Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Τα Χριστούγεννα ενός αγοριού


Τα Χριστούγεννα ενός αγοριού (Συγκλονιστικό)


Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι- Κάπου, κάποτε, ακριβώς παραμονές Χριστουγέννων, συνέβη σε μία τεράστια πόλη και με τρομερή παγωνιά. 
Έχω την εντύπωση, λοιπόν, ότι υπήρχε στο υπόγειο ένα αγόρι, όμως πολύ μικρό ακόμα, έξι χρονών ή μπορεί και μικρότερο.
Αυτό το αγόρι ξύπνησε το πρωί μέσα σε ένα υγρό, κρύο υπόγειο. Φορούσε κάτι σαν ρομπάκι και τουρτούριζε. Η ανάσα του έβγαινε από το στόμα του σαν άσπρος αχνός,
κι εκείνο, καθισμένο πάνω σε ένα σεντούκι στη γωνίτσα, διασκέδαζε παρατηρώντας την να πετάει και να χάνεται.

Όμως, ήθελε τόσο πολύ να φάει κάτι. Είχε πλησιάσει κάμποσες φορές από το πρωί το σανιδένιο κρεβάτι, όπου πάνω σε ένα λεπτό σαν φύλλο στρώμα και με έναν μπόγο
για μαξιλάρι κειτόταν η άρρωστη μητέρα του.

Πως βρέθηκε άραγε εδώ; Θα πρέπει να ήρθε με το αγοράκι της από κάποια άλλη πόλη και αρρώστησε ξαφνικά. Την ιδιοκτήτρια των κρεβατιών την είχαν συλλάβει δύο μέρες πριν.

Οι ένοικοι σκόρπισαν στα πόστα τους, λόγω γιορτών, κι ένας ακαμάτης που έμεινε κειτόταν ήδη μεθυσμένος του θανατά ολόκληρα εικοσιτετράωρα, χωρίς να περιμένει καν τη γιορτή.

Στην άλλη άκρη του δωματίου βογκούσε μία ογδοντάχρονη γριούλα, που έζησε κάποτε, κάπου, σαν γκουβερνάντα, και τώρα πέθαινε μόνη, βογκώντας, μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας στο αγόρι, που άρχισε να φοβάται πιά να πλησιάσει προς τη γωνιά της.

Κάπου σε μία πεζούλα ανακάλυψε κάτι για να πιεί, αλλά δε βρήκε ούτε μία κόρα ψωμί για να φάει, και πήγαινε τώρα για δέκατη φορά να ξυπνήσει τη μητέρα του. Τελικά, μέσα στο σκοτάδι ενίωσε να φοβάται: είχε βραδιάσει εδώ και ώρα, αλλά κανείς δεν άναψε φως.

Ψηλαφώντας το πρόσωπο της μαμάς του, παραξενεύτηκε που εκείνη δεν κουνήθηκε καθόλου και ήταν τόσο παγωμένη όσο κι ο τοίχος.

«Πολύ κρύο κάνει εδώ μέσα», σκέφτηκε, στάθηκε λίγο ακόμα, ξεχνώντας ασυναίσθητα το χέρι του στον ώμο της μακαρίτισσας, μετά χουχούλιασε τα δαχτυλάκια του, για να τα ζεστάνει, και ξαφνικά, ξετρυπώνοντας από το κρεβάτι το κασκετάκι του, σιγά σιγά, ψηλαφητά, βγήκε από το υπόγειο.

Θα είχε φύγει νωρίτερα, αλλά φοβόταν εκεί πάνω στη σκάλα το μεγάλο σκυλί που στεκόταν ολημερίς έξω από την πόρτα των γειτόνων. Όμως, τώρα πιά το σκυλί δεν ήταν εκεί, κι αυτός βγήκε γρήγορα στο δρόμο.

