύστερα από ένα χρόνο η «’Ελευθερία» είχε κυνηγηθεί στεριάς και πελάου απ’ ολην την Ελλάδα. Αλλά κάθε Χριστούγεννα, μετά τα μεσάνυχτα, οι χαρούμενοι αντίλαλοι της καμπάνας δεν μπορούνε να πνίξουνε το θλιβερό κελάηδημα της Τσίχλας και το κλάμα της Πατρίδας…
***

O Κώστας Βάρναλης (26 Φεβρουαρίου 1884 – 16 Δεκεμβρίου 1974) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, ποιητής και δημοσιογράφος. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Τιμήθηκε το 1959 με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Λίγο πριν πεθάνεις…

Λίγο πριν πεθάνεις…







Ο παππούς μου ήταν φυσικός. Ήταν και 96 χρονών. Όταν τον ρωτούσαν πόσων χρονών είναι απαντούσε «χοντρικά… λίγο πριν πεθάνω». Το καλύτερο είναι ότι χαμογελούσε όταν το ‘λεγε. Γνήσια, όχι μ’ αυτό το χαμόγελο-μορφασμό-κάλυμμα τρόμου.



Ο παππούς μου χώρισε από τη γιαγιά μου όταν ήταν 75 χρονών. Όχι γιατί βρήκε γκόμενα αυτός. Όχι επειδή βρήκε γκόμενο η γιαγιά. Χώρισε γιατί δεν ήθελε να πηγαίνει εκδρομές σε μοναστήρια μαζί της. Σιχαινόταν επίσης τις φίλες της, που αφού γλεντοκόπησαν με συζύγους και εραστές στις Μυκόνους και τα Καζίνα της Ευρώπης, αποφάσισαν να κάνουν πλέον Πάσχα στον πανάγιο τάφο μόνο και μόνο γιατί φοβήθηκαν ότι έχουν πάρει την άγουσα για τον δικό τους τον τάφο.


«Αυτές παιδί μου είναι συνηθισμένες να τα ρυθμίζουν όλα ζητώντας ρουσφέτια από τους βουλευτάδες τους»,

μου είπε τότε.


«Ε, δεν μπορώ να τις βλέπω να μετατρέπουν και το θεό σε βουλευτή. Ανάβουν κεριά, κάνουν τάματα, φτιάχνουν φανουρόψωμα, φιλάνε οστά και κάρες αγίων, γιατί αυτή τη φορά είναι γιγάντιο το ρουσφέτι: ρετιρέ στον παράδεισο. Καλύτερα μόνος μου.»

Και πράγματι. Έζησε άλλα 20 χρόνια καλύτερα μόνος του. Ο θεός του έδωσε υγεία – ίσως επειδή δεν το ζήτησε φιλώντας στα ξεκούδουνα την κάρα του Αγίου Μηνά. Επισκεύασε και αποσύρθηκε στο σπίτι της μάνας του σ’ ένα χωριό με δέκα σπίτια κάπου στη νότια Πίνδο.

Το πρωί έκανε μια μεγάλη βόλτα στο βουνό και μετά διάβαζε, έφτιαχνε το φαγάκι του και έπαιρνε ένα υπνάκι. Το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο-μπακάλικο-ταβέρνα-πρόχειρο ιατρείο και συναντούσε τους άλλους 16 κατοίκους του χωριού. Έπιναν το κρασάκι που έφερνε αυτός (είχε τρελές προμήθειες σαββατιανού που ήταν η αδυναμία του), έτρωγαν ομελέτα με αυγά απ’ το κοτέτσι της κυρά Μάγδας και μανιτάρια που μαζεύει ο ανιψιός του Θωμά. Μετά το τρίτο ποτηράκι παίζανε μπιρίμπα ή τάβλι.

Όταν ο παππούς ήταν στα μεγάλα κέφια του τους εξηγούσε τους νόμους που διέπουν τον κόσμο μετά παραδειγμάτων. Η αντοχή των υλικών λ.χ. εξηγήθηκε με το διαζύγιό του.


«Μαλώνεις, μαλώνεις για χρόνια και νομίζεις ότι δεν πειράζει. Τα βρίσκεις και συνεχίζεις. Όμως η σχέση έχει κουραστεί. Και όταν μια μέρα ξαφνικά χωρίζεις, απορείς αφού δεν έγινε τίποτα σπουδαίο. Αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ένα σπουδαίο. Η καταπόνηση για χρόνια κάποια στιγμή θα φέρει το σπάσιμο. Έτσι και το πανί που το βλέπει ο ήλιος καθημερινά κάποια στιγμή ξαφνικά θα διαλυθεί».

Μετά γυρνούσε σπίτι του, διάβαζε λίγο ακόμα και πήγαινε για ύπνο. Ήταν ήρεμος κι ευτυχισμένος. Η μόνη με την οποία μιλούσε στην οικογένεια ήμουν εγώ. Χτες με ειδοποίησε η κυρά Μάγδα ότι δεν είναι καλά. Πέταξα κι έφτασα δίπλα του σε μισή μέρα. Όταν μπήκα σπίτι του τον βρήκα στο κρεβάτι χάλια αλλά με καθαρές ριγέ μπυτζάμες, τριζάτα σεντόνια, μια κούπα χαμομήλι και ένα βιβλίο στο χέρι. Χαμογέλασε με όλο του το μούτρο όταν με είδε. Και μετά με μάλωσε που άφησα τις δουλειές μου και ήρθα.



-Τι κάνεις παππού; τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω άτσαλα την αγωνία μου.

-Προσπαθώ να καταλάβω ποιες από τις 8 άγνωστες διαστάσεις του σύμπαντος είναι η πιο ωραία για να μετεγκατασταθώ, μου είπε και ανέμισε το βιβλίο. Το πήρα στα χέρια μου. Ήταν ένα βιβλίο που ανέλυε τη θεωρία των υπερχορδών, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της οποίας υπάρχουν, όπως μου εξήγησε, παράλληλα σύμπαντα αόρατα για μας που ζούμε στις τρεις διαστάσεις.

-Σοβαρά τώρα παππού, λες να αληθεύει αυτό; Λες να είμαστε κλεισμένοι σε μια γυάλα σαν ψάρια και να νομίζουμε ότι αυτό είναι όλο, ενώ έξω είναι το σπίτι, η πόλη, ο κόσμος, ο γαλαξίας; Λες να είμαστε κοντόφθαλμοι σαν χρυσόψαρα;

-Θα σου πω σε λίγο μετά λόγου γνώσεως, μου είπε και γέλασε περιπαικτικά. Με ξέρεις εμένα τι ψαχτήρι είμαι. Θα βρω τρόπο, θα βρω ταχυδρόμο με άδεια κυκλοφορίας μεταξύ συμπάντων και θα σε ειδοποιήσω. Υπόσχεση!

Σκάσαμε στα γέλια και αγκαλιαστήκαμε. Το βράδυ πέθανε ήσυχα στον ύπνο του. Και ξαφνικά κατάλαβα τι θα πει ακριβώς «θανάτω θάνατον πατήσας» και τον ζήλεψα.

Καλό ταξίδι παππού. Θα χω το νου μου για τον ταχυδρόμο σου…
***

Το κορίτσι του διπλανού portal

Πηγή: Protagon

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ο νέγρος “λαθροχειρούργος” Dr. Hamilton Naki


Ο νέγρος “λαθροχειρούργος” Dr. Hamilton Naki







Ο Ηamilton Naki, ένας Νοτιοαφρικανός νέγρος 78 ετών, πέθανε τον Μάη του 2005. Το νέο, δεν γράφηκε στις εφημερίδες, αλλά η ιστορία του, είναι μια από τις πιο καταπληκτικές του 20ου αιώνα.



Ο Νaki ήταν ένας μεγάλος χειρουργός!

Ήταν εκείνος που αφαίρεσε από το σώμα της δωρήτριας την καρδιά, που στη συνέχεια, μεταμοσχεύθηκε στον Louis Washkanky το 1967, στην Πόλη του Ακρωτηρίου, στην Νότιο Αφρική, κατά την διάρκεια της πρώτης επιτυχημένης εγχείρησης μεταμόσχευσης ανθρώπινης καρδιάς (το συγκεκριμένο γεγονός πάντως αμφισβητείται)

Ήταν μια εργασία, πολύ λεπτή. Η καρδιά, έπρεπε να αφαιρεθεί με πολλή προσοχή και να διατηρηθεί με μέγιστη φροντίδα. Ο Νaki, ήταν το δεύτερο κατά σειρά πιο σημαντικό μέλος της ομάδας, που έκανε την πρώτη μεταμόσχευση της ιστορίας.Αλλά δεν ήταν δυνατόν να εμφανιστεί δημόσια, γιατί ήταν νέγρος. Στην χώρα του apartheid.


Christian Barnard

Ο επί κεφαλής της ομάδας, ο λευκός Christian Barnard, γίνεται αμέσως διασημότητα. Μα ο Hamilton Naki, δεν μπορεί να παραστεί στην φωτογραφία της ομάδας. Όταν από λάθος εμφανίζεται σε μία, το νοσοκομείο σπεύδει να δηλώσει πως είναι ένας υπηρέτης-καθαριστής.

Άρχισε να εργάζεται καθαρίζοντας αίθουσες. Ήταν όμως τύπος περίεργος και μάθαινε ταχύτατα. Έμαθε την τεχνική της χειρουργικής, παρακολουθώντας τους λευκούς γιατρούς, να πειραματίζονται στις μεταμοσχεύσεις, πάνω σε σκύλους και χοίρους.

Ο Naki φορούσε τον σκούφο και την μάσκα του χειρουργού, αλλά δεν είχε σπουδάσει ποτέ ιατρική ή χειρουργική: είχε εγκαταλείψει το σχολείο στα 14 του. Ήταν ο κηπουρός της Ιατρικής Σχολής της Πόλης του Ακρωτηρίου.



Γίνεται τόσο καταπληκτικός χειρουργός, που φτάνει στο σημείο να του ζητήσει ο Dr. Barnard να γίνει μέλος της ομάδας του. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: σύμφωνα με τους Νοτιοαφρικανικούς νόμους, ο Naki, σαν νέγρος, δεν μπορεί να χειρουργήσει λευκούς ή να αγγίξει το αίμα τους.

Μα το νοσοκομείο τον θεωρούσε τόσο δεξιοτέχνη και άξιο, που έκανε για εκείνον μια εξαίρεση. Τον «μεταμόρφωσε» σε χειρουργό… Αλλά …«λαθραίο». Αλλά, εκείνος, δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτό. Συνέχισε να σπουδάζει και να δίνει τον καλύτερο εαυτό του,ανεξάρτητα από την φυλετική διάκριση που υφίστατο.

Ήταν ο καλύτερος. Έκανε μαθήματα στους λευκούς φοιτητές, αλλά ο μισθός του αντιστοιχούσε σ’ αυτόν, ενός τεχνικού εργαστηρίου: ήταν ο μεγαλύτερος μισθός, που το νοσοκομείο μπορούσε να δώσει σε έναν νέγρο.

Ζούσε σε μία παράγκα, σε ένα ghetto της περιφέρειας, χωρίς ηλεκτρισμό και τρεχούμενο νερό, όπως άρμοζε σε έναν νέγρο.

Ο Hamilton Naki δίδαξε χειρουργική για 40 χρόνια και συνταξιοδοτήθηκε με την ιδιότητα του κηπουρού, με μηνιαία σύνταξη (!!!) 275 δολαρίων.

Όταν το apartheid καταργήθηκε, του προσέφεραν ένα παράσημο και τον τίτλο του επίτιμου ιατρού (honoris causa). Ουδείς, γνωστοποίησε ή υπογράμμισε, τις αδικίες και ταπεινώσεις που υποχρεώθηκε να υπομένει κατά τη διάρκεια της ζωής του. Παρά την «λαθραιότητα» και τις φυλετικές διακρίσεις που υπέστη, δεν σταμάτησε ποτέ, να δίνει τον καλύτερό του εαυτό:

Την αγάπη του στο να βοηθά τους άλλους να ζήσουν.

Dr. Naki, για ότι έκανες για την ανθρωπότητα,υπεράνω κάθε προσωπικού σου συμφέροντος, σε ευχαριστώ.
***

Μετάφραση από τα Ιταλικά: Διονύσιος Σπηλιωτόπουλος

Πηγή: agonaskritis

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Και τα παιδιά; – Γιάνους Κόρτσακ


Και τα παιδιά; – Γιάνους Κόρτσακ







Λέτε: “Είναι κουραστικό να συναναστρέφεσαι παιδιά”
Έχετε δίκιο.
Προσθέτετε:




“Γιατί πρέπει να κατέβεις στο επίπεδό τους, να χαμηλώσεις, να σκύψεις, να λυγίσεις, να γίνεις μικρός”
Εδώ σφάλλετε.
Δεν είναι αυτό που κουράζει πιο πολύ.
Φταίει μάλλον που είστε υποχρεωμένοι
Να φτάσετε στο ύψος των συναισθημάτων τους.
Να τεντωθείτε, να μακρύνετε, να σηκωθείτε στις μύτες των ποδιών.
Για να μην τα πληγώσετε.
(Γιάνους Κόρτσακ)

Αυτός, ο σπουδαίος παιδαγωγός (1879-1942), εγκατέλειψε το επάγγελμα του γιατρού για να γίνει δάσκαλος. Η απόφασή του αυτή είχε σαν βάση την πεποίθησή του ότι για την αντιμετώπιση των παιδικών προβλημάτων δεν αρκεί μια ιατρική αντιμετώπιση των συμπτωμάτων τους, αλλά απαιτείται από τους ενήλικες ριζική αλλαγή στάσης απέναντι στα παιδιά.



Όταν ήταν μικρός, ήταν ένα ήσυχο μοναχικό παιδί, που υπέφερε από την ψυχρή και αυστηρή ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο οικογενειακό του περιβάλλον. Μπορούσε να παίζει ώρες ολόκληρες μόνος του και να αρκείται στις προσωπικές παρατηρήσεις και ονειροπολήσεις. “Ένας ονειροπόλος” συνήθιζε να λέει ο πατέρας του, “ένας φιλόσοφος” διαπίστωνε η γιαγιά του.

Έκανε μεγάλες σκέψεις για μικρά πράγματα εισπράττοντας όμως την αποδοκιμασία του πατέρα του. “


Ο πατέρας μου με χαρακτήριζε βλάκα, ανόητο και, όταν θύμωνε, ηλίθιο και γάιδαρο. Μόνο η γιαγιά πίστευε στο άστρο μου. Διαφορετικά, για τον πατέρα μου ήμουν τεμπέλης, κλαψιάρης, ηλίθιος και άχρηστος”.

Ίδρυσε ορφανοτροφείο, εργαζόταν ως συμβασιούχος στο πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων και θεατρικών έργων και ως παραγωγός μια δημοφιλούς ραδιοφωνικής εκπομπής. Το βασικό παιδαγωγικό του έργο είχε τίτλο “Πώς ν’ αγαπάς ένα παιδί” και το δεύτερο σημαντικότερο, “Το δικαίωμα του παιδιού στο σεβασμό”.

Είναι αυτός, που έγραψε το διήγημα “όλα τα δάκρυα είναι πικρά” και ο οποίος ισχυριζόταν πως όποιος δεν μπορεί να το αντιληφθεί αυτό δεν μπορεί να είναι παιδαγωγός.

Τον Οκτώβριο του 1940, κατά τη χιτλερική κατοχή της Πολωνίας, υποχρεώθηκε να μεταφέρει το ορφανοτροφείο του, εντός των τειχών του γκέτο της Βαρσοβίας. Έζησε εκεί με “τα παιδιά του” μέχρι την 5η Αυγούστου του 1942, όταν ήρθε η σειρά τους να εκτοπιστούν στο στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα και να θανατωθούν μαζικά στους θαλάμους αερίων.

Μολονότι του προσφέρθηκε η δυνατότητα να δραπετεύσει, ακόμη και την τελευταία στιγμή στην αποβάθρα των τραίνων, αρνήθηκε να το πράξει. Ο θρύλος λέει πως εκεί τον αναγνώρισε ένας γερμανός αξιωματικός ο οποίος είχε, όταν ήταν παιδί, διαβάσει τα βιβλία του. Αυτός ο αξιωματικός του είπε πως μπορεί να μην ανέβει στο τραίνο και πως δεν ισχύει γι’ αυτόν η διαταγή επιβίβασης.



“Και τα παιδιά;” ρώτησε ο Κόρτσακ.

“Τα παιδιά θα ανέβουν” απάντησε ο αξιωματικός.

Η απάντηση του Κόρτσακ είναι κάτι ως απόφθεγμα-στάση ζωής, για κάθε άνθρωπο που γνωρίζει την ιστορία αυτού του σπουδαίου δασκαλου:


“Απατάσθε κύριε! Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι, παλιάνθρωποι”

είπε και ανέβηκε μαζί με τα παιδιά στο τραίνο.
***

Γράφει ο Tasos Papanastasiou

Ο Γιάνους Κόρτσακ (Janusz Korczak) ήταν Πολωνός παιδίατρος, παιδαγωγός, συγγραφέας, δημοσιογράφος, κοινωνικός ακτιβιστής και αξιωματικός του πολωνικού στρατού. Το πραγματικό του όνομα ήταν Χένρυκ Γκόλντσμιτ (Henryk Goldszmit), επίσης γνωστός και ως ο Γερο-δόκτωρ ή ο Κύριος δόκτωρ. Γεννήθηκε στις 22 Ιουλίου 1878 ή 1879 στη Βαρσοβία και πέθανε στις 5 Αυγούστου 1942 στο στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα.