Θεέ μου, τι πόλη ήταν αυτή! Ποτέ άλλοτε δεν είχε δεί κάτι παρόμοιο. Εκεί απ’ όπου ερχόταν, τις νύχτες πέφτει μαύρο σκοτάδι, ένας φανοστάτης φωτίζει όλο το δρόμο. Τα ξύλινα, χαμηλούτσικα σπιτάκια κλειδαμπαρώνονται με παντζούρια.

Έξω, με το που θα πάρει να σουρουπώνει, δε θα δείς κανέναν —κλείνονται όλοι στα σπίτια τους, και το μόνο που ακούς είναι το ουρλιαχτό από ολόκληρα κοπάδια σκυλιών, εκατοντάδες και χιλιάδες από αυτά αλυκτούν και γαβγίζουν όλη τη νύχτα.

Ωστόσο, εκεί κάτω ήταν τόσο ζεστά και του έδιναν να φάει, ενώ εδώ, ω Θεέ μου, ας έτρωγε μία στάλα! Και τι θόρυβος και φασαρία είναι αυτή, πόσο φως και πόσοι άνθρωποι, άλογα και άμαξες, και παγωνιά, παγωνιά!

Παγωμένος αχνός βγαίνει από τα καταπονημένα άλογα, από τις καυτές ανάσες τους. Κάτω από το λιωμένο χιόνι βροντοκοπούν πάνω στην πέτρα τα πέταλά τους, κι όλοι σπρώχνονται τόσο και, ω Θεέ μου, πόσο θέλει να φάει, ένα κομματάκι οτιδήποτε έστω, και τα δάχτυλα άρχισαν ξαφνικά να πονάνε τόσο.

Δίπλα του πέρασε το όργανο της τάξης που έστρεψε αλλού το πρόσωπό του, για να μη δεί το μικρό.

Να κι άλλος δρόμος, τόσο πλατύς! Εδώ σίγουρα μπορούν να σε ποδοπατήσουν. Πως φωνάζουν όλοι, πως τρέχουν και τι φώτα, τι φώτα! Ω, αυτό τι είναι; Α, ένα μεγάλο τζάμι, και πίσω από το τζάμι ένα δωμάτιο, και στο δωμάτιο ένα δέντρο ίσαμε το ταβάνι.

Είναι ένα έλατο, και πάνω στο έλατο τόσα φωτάκια, τόσα χρυσαφένια χαρτάκια και μήλα και κουκλάκια και μικρά αλογάκια. Πέρα δώθε στο δωμάτιο τρέχουν παιδιά, στολισμένα και καθαρά, γελούν και παίζουν και κάτι τρώνε και πίνουν.

Να, το κοριτσάκι εκείνο άρχισε να χορεύει με το αγοράκι, τι όμορφη κοπελίτσα! Ορίστε κι η μουσική που ακούγεται πίσω από το τζάμι.

Κοιτάζει ο μικρός και θαυμάζει, γελάει μάλιστα, τώρα του πονάνε ήδη και τα δαχτυλάκια των ποδιών, ενώ των χεριών έγιναν πιά κατακόκκινα, δεν κλείνουν και πονάνε όταν τα κουνάει.

Ξάφνου το αγόρι θυμήθηκε ότι του πονάνε τόσο πολύ τα δάχτυλα, έβαλε τα κλάματα και συνέχισε το δρόμο του, αλλά να που πάλι βλέπει, μέσα από ένα άλλο τζάμι, ένα άλλο δωμάτιο κι ένα δέντρο, και στα τραπέζια πάνω γλυκίσματα κάθε είδους —αμυγδαλωτά, κόκκινα, κίτρινα, και κάθονται εκεί τέσσερις πλούσιες κυρίες, που δίνουν σε όσους μπαίνουν γλυκά, κι ανοίγει για μία στιγμή η πόρτα και μπαίνουν απ’ έξω κάμποσοι κύριοι.