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ο Κέλογλαν --Ναζίμ Χικμέτ


Ναζίμ Χικμέτ – Ο Κέλογλαν






Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Κέλογλαν που ζούσε με τη μάνα του. Ήτανε άνθρωποι φτωχοί. Ο Κέλογλαν δούλευε Από το πρωί ίσαμε το βράδυ, μα με τα λεφτά που ’βγάζε δεν μπορούσε ν’ αγοράσει ούτε ένα καρβέλι ψωμί. Αν δεν τους βοηθούσανε οι γειτόνοι μάνα και γιός θα πέθαιναν της πείνας.



Μια μέρα ένας γείτονας δίνει στον Κέλογλαν ένα τσεκούρι και μια τριχιά και τού λέει:

– Κέλογλαν, τράβα στο βουνό να κόψεις ξύλα να τα πουλήσεις στο παζάρι. Με τα λεφτά που θα πάρεις θα θρέψεις τη μάνα σου και τον εαυτό σου, κι αν όλα πάνε καλά μπορείς να παντρευτείς και την κόρη του βασιλιά.

Ο Κέλογλαν ευχαρίστησε τον γείτονα, έβαλε στο σακούλι του το μισό καρβέλι που του είχε περισσέψει από το βράδυ, και με το τσεκούρι κάτω από τη μασχάλη και το σκοινί στον ώμο τράβηξε για το βουνό.

Σαν έφτασε στην κορφή του βουνού έφτιαξε μια καλύβα καταμεσής στο δάσος για να περνάει τις νύχτες του. Ύστερα άρχισε να κόβει ξύλα. Μια μέρα, δυό μέρες, τρεις μέρες έκοβε και στοίβαζε ξύλα ο Κέλογλαν στο βουνό.

Στους έξι μήνες πάνω, έκανε 5 φορτώματα και πήγε σε έναν έμπορο και του λέει για κάθε φόρτωμα  θέλω μια χρυσή!

Ο έμπορας δέχτηκε. Πήρε πέντε φορτώματα κι έδωσε πέντε χρυσές. Με τις χρυσές στο χέρι, ο Κέλογλαν παίρνει το δρόμο του γυρισμού και έχει στο μυαλό τη μάνα του:

– Μάνα μάνα, θα της πει, να πέντε χρυσές. Με τη μια να ψωνίσεις φαγώσιμα για το σπίτι, με την άλλη ρούχα να ντυθείς. ‘Ύστερα τράβα στο παλάτι και ζήτα την κόρη τού βασιλιά για γυναίκα μου.



Μα καθώς πήγαινε και σκεφτότανε όλα αυτά, συνάντησε κάποιον που ήταν έτοιμος να πνίξει μια γάτα.

– Μη μπάρμπα, μη την πνίξεις τη γατούλα. Πούλησέ την μου και θα σου δώσω όσα μου ζητήσεις.

– Μια χρυσή, του λέει εκείνος, και η γάτα είναι δική σου.

Δίνει τα λεφτά ο Κέλογλαν, παίρνει τη γάτα από τα χέρια του και την αφήνει ελεύθερη. Μα εκείνη δεν έλεγε να φύγει από κοντά του.

Έτσι, μπρος αυτός πίσω ή γάτα, στον δρόμο για την πολιτεία ανταμώσανε ένα γέρο. Τούτος κρατούσε ένα σκυλί κι ήτανε έτοιμος να το σκοτώσει.

– Μη το σκοτώσεις το σκυλί μπάρμπα, του λέει ο Κέλογλαν. Πούλησέ το μου και θα σού δώσω όσα θέλεις.

– Δύο χρυσές, τού λέει ο γέρος, και ο σκύλος χάρισμά σου.

Τώρα, πίσω από τον Κέλογλαν μαζί με τη γάτα έτρεχε και ο σκύλος. Καθώς πήγαιναν, αντάμωσαν μια γριά που ήθελε να σκοτώσει ένα φίδι. Με δύο χρυσές γλίτωσε και το φίδι. Ο Κέλογλαν σκεφτόταν: Ό κόπος μου έξι μηνών πήγε χαμένος. Μά δέν βαριέσαι, μέ πέντε χρυσές γλίτωσα τρεις ζωές.

Εκείνη τη στιγμή ακούει το φίδι να του λέει:

– Άνθρωπέ μου σου χρωστάω τη ζωή μου. Θα σού κάνω κι εγώ ένα καλό να το θυμάσαι όσο ζεις. Εγώ που με βλέπεις δεν είμαι φίδι. Είμαι γιός του βασιλιά των Ξωτικών. Άντε να πάμε στον πατέρα μου να του ζητήσεις ότι θέλεις. Μα όταν βρεθείς μπροστά του, να του ζητήσεις τη σφραγίδα πού ’χει κάτω από τη γλώσσα του. Αν σου τη δώσει έχει καλώς, αν δεν σου τη δώσει μη γυρέψεις τίποτα άλλο. Κατάλαβες;

– Κατάλαβα απαντάει ο Κέλογλαν.

Και το φίδι:

– Η χώρα μας είναι πολύ μακριά Από Εδώ, του λέει. Περπατώντας δεν φτάνουμε ούτε σε δέκα χρόνια. Έλα, ανέβα στη ράχη μου να φτάσουμε γρήγορα.

Προτού τελειώσει τον λόγο του το φίδι τινάζεται και γίνεται με μιας άλογο.

Ο Κέλογλαν πηδάει στην πλάτη του άλογου και από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε στο παλάτι του βασιλιά των Ξωτικών.

Στην αυλή του παλατιού, το άλογο τινάζεται πάλι και γίνεται ένα πανέμορφο παλικάρι. Πήρε από το χέρι τον Κέλογλαν και τον παρουσίασε στον βασιλιά πατέρα του, που καθότανε σε χρυσαφένιο θρόνο στολισμένο με διαμάντια και μαργαριτάρια.

Ο γιός του βασιλιά διηγήθηκε στον πατέρα του τον κίνδυνο πού πέρασε. Κι εκείνος γυρνώντας στον Κέλογλαν τού λέει:

– Ζήτησέ μου ο,τι θέλεις.

Φυσικά ο Κέλογλαν ζήτησε τη σφραγίδα που είχε ο βασιλιάς κάτω από τη γλώσσα του.

– Θα σου δώσω ο,τι άλλο θέλεις, μα μη μου ζητάς τη σφραγίδα μου.

Ο Κέλογλαν επιμένει.

– Αν είναι να μου δώσεις τη σφραγίδα έχει καλώς, αν όχι να ’χεις την υγεία σου, δεν θέλω τίποτα άλλο.

Έτσι ο βασιλιάς αναγκάστηκε να δώσει τη σφραγίδα.

Ο Καλολέν πήρε τη σφραγίδα, ευχαρίστησε τον βασιλιά και πήρε ξανά το δρόμο για την πολιτεία. Περπάτησε μια μέρα, δυο μέρες, ένα μήνα άλλα δεν έλεγε να φτάσει. Κάποιο πρωινό καθώς ξεκουραζότανε δίπλα σε μια πηγή, ακούει τον γιο του βασιλιά των Ξωτικών να τού λέει:

– Γλείψε τη σφραγίδα που πήρες από τον πατέρα μου και θα παρουσιαστεί μπροστά σου ένας Αράπης. Θα κάνει αμέσως ότι τού ζητήσεις.

Έτσι έκανε ο Κέλογλαν και να σου ένας θεόρατος Αράπης. Το πάνω χείλος του ακουμπούσε στον ουρανό και το κάτω στη γη.

– Πρόσταζε αφέντη, του λέει.

Ο Κέλογλαν στην αρχή φοβήθηκε, η πείνα όμως που του έκοβε το στομάχι νίκησε το φόβο του.

– Στρώσε μου τραπέζι να φάω, λέει στον Αράπη .Προτού τελειώσει το λόγο του, βρέθηκε καθισμένος σ’ ένα απ’ όπου έλειπε μόνο τού πουλιού το γάλα.

Ο Κέλογλαν σαν έφαγε διατάζει τον Αράπη.

– Έ, τώρα να με πας στο σπίτι μου.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει το λόγο του και ο Κέλογλαν βρέθηκε μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού του. Σαν είδε η μάνα το γιο της τα χάσε από τη χαρά της. Η καημένη η γυναικούλα, με τον καημό του παιδιού της από τη μια και την πείνα από την άλλη, είχε μείνει πετσί και κόκαλο. Ο Κέλογλαν έγλειψε πάλι τη σφραγίδα και ζήτησε άλλο ένα στρωμένο τραπέζι. Ο Αράπης εκτέλεσε Αμέσως τη διαταγή. Την ώρα του καφέ λέει ο γιός στη μάνα του:

– Τώρα πια μάνα θα πας να ζητήσεις την κόρη τού βασιλιά.

Τί να έκανε; Ό γιος της επέμενε. Σηκώνεται λοιπόν και πάει στο παλάτι. Οι άνθρωποι τού βασιλιά όμως την νόμισαν ζητιάνα και πριν καλά να πλησιάσει στην πόρτα της έδωσαν πέντε – δέκα λεφτά στο χέρι και την έδιωξαν.

‘Όταν γύρισε στο σπίτι και τα είπε στο γιο της, αυτός θύμωσε.

– Μάνα, μάνα, της λέει, ζητιάνα είσαι εσύ και δέχτηκες τα λεφτά τους; Εγώ θέλω την κόρη του βασιλιά. Πήγαινε να τη ζητήσεις.

Παίρνει πάλι το δρόμο για το παλάτι η γυναικούλα. Αυτή τη φορά όμως δεν πήρε τα λεφτά και επέμενε να δει τον βασιλιά:

– Δεν θέλω λεφτά, τους λέει. Πρέπει να δω τον βασιλιά. Έχω κάτι να του πω.

Ειδοποίησαν τότε τον βασιλιά. Η μάνα του Κέλογλαν σαν παρουσιάστηκε μπροστά του:

– Βασιλιά μου, λέει, ήρθα να ζητήσω το χέρι της κόρης σου για τον μονάκριβό μου γιο. Δεν έχω τίποτα άλλο σ’ αυτό τον κόσμο.

Ο βασιλιάς εκείνη την ημέρα είχε τα κέφια του. Θα μπορούσε να τη διώξει, θα μπορούσε να τη σκοτώσει. Δεν το έκανε, αλλά, για καλή της τύχη -είπαμε ότι ο βασιλιάς ήταν στις χαρές του- «ας διασκεδάσω λιγάκι μαζί της», σκέφτηκε.

– Δεν έχω αντίρρηση, της απαντάει, μόνο πού πρέπει ό γιος σου να φτιάξει ένα παλάτι εδώ δίπλα στο δικό μου και μετά όλα θα γίνουν όπως θέλεις. Πρόσεξε όμως, αν το παλάτι δεν είναι έτοιμο μέσα σε σαράντα μέρες, τότε θα του κόψω το κεφάλι.

Η μάνα γύρισε σπίτι πολύ στενοχωρημένη. Έκλαιγε και μίλαγε, έκλαιγε και διηγότανε στο γιο της τα όσα έγιναν

Ο Κέλογλαν, όμως, που άκουγε την μάνα του να τού λέει τις απαιτήσεις του βασιλιά, δεν ανησύχησε καθόλου. ’Αντίθετα μάλιστα· γέλασε.

Οι ημέρες περνούσαν. Η αγωνία της μάνας για την τύχη του γιου της μεγάλωνε.

Μια βραδιά στις σαράντα μέρες πάνω, ο Κέλογλαν πήγε σε μια ερημιά και έγλειψε τη σφραγίδα. Να σου τότε και εμφανίζεται ο Αράπης.

– Θέλω, τού λέει ο Κέλογλαν, να μού στήσεις ένα παλάτι κατάντικρυ στου βασιλιά, έτσι πού ετουτουνού να μοιάζει κοτέτσι.

– Όπως διατάζεις, τού απαντάει ο Αράπης και φεύγει.

Το ξημέρωμα γύρισε ο Αράπης.

– Όλα έγιναν όπως πρόσταζες του λέει. Το παλάτι είναι έτοιμο.

– Πήγαινε τώρα να το στολίσεις, λέει ο Κέλογλαν. Τα έπιπλά να ’ναι από ατόφιο χρυσάφι και ατόφιο ασήμι.

Το πρωί ό βασιλιάς σαν ξύπνησε και κοίταξε έξω από το παράθυρό του, τάχασε. Απέναντι από το δικό του παλάτι υπήρχε τώρα ένα άλλο, δέκα φορές πιο ψηλό και πιο ωραίο.

ΑΣ αφήσουμε εμείς τον βασιλιά στην περιέργειά του και ας γυρίσουμε στον Κέλογλαν που κάλεσε πάλι τον Αράπη.

– Φέρε μου μια φορεσιά μεταξωτή και κεντητή. Και ένα άλογο από τα καλύτερα.

Σε λίγο ντύθηκε, καβάλησε το άλογο και παίρνει το δρόμο για το παλάτι. Μια και δύο παρουσιάζεται στον βασιλιά.

– ‘Ορίστε, του λέει, το παλάτι που ζήτησες. Κράτα και εσύ τον λόγο σου και δώσε μου την κόρη σου για γυναίκα μου.

Ο βασιλιάς τώρα βρήκε άλλη δικαιολογία να μη δώσει την κόρη του:

– Πρέπει, λέει, να της ράψεις ένα νυφικό στολισμένο με χρυσάφια, διαμάντια και μαργαριτάρια. Μετά θα παντρευτείτε.

Σαν έγινε κι αυτό με τη βοήθεια του Άράπη, ο βασιλιάς κατάλαβε πώς δεν θα είχε γλιτωμό. Κάλεσε τους χοτζάδες και έκανε τους γάμους. Και μετά:

– Να στήσεις, τού λέει μια γέφυρα ανάμεσα στα δύο παλάτια να περάσει η κόρη μου.

Ο Κέλογλαν αποτραβήχτηκε σε μια γωνιά, διέταξε στον Αράπη τη γέφυρα, και σε λίγο η κόρη του βασιλιά την περνούσε. Ήτανε πια στο παλάτι τους.

Από τότε πέρασαν μήνες. Η κόρη του βασιλιά περίεργη καθώς ήτανε σαν γυναίκα ήθελε να μάθει το μυστικό του Κέλογλαν.

– Αν μ’ αγαπάς να μού πεις το μυστικό σου, του λέει.

Ο Κέλογλαν αγαπούσε πολύ την κόρη του βασιλιά και της έδωσε τη σφραγίδα. Την ώρα εκείνη που περιεργαζότανε τη σφραγίδα μπαίνει ο εχθρός του Κέλογλαν ο βεζίρης, πού κρυφάκουγε, και αρπάζει τη σφραγίδα από τα χέρια της βασιλοπούλας. Ό βεζίρης έγλειψε τη σφραγίδα και εμφανίστηκε μπροστά του ο Άράπης.

– Στις διαταγές σου, του λέει.

– Διώξε από εδώ τον Κέλογλαν και το παλάτι του ριχτό στην άλλη άκρη της θάλασσας.

Έτσι κι έκανε ο Αραπης.

Ο Κέλογλαν πήγε στον βασιλιά και του διηγήθηκε ο,τι συνέβη. Εκείνος όμως θύμωσε και έριξε τον Κέλογλαν στην φυλακή.

Την ίδια ώρα η γάτα και ο σκύλος πού τάχε γλιτώσει ο Κέλογλαν μάθανε το πάθημά του.

Λέει o σκύλος στη γάτα:

– Σειρά μας τώρα να γλιτώσουμε εμείς τον Κέλογλαν.

Ανέβηκε η γάτα στη ράχη του σκύλου και κολυμπώντας φτάσανε στο νησί όπου ήτανε η φυλακή του Κέλογλαν. Βρήκανε τρόπο, τον γλιτώσανε, και οι τρεις μαζί φτάσανε στην άλλη άκρη της θάλασσας, στο παλάτι που ζούσε τώρα ο Βεζίρης. Η γάτα γαργάλησε με την ούρα της τη μύτη του Βεζίρη, εκείνος φτερνίστηκε και του φύγε η σφραγίδα που την φύλαγε κάτω από τη γλώσσα του.

Την άρπαξε ο Κέλογλαν, την έγλειφε και πρόσταζε στον Αράπη πού παρουσιάστηκε ευθύς μπροστά του.

– Πάρε τον Βεζίρη και πέταξέ τον πίσω από τον Καύκασο. Ύστερα πάρε το παλάτι και βάλ’ το σε μέρος πού να μην το φτάνει ο βασιλιάς.

Ο Αράπης έκανε ότι τον πρόσταζε ο Κέλογλαν. Και όχι μόνο αυτό, αλλά έφερε και τη μάνα του Κέλογλαν στο παλάτι. Μάνα, γιος, νύφη, γάτα και σκυλί ζήσανε χρόνια πολλά και ευτυχισμένα.