Πλησίασε στα κλεφτά ο μικρός, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Οχ, τι φωνές ήταν αυτές και τι χειρονομίες!

Μία κυρία έτρεξε γρήγορα, του έβαλε στο χέρι ένα καπίκι και του άνοιξε την πόρτα για να βγεί. Πόσο φοβήθηκε ο μικρός! Το καπίκι του έπεσε την ίδια στιγμή και κύλησε πάνω στα σκαλοπάτια, γιατί δεν μπορούσε, βλέπετε, να κλείσει τα κόκκινα δάχτυλά του και να το σφίξει.

Το έβαλε στα πόδια ο μικρός κι έτρεξε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς να ξέρει προς τα που. Πάλι θέλει να κλάψει, αλλά φοβάται, και τρέχει, τρέχει χουχουλιάζοντας τα χεράκια του. Τότε τον πιάνει μία θλίψη, γιατί ξαφνικά ένιωσε τόσο μόνος και τόσο απαίσια.

Όμως, ξάφνου, Θεέ και Κύριε! Τι είναι αυτό πάλι; Ένα πλήθος ανθρώπων στέκεται και κάτι κοιτάζει: σε ένα παράθυρο, πίσω από το τζάμι, τρεις κούκλες, μικρές, με κόκκινα και πράσινα ρουχαλάκια, και εντελώς σαν ζωντανές!

Ένα γεροντάκι κάθεται και σαν να παίζει ένα μεγάλο βιολί, δύο άλλοι στέκονται όρθιοι και παίζουν μικρότερα βιολιά, και κουνάνε τα κεφάλια τους με ρυθμό, κι έπειτα κοιτάνε ο ένας τον άλλο και τα χείλη τους κουνιούνται, μιλάνε, πραγματικά μιλάνε, μόνο που λόγω του τζαμιού δεν ακούγονται.

Στην αρχή ο μικρός σκέφτηκε ότι είναι ζωντανοί, αλλά, μόλις κατάλαβε ότι είναι κούκλες, έβαλε τα γέλια. Δεν είχε δεί ποτέ τέτοιες κούκλες και δεν ήξερε καν ότι υπάρχουν τέτοιες! Του έρχεται να κλάψει, αλλά είναι τόσο αστείες αυτές οι κούκλες.

Ξάφνου του φάνηκε ότι κάποιος πίσω του τον άρπαξε από το ρομπάκι του: ένα ψηλό κακιωμένο αγόρι στάθηκε δίπλα του, του έδωσε μία καρπαζιά, του πέταξε το κασκέτο και του έχωσε μία κλοτσιά.

Κυλίστηκε ο μικρός στο έδαφος, κάποιοι έβαλαν τις φωνές, τα έχασε τότε, πετάχτηκε πάνω και όπου φύγει φύγει, μέχρι που έφτασε κάπου, άγνωστο που, σε μία αυλή, μία άγνωστη αυλή. Στάθηκε να πάρει ανάσα πίσω από ένα σωρό ξύλων. «Εδώ δε θα με βρούν, είναι κατασκότεινα».

Κάθισε μαζεμένος, χωρίς να μπορεί να συνέλθει από το φόβο, και τότε απρόσμενα, εντελώς απρόσμενα, ενίωσε τόσο ευχάριστα: τα χεράκια και τα ποδαράκια του σταμάτησαν να πονάνε κι αισθάνθηκε μία τέτοια ζεστασιά, τέτοια ζεστασιά, σαν να βρισκόταν δίπλα στη σόμπα.

Νάτος, τρεμουλιάζει ολόκληρος, αχ, μα ναί, μοιάζει να αποκοιμιέται! Τι ωραία να κοιμόταν εδώ: «Θα κάτσω λίγο και θα πάω να δω πάλι τις κούκλες», σκέφτηκε ο μικρός και χαμογέλασε, φέρνοντάς τες στο μυαλό του, εντελώς σαν αληθινές!…

Αλλά τότε άκουσε τη μητέρα του να του τραγουδάει ένα νανούρισμα. «Μαμάκα, κοιμάμαι, αχ, τι ωραία κοιμάμαι εδώ πέρα!»