Ο Κέλογλαν δεν σταμάτησε να κάνει καλοσύνες. Κι η κόρη του βασιλιά δεν ζητούσε πια να μάθει για πράγματα πού δεν της έπεφτε λόγος.
***

Ναζίμ Χικμέτ – Το ερωτευμένο σύννεφο

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Χόρχε Μπουκάι: Ποτέ μην ξεχνάς το καλό που σου έκαναν


Χόρχε Μπουκάι: Ποτέ μην ξεχνάς το καλό που σου έκαναν




Ήταν μια φορά ένας βασιλιάς που ταξίδευε και, περνώντας μέσα από ένα δάσος, του επιτέθηκε μια αγέλη πεινασμένων λύκων. Ο βασιλιάς κατάλαβε πώς δεν μπορούσε να αμυνθεί, οπότε σπιρούνισε το άλογό του προσπαθώντας να ξεφύγει.


Μπαίνοντας πιο βαθιά στο δάσος κατάφερε να απομακρυνθεί από τους λύκους, αλλά χάθηκε. Όσο κι αν προσπαθούσε να προσανατολιστεί, δεν μπορούσε να βρει το δρόμο για να γυρίσει στην πόλη και, όσο πιο πολύ έψαχνε, τόσο περισσότερο χανόταν.

Οι ώρες πέρασαν κι αυτός έκανε κύκλους χωρίς αποτέλεσμα, όταν τρεις ληστές του έκλεισαν το δρόμο. Ήξερε πως ήταν δύσκολο να βγει ζωντανός από αυτή την κατάσταση, ακόμα κι αν τους παρέδιδε τα λίγα πράγματα που είχε μαζί του.

Ο βασιλιάς έβγαλε το στιλέτο του και κατάφερε να πληγώσει τον έναν από αυτούς αλλά δεν μπόρεσε να αποφύγει τον άλλον που, χτυπώντας τον από πίσω, τον έριξε στο έδαφος, και με τη βοήθεια του τρίτου τον ακινητοποίησαν, καθώς του έψαχναν την τσάντα.

Ο βασιλιάς από μέσα του αποχαιρέτησε τη ζωή και, χωρίς να αντιστέκεται άλλο, παραδόθηκε στο θάνατό του. Όλα θα είχαν τελειώσει με τον θάνατο του βασιλιά, αν δεν είχε εμφανιστεί και ένας πέμπτος άντρας στη σκηνή.

Βλέποντας την επίθεση κατά του ταξιδιώτη, και παρόλο που ήταν άοπλος, πλησίασε για να βοηθήσει φωνάζοντας: “Εδώ είναι. Προχωρήστε. Επίθεση! Τρεις αλήτες τον ληστεύουν… Πάνω τους…”



Οι ληστές δεν στάθηκαν για να εξακριβώσουν πόσοι άντρες έφταναν. Έφυγαν τρέχοντας και εξαφανίστηκαν στο πυκνό δάσος. Ο άντρας βοήθησε τον άρχοντα να σταθεί στα πόδια του, κι εκείνος κοίταξε πάνω από τον ώμο του σωτήρα του, ψάχνοντας για τους υπόλοιπους άντρες, αλλά αμέσως κατάλαβε πως δεν υπήρχαν.

Ξανά πάνω στο άλογό του, και καθώς τον συνόδευε μέχρι έξω από το δάσος, ο άντρας αναγνώρισε τον βασιλιά και προσφέρθηκε να τον συνοδέψει μέχρι το παλάτι. Ο βασιλιάς τον αντάμειψε με πολλά δώρα και, εκτιμώντας το κουράγιο και την εξυπνάδα του, τον έκανε υπουργό της αυλής.

Τα χρόνια πέρασαν. Ο φθόνος και οι αντιπαλότητες ποτέ δεν έλειψαν από το βασίλειο. Μια προδοσία ή κάποιο ψέμα οδήγησαν τον ισχυρό και με επιρροή υπουργό στο εδώλιο του κατηγορουμένου, επειδή είχε απαντήσει με τρόπο που – καθ’ υπερβολήν – θεωρήθηκε πράξη ανυπακοής προς το στέμμα.

Οι δικαστές, επηρεασμένοι από τις ποταπές προθέσεις εκείνων που αποσκοπούσαν στη θέση του υπουργού, τον καταδίκασαν άδικα σε θάνατο.

Αφού του διάβασε την καταδίκη, ο βασιλιάς του είπε: “Επειδή υπήρξες υπουργός της αυλής, έχεις δικαίωμα για μια τελευταία επιθυμία, πριν οδηγηθείς στο ικρίωμα και εκτελεστείς. Ζήτα οτιδήποτε και θα το έχεις.

Ο άντρας απάντησε: “Θέλω να φορέσω τα ρούχα που φορούσα όταν συνόδεψα την μεγαλειότητά σας τη μέρα που σας βρήκα χαμένο στο δάσος, και επίσης η μεγαλειότητά σας να φοράει κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης τα ρούχα εκείνης της μέρας”.

Ο βασιλιάς, ξαφνικά, θυμήθηκε. Μετέτρεψε την ποινή και επέστρεψε στον άντρα τη θέση που ποτέ δεν έπρεπε να του είχε αφαιρέσει. Ο εκ νέου υπουργός, από τη μεριά του, αναγνώρισε το λάθος που είχε κάνει κι έτσι εξασφάλισε την οριστική συγχώρεση του βασιλιά.

_______________________

~ “Βασίσου πάνω μου” Χόρχε Μπουκάι εκδόσεις Όπερα

Πηγή: enallaktikidrasi.com

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Το να μάθεις να τρέφεις την ψυχή σου είναι ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα της ζωής!


Το να μάθεις να τρέφεις την ψυχή σου είναι ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα της ζωής!




Ένας Πέρσης μυστικιστής δήλωνε: «Αν είχα δυο καρβέλια ψωμί, θα πούλαγα το ένα και θα αγόραζα μερικούς υάκινθους για την ψυχή μου». Η φροντίδα και η τροφή του πνεύματός σου είναι πολύ πιο σημαντικές από όλες τις άλλες σου δραστηριότητες· ό,τι άλλο κάνεις εξαρτάται από αυτό.



Όταν η ψυχή σου είναι καλοταϊσμένη, αισθάνεσαι περίφημα. Η υγεία σου είναι λαμπρή· είσαι γεμάτος ενέργεια και ενθουσιασμό· οι σχέσεις σου σου δίνουν μεγάλη ικανοποίηση· ό,τι αγγίζεις μετατρέπεται σε επιτυχία.

Αν η ψυχή σου πάσχει από ασιτία, τίποτε άλλο δεν λειτουργεί. Αισθάνεσαι χάλια· ταράζεσαι για ένα σωρό ανόητα πράγματα· τσακώνεσαι με τους ανθρώπους σε καθημερινή βάση· το καρνέ των επιταγών σου γίνεται τόσο μαντάρα ώστε αναγκάζεσαι να κλείσεις το λογαριασμό, να ανοίξεις καινούργιο και να εύχεσαι ότι δεν θα αποδειχτεί ακάλυπτη καμιά από τις παλιές σου επιταγές· στη δουλειά, ξοδεύεις τον περισσότερο χρόνο σου «σβήνοντας φωτιές»· η ερωτική σου ζωή είναι ταινία φρίκης, επικό δράμα ή έργο χωρίς πράξεις.

Σίγουρα, μπορείς να προσποιείσαι και να ξεγελάς μερικούς ανθρώπους, αλλά αν μέσα σου είσαι άδειος και πονάς, τίποτα απ’ όσα ξεκινάς να κάνεις, δεν θα σου φέρει την ικανοποίηση που αναζητάς. Όταν αναγνωρίζεις ότι το πνεύμα σου μαραίνεται, στάσου και κάνε ό,τι χρειάζεται για να ανανεωθείς. Βγες έξω. Βγάλε τον καλύτερό σου φίλο για φαγητό στο αγαπημένο σου εστιατόριο.

Περπάτα στην παραλία και ρούφηξε τη μαγική στιγμή που ο ήλιος φιλάει τη θάλασσα. Βάλε να σου κάνουν ένα μασάζ με αισθησιακά αρωματικά έλαια. Νοίκιασε τις αγαπημένες σου ταινίες, φτιάξε ένα τεράστιο μπολ ποπ-κορν και κάνε το δικό σου φεστιβάλ κινηματογράφου για ένα Σαββατοκύριακο.

Προγραμμάτισε ή κάνε τις διακοπές που αναβάλλεις εδώ και τόσον καιρό. Θαύμασε τη σκιά σου κάτω από την πανσέληνο. Ό,τι κάνεις για να νιώσεις καλύτερα, θα αλλάξει όλα όσα κάνεις. Όπως είπε και η Άλι ΜακΜπιλ: «Όταν τρώω ζελέ νιώθω καλύτερα. Μη μου ζητάτε να το αναγάγω σε επιστήμη».



Συνήθως, σκεφτόμαστε τη λιμοκτονία σαν σωματικό πρόβλημα και αγνοούμε κάτι που πηγαίνει βαθύτερα: την πνευματική πείνα. Όλοι έχουμε δει τις σπαραχτικές εικόνες των πεινασμένων παιδιών της Αφρικής, με τις πρησμένες κοιλιές και τα τεράστια θλιμμένα τους μάτια. Ωστόσο, βλέπουμε κάθε μέρα στους δικούς μας δρόμους ανθρώπους που είναι σωματικά χορτάτοι, αλλά η ψυχή τους λιμοκτονεί.

Δεν το πολυσκεφτόμαστε επειδή έχουμε καταλήξει να δεχόμαστε την ψυχική λιμοκτονία σαν τρόπο ζωής. Μπορεί να έχεις τεράστιο υλικό πλούτο και να είσαι απίστευτα πεινασμένος πνευματικά. Το να μάθεις να τρέφεις την ψυχή σου είναι ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα μιας ολόκληρης ζωής.
***

Απόσπασμα από το βιβλίο του Alan Cohen «Ρούφηξε τη ζωή αντί να σε ρουφάει» από τις εκδόσεις Η Δυναμική της Επιτυχίας

Πηγή: enallaktikidrasi

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Είναι άραγε αυτό το πρώτο καταγεγραμμένο τροχαίο με ζώο;


Είναι άραγε αυτό το πρώτο καταγεγραμμένο τροχαίο με ζώο;







Ένα ιδιαίτερο μνημείο βρίσκεται στα αρχαία τείχη της Έδεσσας. Μια έμμετρη επιγραφή διηγείται, με συγκινητικό τρόπο, σε πρώτο πρόσωπο, σαν να μιλούσε ένα μικρό γουρουνάκι τον θάνατό του!


«χοῖρος ὁ πᾶσι φίλος, τετράπους νέος, ἐνθάδε κεῖμαι Δαλματίης δάπεδον προλιπὼν δῶρον προσενεχθείς καὶ Δυρράχιν δὲ ἐπάτησα Ἀπολλωνίαν τε ποθήσας καὶ πᾶσαν γαίην διέβην ποσὶ μοῦνος ἄλιπτος νῦν δὲ τροχοῖο βίῃ τὸ φάος προλέλοιπα Ἠμαθίην δὲ ποθῶν κατιδεῖν φαλλοῖο δὲ ἅρμα ἐνθάδε νῦν κεῖμαι τῷ θανάτῳ μηκέτ’ ὀφειλόμενος»

«Ο χοίρος, ο φίλος όλων, ο τετράποδος νέος, ενθάδε κείμαι, έχοντας αφήσει τα χώματα της Δαλματίας όπου είχα δοθεί ως δώρο. Πόθησα και πάτησα το Δυρράχιο και την Απολλωνία μόνος μου, χωρίς να μείνω πίσω, διάβηκα όλη τη γη με τα πόδια. Τώρα όμως από τροχαίο έχασα το φως της ημέρας, πάνω στη στιγμή που ποθούσα να δω την Ημαθία και την πομπή της φαλλοφορίας σε άρμα, και κείμαι εδώ μη χρωστώντας πια τίποτα στον θάνατο»



Σύμφωνα με την έμμετρη επιγραφή, ο χοίρος ξεκίνησε μαζί με τον κύριο του από τη Δαλματία και πέρασε από το Δυρράχιο, όχι όμως την Απολλωνία, τη δεύτερη αφετηρία της Εγνατίας οδού στην Αδριατική θάλασσα. Στη συνέχεια, ως πολιτιστικοί ή μάλλον θρησκευτικοί τουρίστες, ταξίδεψαν προς τη Μακεδονία που αναφέρεται ποιητικά ως Ημαθία, για να πάρουν μέρος στη μεγάλη γιορτή των Φαλλοφορίων προς τιμή του Διόνυσου, αντίστοιχων


Επειδή όμως ο χοίρος σκοτώθηκε από τους τροχούς της άμαξας, ενταφιάστηκε στην περιοχή εκτός, των τειχών της αρχαίας Έδεσσας και το ανάγλυφο τοποθετήθηκε πάνω από τον τάφο του.

Το “ανάγλυφο του χοίρου” βρέθηκε το 1968 κατά τη διάρκεια αρχαιολογικής ανασκαφής ενσωματωμένη στα υστερορωμαϊκά τείχη της Έδεσσας.

Κατατάσσεται στη σπάνια κατηγορία των αφιερωμένων σε ζώο ταφικών αναγλύφων. Είχε κτιστεί ανάμεσα στις λιθοπλίνθους του τείχους, όπως και άλλα μαρμάρινα μνημεία (βωμοί, ανάγλυφες στήλες κ.λ.π.) κατά τη· υστερορωμαϊκή επιδιόρθωσή του, που προκλήθηκε από τον κίνδυνο των βαρβαρικών επιδρομών το β’ μισό του 3ου αι.μχ
***

Γιώργος Γιώτης

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Το γαϊδούρι--Νίκος Τσιφόρος


Νίκος Τσιφόρος – Το γαϊδούρι





Αυτός ήταν ο καημός μου από παιδί. Μου το ’λεγε ο μακαρίτης ο μπαμπάς, γκρίνιαζε κι η δόλια η μάνα μου.

-Εσύ, παιδί μου, δε θα βάλεις μυαλό ποτέ. Εσύ δε θα γίνεις άνθρωπος. Εσύ θα γίνεις γαϊδούρι.



Και να δεις που τα ’χα όλα τα γνωρίσματα του γαϊδουριού. Φωνακλάς ήμουνα, ασήμαντος ήμουνα, αναίσθητος ήμουνα και το χειρότερο, πεισματάρης ήμουνα. Άλλου είδους πεισματάρης. Τίποτα δεν παραδεχόμουνα.

Τράβαγε τα μαλλιά της η γριά.

-Ντύσου να πας στην εκκλησία.

-Δε θέλω.

-Τι θα πει, δε θέλεις, βρε γαϊδούρι; Τι θα πει; Δεν είσαι χριστιανός εσύ; Δεν είσαι ορθόδοξος;

Πήγαινα να της δώσω να καταλάβει:

-Έστω. Είμαι χριστιανός. Ποιος μ’ έκανε όμως;

-Ο νουνός σου.

-Γιατί να με κάνει; Με ρώτησε;

-Τι θα πει, σε ρώτησε; Έτσι γίνεται μ’ όλα τα παιδιά.

-Ποιος το λέει; Εγώ ήθελα να ’μαι βουδιστής. Εγώ διάβασα τον Βούδα και μ’ αρέσει ο Βούδας. Κι αντί η ταυτότητά μου να γράφει Χου-0 ήθελα να γράφει Που-Βου.

-Τι θα πει Που-Βου;

-Πούρος Βουδιστής!

-Τον κακό σου τον καιρό.

‘Ύστερα μου λέγανε για την καλή ανατροφή:

-Να μη λες ψέματα.

Εγώ έλεγα. Με βάζανε μπροστά:

-Γιατί λες, μωρέ;

-Όλοι λένε!

-Ο πατέρας σου λέει;

-Πώς δε λέει. Αφού έχει μαγαζί. Αφού αγοράζει τον -πήχη εκατό δραχμές, τον πουλάει χίλιες και λέει, «λόγω τιμής», ότι του κοστίζει εννιακόσιες.

-Αυτό δεν είναι ψέμα. Είναι εμπόριο.

Δεν το καταλάβαινα. Ύστερα όμως τα ξεχώρισα. Άμα λες ψέμα για τα να κερδίσεις, λέγεται «εμπόριο», «συμφέρον». Άμα λες ψέμα. γιατί σου κάνει κέφι, είσαι ψεύτης και πρέπει να σε περιχύνουνε με ζεματιστό νερό.



Έχει κι άλλα η ανατροφή. Ερχότανε στο σπίτι ένας κύριος, φίλος του πατέρα μου. Ήτανε σμιχτοφρύδης κι είχε και μια κρεατοελιά. Δεν τον χώνευα. Ήθελα να τον μουντζώσω. Λέγανε:



-Μη. Δεν κάνει. Είναι συνεταίρος με τον μπαμπά σου.

-Ε! Ο «μπαμπάς» ας τόνε φιλήσει, εγώ θα τόνε μουντζώσω. Δεν είναι δικός μου συνεταίρος.

Με δέρνανε. Πήγαινα κι εγώ πίσω από την πόρτα και τον μούτρωνα κρυφά! Αυτό μού το επιτρέπανε. Γελάγανε κιόλας. Αλλά μου το δηλώσανε:

-Άμα το ’χει και σε δει, θα σε σαπίσουμε στο ξύλο.