«Πάμε σπίτι μου, στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, αγοράκι», ψιθύρισε από πάνω του μία σιγανή φωνή.

Σκέφτηκε ότι θα ήταν η μητέρα του, αλλά όχι, δεν ήταν. Ποιος είναι αυτός που τον καλεί, δεν τον βλέπει, όμως ναί, κάποιος έσκυψε πάνω του και τον αγκαλίασε μέσα στο σκοτάδι, και ο μικρός του έτεινε το χέρι και… και τότε, ω, τι φως! Ω, τι έλατο είναι αυτό!

Μα δεν είναι καν έλατο, τέτοια δέντρα δεν είχε ξαναδεί ποτέ! Που βρίσκεται τώρα; Όλα λάμπουν, όλα ακτινοβολούν και γύρω τόσες κούκλες, αγοράκια και κοριτσάκια, τόσο λαμπερά, όλο στριφογυρνάνε γύρω του, πετάνε, τον φιλάνε, τον πιάνουν από το χέρι, τον παίρνουν μαζί τους, ναί, τώρα πετάει κι ο ίδιος, και βλέπει τη μητέρα του να τον κοιτάζει και να του χαμογελάει τόσο χαρούμενη.

«Μαμά! Μαμά! Αχ, τι ωραία που είναι εδώ, μαμά!» της φωνάζει ο μικρός και ξαναφιλιέται με τα παιδάκια και θέλει να τους μιλήσει αμέσως για τις κούκλες εκείνες πίσω από το τζάμι. «Ποια είστε εσείς, αγοράκια; Ποιες είστε εσείς, κοριτσάκια;» ρωτάει γελώντας και αγκαλιάζοντάς τα.

«Αυτό είναι το Δέντρο του Χριστού», του απαντάνε. «Στο σπίτι του Χριστού πάντα τη μέρα αυτή υπάρχει ένα δέντρο για τα μικρά παιδάκια που δεν έχουν δικά τους δέντρα…»

Έμαθε τότε ότι τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδάκια σαν κι αυτόν, που κάποια ξεπάγιασαν μέσα στα καλαθάκια τους, όταν τα εγκατέλειψαν στα σκαλιά των σπιτιών των αξιωματούχων της Πετρούπολης, άλλα πέθαναν στο βρεφοκομείο, κάποια τρίτα ξεψύχισαν πάνω στο στεγνό στήθος της μητέρας τους (την εποχή του λοιμού της Σαμάρας), και κάποια άλλα έσκασαν στα βαγόνια της τρίτης θέσης από τις αναθυμιάσεις, κι όλα είναι τώρα εδώ, όλα είναι τώρα άγγελοι, κοντά στον Χριστό, κι Εκείνος, ανάμεσά τους, τους απλώνει το χέρι και τα ευλογεί, όπως και τις αμαρτωλές μητέρες τους…

Ναί, οι μητέρες των παιδιών στέκονται εδώ δίπλα στην ακρούλα και κλαίνε. Όλες αναγνωρίζουν το αγοράκι τους ή το κοριτσάκι τους, το πλησιάζουν και το φιλάνε, του σκουπίζουν τα δάκρυα με τα χέρια τους και του ζητάνε να μην κλαίει, γιατί εδώ είναι καλά τώρα…

Κάτω, το πρωί, οι οδοκαθαριστές βρήκαν το μικρό πτωματάκι του ξεπαγιασμένου αγοριού πίσω από τα ξύλα. Αναζήτησαν και τη μητέρα του… Εκείνη είχε πεθάνει νωρίτερα. Συναντήθηκαν κοντά στον Κύριο και Θεό, στους ουρανούς.
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: “Τα Χριστούγεννα ενός αγοριού” Από το ημερολόγιο του συγγραφέα


Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

Στο θάλαμο 426.