Τότε κατάλαβα ότι μπορείς να μουντζώνεις έναν κύριο, άμα κάνεις δουλειά μαζί του, αλλά να τον μουντζώνεις κρυφά.

Όταν τελείωσα το σχολείο, με ρωτήσανε τι δουλειά μ’ αρέσει. -Φαναρτζής! καμάρωσα.

Έφαγα ένα χαστούκι.

-Θα γίνεις δικηγόρος.

-Μα εγώ θέλω φαναρτζής.

-Στην οικογένειά μας, ποτέ.

-Και ο Κωστάκης, ο ξάδερφός μου, έγινε δικηγόρος και δεν έχει τσιγάρο να φουμάρει.

-Τίποτα. Θα μάθεις γράμματα.

Έμαθα. Αργότερα χτύπησα το κεφάλι μου που ήτανε γεμάτο γράμματα. Έβλεπα κείνους που είχανε φασόλια και φάβα με το τσουβάλι, είχανε τρελαθεί στα λεφτά. Καλύτερα να γέμιζα κι εγώ το κεφάλι μου ξυλοκέρατα. Θα ’μουνα κύριος. Τώρα έκανα τράκες, να πάω με το τραμ. Κι ήξερα απ’ όξω το «Κόρπους Γιούρις Τσιβίλις».Τοτε κατάλαβα ότι τα όσπρια αξίζουνε πιο πολύ απ’ τα γράμματα, Θέλησα να παντρευτώ. Αγαπούσα μια κοπέλα.

Λέει η μάνα μου:

– Όχι. Θα πάρεις προίκα.

– Μα εγώ δεν αγαπάω την προίκα. Κορίτσι αγαπάω…

– Θα πάρεις προίκα!

~Πήρα την προίκα. Πήρα και μια γυναίκα. Ερχότανε με την προίκα -μαζί. Είπα να μου δώσουνε μόνο την προίκα και ν’ αφήσω τη γυναίκα. Όχι! Μου δώσανε και τη γυναίκα.

Βγήκε μια ιδιότροπη, μια γκρινιάρα. Άσπρο εγώ, μαύρο αυτή. Μέρα εγώ, νύχτα αυτή. Μου ’ρχότανε να πάρω τον μπαλντά. αλλά μου είπαν ότι δεν επιτρέπεται. Κι έλεγε κάθε στιγμή:

-Που με πήρες για την προίκα μου!

Τότε κατάλαβα. Άμα πάρεις γυναίκα, δεν παίρνεις προίκα. Άμα πάρεις προίκα, δεν παίρνεις γυναίκα. Αλλά εκτιμάνε μόνο την προίκα. Πρέπει να γίνει ένας νόμος να παίρνουνε οι άνθρωποι-προίκες. Μόνο προίκες.

Στο τέλος μου είπανε:

-Να γίνεις βουλευτής.

-Δεν θέλω. Ποιος θα με ψηφίσει;

-Θα τα κανονίσουμε μεις.

Δεν ξέρω πώς τα κανονίσανε, αλλά μου πήρανε του κόσμου τα λεφτά, τυπώσανε φωτογραφίες και φυλλάδες. Φαίνεται ότι ήμουνα πολύ σπουδαίος και δεν το ’ξέρα. Βγήκα βουλευτής.

Τώρα με χαιρετούσανε όλοι. Ζητάγανε και ρουσφέτια. Εγώ ήμουνα γαϊδούρι κι έλεγα όχι. Θυμώνανε, αλλά μ’ εχτιμούσανε Λέγανε: «Είναι άτεγκτος». Κι έγινα υπουργός. Πάω να τα βάλω σε τάξη. Έρχονται κάτι λεφτάδες: «Θα κάνεις αυτόν τον νόμο · μου λένε. Μ’ έσκασε το γαϊδουρίσιο:

-Δεν τον κάνω.

Θυμώσανε.

-Θα σε ρίξουμε.

Τους πλακώνω στο ξύλο. Τους κάνω μπλε. Φωνάζουνε «αίσχος οι μισές εφημερίδες, φωνάζουνε «μπράβο» οι άλλες μισές, γίνεται σαματάς, γελάει ο κόσμος, κι εγώ κατάλαβα. Άμα θέλεις να γίνεις σπουδαίος, να τους πλακώνεις στο ξύλο κάτι τέτοιους, να σου λένε: «Θεός σχωρέσ’ τον πατέρα σου». Η μάνα μου το ’πε:

-Θεός σχωρέσ’ τον μακαρίτη! Έπρεπε να ζούσε, να σ’ έβλεπε Τώρα γίνηκες άνθρωπος.

Και λυπήθηκα μ’ όλη μου την ψυχή. Τι ωραία που ήτανε, όσο ήμουνα γαϊδούρι…
***

Νίκου Τσιφόρου – Ο κόσμος κι ο κοσμάκης

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Μια ιστορία από την Ανατολή


Μια ιστορία από την Ανατολή








Μενεξέδες και ζουμπούλια
και θαλασσινά πουλιά…

Η λίμνη που χρόνο με το χρόνο μίκραινε και άλλαζε χρώμα, έλεγε τα παράπονά της στο γερο-πλάτανο που ορθωνόταν πλάι της. Αναπολούσε με καμάρι τα παλιά χρόνια που ήταν πολύ μεγαλύτερη, έλεγε για τα πολλά ψάρια που υπήρχαν στα καθαρά νερά της, για τη χαρά των κατοίκων του χωριού όταν τα μάζευαν στα δίχτυα τους και για τις παρέες των νεαρών που έκαναν βόλτα στην παραλία ή βαρκάδα στα ήρεμα νερά της τραγουδώντας ή φλερτάροντας.


Έλεγε ακόμη πως, καθώς ήταν μικρή η απόσταση από τη μεγάλη πόλη, και με τους δρόμους «ταχείας κυκλοφορίας» που φτιάχτηκαν, άρχισαν να ξεφυτρώνουν γύρω της τετράγωνα κτήρια με φουγάρα. Ήταν βολικό το μέρος για όσους τα έκτιζαν, γιατί τα λύματα και ό,τι άλλο περίσσευε, τα έριχναν στα ρέματα που οδηγούσαν στη λίμνη. Οι κάτοικοι, πάλι, των γύρω χωριών που πίστευαν ότι είναι προνομιούχοι και ζούνε σε τόπο με άφθονο νερό, με ευκολία και χωρίς πολλές διαδικασίες το αντλούσαν από τα πηγάδια που άνοιγαν στην γύρω περιοχή, για να ποτίζουν καλλιέργειες που ήθελαν νερό. Χαίρονταν οι περισσότεροι για την «ανάπτυξη» του τόπου τους, και δεν τους απασχολούσε αν υπήρχε ο κατάλληλος έλεγχος ή αν άλλαζε η φυσιογνωμία της περιοχής τους.

Ούτε πάλι φαίνεται να ανησύχησαν όταν άρχισαν να βιώνουν τα πρώτα αποτελέσματα της υποβάθμισης του χώρου που ζούσαν. Όλοι οι σχεδιασμοί της περιβόητης «ανάπτυξης» μπορεί μεν να αφορούσαν την λίμνη, αλλά για τη συντήρηση και διατήρησή της μάλλον αδιαφορούσαν. Μια τα χρήματα ήταν λίγα, μια οι προσλήψεις προσωπικού περιορισμένες. Ακριβή, βλέπεις, ήταν η «ανάπτυξη» έτσι όπως την είχαν σχεδιάσει. Σιγά σιγά όμως και χρόνο με το χρόνο άρχισε να μειώνεται η έκταση της λίμνης, να θολώνουν τα νερά της και να λιγοστεύουν τα ψάρια μέχρι που σχεδόν εξαφανίστηκαν.

Είπε λοιπόν η λίμνη στο γερο- πλάτανο: «για τις πολλές χάρες που είχα, και για τη σημερινή μου κατάντια έγραφαν και γράφουν οι εφημερίδες. Τώρα ‘’επιδοτούμαι’’, έτσι λένε οι χωριανοί. Κάποιοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι θα γίνω όπως ήμουν κάποτε, αλλά τι τα θέλεις, η λάμψη μου άρχισε να φθίνει με τον καιρό. Μια περίοδο πήγαιναν κι έρχονταν οι ‘’μελετητές’’, όπως τους έλεγαν. Από υποσχέσεις, δόξα τω Θεώ, άκουγες πολλές, στις συγκεντρώσεις τα λόγια τους περίσσευαν, ήταν ευχάριστα και όλο μιλούσαν για έργα και λεφτά που χρειάζονται. Τη θεσμοθέτηση όμως κανόνων και ελέγχων που θα περιόριζαν το μαρασμό μου, την άφηναν για το μέλλον. Ίσως και να σκέφτονταν ότι μπορεί να αλλάξουν οι σχεδιασμοί αυτών που με ρυπαίνουν, ότι δεν θα έχουν πλέον οικονομικά οφέλη και θα φύγουν. Έτσι, δεν προέκυψε τελικά τίποτα καινούργιο και σπουδαίο, τα ίδια Παντελάκη μου τα ίδια Παντελή μου.