 Î‘ποτέλεσμα εικόνας για Το καροτσι νοσηλειας πλησιαζει το θαλαμο 426. Δικλινο. Ενας ασθενης μεσα. 12 χρονων. Αγορι.    Î‘ποτέλεσμα εικόνας για ΚΛΟΟΥΝ

2 μ.μ.: Το καρότσι νοσηλείας πλησιάζει το θάλαμο 426. Δίκλινο. Ένας ασθενής μέσα. 12 χρονών. Αγόρι. Λευχαιμία. Δεύτερο σχήμα χ/ο. Οι παρενέργειες έχουν αρχίσει πια να εκδηλώνονται πιο συχνά.
Ο Νοσηλευτής μπαίνει στο θάλαμο. Ο μικρός Α. απουσιάζει. Μόνο η μάνα στην καρέκλα σκυφτή. Σηκώνει το κεφάλι. Σηκώνει το χέρι και με δυσκολία δείχνει το μπάνιο.
-«Πάλι εμετοί»; ρωτάει ο Νοσηλευτής.
-«Όχι. Κλαίει.»
-«Γιατί; Του είπαν κάτι άσχημο οι γιατροί;»
-«Όχι παιδί μου», απαντά η μάνα. «Δεν είδες;»
-«Όχι, τι να δω;»
-«Να, πριν από λίγο, πέρασε από εδώ ένας κλόουν, μπήκε στο θάλαμο, είδε τον Α. κι έφυγε. Είχε κάνει λάθος όροφο.»
-«Μάλιστα. Και ο μικρός απογοητεύθηκε και τώρα κλαίει», είπε ο Νοσηλευτής με φωνή, που μόλις έβγαινε από μέσα του.
Η μάνα έγνεψε καταφατικά δακρυσμένη.
-«Και αύριο έχουμε το κρίσιμο χειρουργείο», είπε η μάνα με πνιχτή φωνή.
Σφίγγοντας τα δόντια, ο Νοσηλευτής εκτελεί τη νοσηλεία και βρίσκοντας μια δικαιολογία πηγαίνει στα αποδυτήρια.

6 μ.μ.: Θάλαμος 426. Ο μικρός Α. ξαπλωμένος, κοιτάζει το ταβάνι. Ακούει το καρότσι νοσηλείας να πλησιάζει. «Πάλι θα μου βάλουν νερό με τη σύριγγα από το ροζ κουμπάκι, σκέπτεται». «Και γιατί δε μου το δίνουν να το πιω να τελειώνουμε;»
Η πόρτα ανοίγει. Ο μικρός Α. γυρνά προς το μέρος του καροτσιού και βλέπει μια μεγάλη κόκκινη στρογγυλή μύτη πίσω από αυτό.
-«Συγγνώμη που άργησα», είπε ο κλόουν. «Μου είπαν, ότι είχα παρκάρει παράνομα το δελφίνι, που με έφερε.»
-«Ποιο δελφίνι;»
-«Αυτό», είπε ο κλόουν κι έφτιαξε ένα μπαλονένιο δελφίνι και το πρόσφερε στον μικρό Α..
Ο μικρός γέλασε για πρώτη φορά ύστερα από μήνες. Η μάνα του έκλαιγε γοερά στη γωνία. Γιατί ήξερε. Δεν υπήρχε κανένας επαγγελματίας κλόουν. Ο Νοσηλευτής ήταν.