Ανέξοδες και ευχάριστες είναι οι υποσχέσεις, γερο-πλάτανε. Στην υλοποίησή τους όμως είναι η δυσκολία, όταν δεν υπάρχει ολοκληρωμένη γνώση και συγκεκριμένος σχεδιασμός. Τα παιδιά συνεχίζουν ακόμα να χαίρονται, όταν έρχονται κοντά μου. Οι μεγαλύτεροι όμως προτιμούν τα μαγαζάκια που είναι απέναντι. Να, εκείνα που οι ταμπέλες γράφουν ‘’ρεστοράν’’ και που πιο παλιά έγραφαν ‘’ταβέρνα’’ ή ‘’κουτούκι’’ και το όνομα του αφεντικού».

Ο Πλάτανος σείοντας τότε τη φυλλωσιά του, άρχισε να της διηγείται μια ιστορία:1

Μία φορά ήτανε ένας σουλτάνος αιμοβόρος και τον καταριότανε όλος ο κόσμος. Τη νύχτα γινότανε «τεπτίλι», δηλ. έβαζε ξένα ρούχα, και γύριζε μέσα στα σοκάκια και στα μαγαζιά, για να δει τι έλεγε ο κόσμος γι’ αυτόν. Από παντού άκουγε κατάρες και βλαστήμιες. Μα δεν απελπιζότανε. Δυό-τρία χρόνια έβγαινε στη βόλτα, μα δεν άκουσε μήτε έναν άνθρωπο να πει καλόν λόγο για τον σουλτάνο. Απάνω στα τρία χρόνια, εκεί που περπατούσε ένα βράδυ σ΄ έναν δρόμο, μια γριά, πολύ γριά, τον γνώρισε, κι είπε: «Πολυχρονεμένε μου σουλτάνε, μέρες να κόβει ο Αλλάχ από μένα, χρόνια να σου τις δίνει».



Ο σουλτάνος παραξενεύτηκε πως βρέθηκε άνθρωπος να τον ευχηθεί, και ρώτησε τη γριά τι καλό είχε δει από αυτόν και τον ευχιότανε. Κι η γριά του είπε: «Εγώ θα σου πω την αλήθεια και δεν με μέλει αν με σκοτώσεις, γιατί είμαι γριά . Εγώ έφταξα τρεις σουλτάνους, τον παππού σου, τον πατέρα σου κι εσένα». «Λοιπόν», της λέγει ο σουλτάνος, «τι άνθρωπος ήτανε ο παππούς μου;» «Ο παππούς σου», λέγει η γριά, «ήτανε κακός άνθρωπος. Κρέμαζε, παλούκωνε, έσφαζε». «Κι ο πατέρας μου;» τη ρωτά ο σουλτάνος. «Ο πατέρας σου ήτανε χειρότερος από τον παππού σου», λέγει η γριά. «Κι εγώ», τη ρωτά ο σουλτάνος, τι άνθρωπος είμαι;» «Εσύ είσαι πιο παλιάνθρωπος από τον πατέρα σου». «Και τότε, γιατί με πολυχρονίζεις;» τη ρωτά πάλι ο σουλτάνος. «Σε πολυχρονίζω, επειδή ο πατέρας σου ήτανε χειρότερος από τον παππού σου, κι εσύ χειρότερος από τον πατέρα σου, παρακαλώ τον Θεό να σε πολυχρονίζει, γιατί αυτός που θα ’ρθει ύστερα από σένα, θα ΄ναι ακόμα χειρότερος»

Τη συζήτηση διέκοψε ο θόρυβος από ένα φορτηγό-βυτίο που σταμάτησε στην άκρη της λίμνης. Ο οδηγός κατέβηκε σιγοτραγουδώντας «η ζωή τραγούδι θέλει φτάνουν τα προβλήματα..», σήκωσε το μοχλό πλάι στην καρότσα και άδειασε όλο το περιεχόμενό της.

Ένα ζευγάρι πελαργών πέταξε απέναντι.



________________________________

1 Όπως λέει αυτή την ιστορία ο Φώτης Κόντογλου στο βιβλίο του «Ευλογημένο Καταφύγιο».

~ Του Παύλου Πατσώνη, Δασολόγου

Πηγή:dasarxeio.com

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ




ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ

Δύο άνδρες , και οι δύο σοβαρά άρρωστοι, έμεναν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου .
Του ενός άνδρα του επιτρεπόταν να σηκώνεται όρθιος στο κρεβάτι του για μία ώρα κάθε απόγευμα
για να κατέβουν τα υγρά από τα πνευμόνια του .
Το κρεβάτι του βρισκόταν δίπλα στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου .
Ο άλλος άνδρας έπρεπε να περνάει όλη την ώρα του ξαπλωμένος .Οι άνδρες μιλούσαν για ώρες.
Μιλούσαν για τις γυναίκες και τις οικογένειές τους,τα σπίτια , τις δουλειές τους ,
τη συμμετοχή τους στη στρατιωτική θητεία , πού ήταν σε διακοπές.
Κάθε απόγευμα , όταν ο άνδρας στο κρεβάτι με το παράθυρο μπορούσε να σηκωθεί περνούσε την ώρα του περιγράφοντας στον συγκάτοικό του όλα τα πράγματα που έβλεπε έξω από το παράθυρο.
Ο άνδρας στο άλλο κρεβάτι άρχιζε να ζει για αυτές τις περιόδους μίας ώρας όπου ο κόσμος του διευρυνόταν
και ζωντάνευε με όλη τη δραστηριότητα και το χρώμα από τον κόσμο εκεί έξω.
Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια όμορφη λίμνη.
Πάπιες και κύκνοι έπαιζαν στα νερά ενώ παιδιά αρμένιζαν τα καραβάκια τους.
Ερωτευμένοι νέοι περπατούσαν χέρι-χέρι ανάμεσα σε κάθε χρώματος λουλούδια
και μια ωραία θέα του ορίζοντα της πόλης μπορούσε να ιδωθεί στο βάθος.
Καθώς ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε όλα αυτά με θεσπέσια λεπτομέρεια ,
ο άνδρας στο άλλο μέρος του δωματίου έκλεινε τα μάτια του και φανταζόταν αυτό το γραφικό σκηνικό.
Μέρες , βδομάδες και μήνες πέρασαν .
Ένα πρωί , η πρωινή νοσοκόμα ήρθε να τους φέρει νερό για το μπάνιο τους
και είδε το άψυχο σώμα του άνδρα δίπλα στο παράθυρο , ο οποίος είχε πεθάνει ειρηνικά στον ύπνο του.
Ξαφνιάστηκε και κάλεσε τους θεράποντες ιατρούς να πάρουν το νεκρό σώμα .
Μόλις θεωρήθηκε πρέπον, ο άλλος άνδρας ρώτησε αν θα μπορούσε να μεταφερθεί δίπλα στο παράθυρο .
Η νοσοκόμα ευχαρίστως έκανε την αλλαγή , και αφού σιγουρεύτηκε ότι ο άνδρας αισθανόταν άνετα, τον άφησε μόνο .
Σιγά, επώδυνα , στήριξε τον εαυτό του στον ένα του αγκώνα για να δει για πρώτη φορά του τον έξω κόσμο .
Πάσχισε να γείρει να δει έξω από το παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι.
Αντίκρισε ένα λευκό τοίχο .
Ο άνδρας ρώτησε τη νοσοκόμα τι θα μπορούσε να κάνει το συχωρεμένο συγκάτοικό του να περιγράφει τόσο έξοχα πράγματα έξω από το παράθυρο.
Η νοσοκόμα αποκρίθηκε πως ο άνδρας ήταν τυφλός και δεν μπορούσε να δει ούτε τον τοίχο.
Είπε , ' Ίσως ήθελε απλώς να σου δώσει θάρρος . '
————————–————————–————————
Είναι μεγάλη ευτυχία να μπορείς να δίνεις ευτυχία στους αλλους!!
Η μοιρασμένη λύπη είναι μισή λύπη , αλλά η ευτυχία όταν μοιράζεται, διπλασιάζεται.
Αν θέλεις να νιώσεις πλούσιος , απλώς μέτρησε όλα τα πράγματα που έχεις που τα χρήματα δεν μπορούν να αγοράσουν .
Το Σήμερα είναι ένα δώρο….ας μαθουμε να ειμαστε ευτυχισμενοι με αυτα που ηδη εχουμε και να λεμε καθε μερα ενα τεραστιο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ !

ΕΔΩ ΤΟ VIDEO