8 μ.μ.: Η μάνα πηγαίνει στην αλλαγή. -«Πως θα σου ξεπληρώσω παιδί μου αυτό, που έκανες σήμερα;»
-«Δεν έκανα τίποτα εγώ. Όλα τα έκανε ο κλόουν. Αλλά... ναι, υπάρχει ένα πράγμα, που θα ήθελα να κάνετε για μένα.»
-«Τι παιδί μου;»
-«Όταν ο Α. βγει από δω όρθιος και γερός, θέλω να του πείτε ότι όταν τον τρύπησα για να του περάσω τον ορό, πόνεσα κι εγώ μαζί μ’ αυτόν. Δεν το έκανα επίτηδες, πείτε του, ούτε για να του κάνω κακό. Αυτό να του πείτε.»
Στη μάνα του μικρού όμως, φαίνεται να της λείπει μια εξήγηση…
-«Αλήθεια παιδί μου, γιατί επέλεξες να κάνεις αυτή τη δουλειά;»
Ο Νοσηλευτής προσπάθησε να απαντήσει. Δεν τα κατάφερε. Δεν έβγαινε λέξη. Μονάχα έδειξε τον μικρό Α., που χαμογελούσε, κρατώντας αγκαλιά το μπαλονένιο δελφίνι. Και, καθώς, ο ουρανός ντυνόταν με την επίσημη βραδινή του ενδυμασία, ο Νοσηλευτής με βήμα αργό, ταλαιπωρημένο, πήρε το δρόμο για το σπίτι. Κανείς δε ξέρει και κανείς δε μπορεί να ανταμείψει τέτοιες πράξεις και τέτοια επαγγέλματα.Και κανένας δε θα μάθει ποτέ, πως αισθάνεται και πως ενεργεί ένας Νοσηλευτής. Όλοι όμως μαθαίνουν απ’ αυτόν, πώς να γίνονται καλύτεροι άνθρωποι. Ή άπλα άνθρωποι.
απλά ευχαριστούμε…Σημείωση: το κείμενο αποτελεί κατάθεση αληθινής, επαγγελματικής εμπειρίας του κ. Λ. Λιάπη. Πρόκειται για πραγματική ιστορία. Ο μικρός Α. συνέχισε δυνατά και έγινε Νοσηλευτής.

ΠΗΓΗ https://www.eleftheria.gr

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

Ένας αγρότης καλλιεργούσε εξαιρετικής ποιότητας καλαμπόκι



Ήταν κάποτε ένας αγρότης που καλλιεργούσε εξαιρετικής ποιότητας καλαμπόκι. Κάθε χρόνο κέρδιζε το πρώτο βραβείο για το καλύτερο καλαμπόκι. Μια χρονιά  ένας δημοσιογράφος από μία εφημερίδα του  πήρε  συνέντευξη, και έμαθε κάτι πολύ  ενδιαφέρον για  τον τρόπο που καλλιεργούσε. 

Ο δημοσιογράφος  ανακάλυψε ότι ο αγρότης μοιραζόταν το σπόρο του καλαμποκιού του  με τους γείτονές του. «Μα, σε παίρνει να μοιράζεσαι τον καλύτερό σου σπόρο με τους γείτονές σου τη στιγμή που κι αυτοί παίρνουν μέρος στον ίδιο διαγωνισμό;» τον ρώτησε.

«Μα βέβαια, κύριε», είπε ο αγρότης, «δεν το ξέρετε; Ο αέρας  παίρνει τη γύρη από το καλαμπόκι που ωριμάζει και την τριγυρνάει από χωράφι σε χωράφι. Αν οι γείτονές μου καλλιεργούν κατώτερης ποιότητας καλαμπόκι, και το δικό μου καλαμπόκι σταδιακά θα υποβαθμιστεί μέσω της  σταυρογονιμοποίησης. Εφόσον θέλω να καλλιεργώ καλής  ποιότητας καλαμπόκι πρέπει να βοηθήσω και τους γείτονές  μου να καλλιεργούν καλή  ποιότητα καλαμποκιού.»

Έτσι γίνεται και με τη ζωή μας. Όσοι θέλουμε να ζούμε καλά και με  νόημα θα πρέπει να εμπλουτίσουμε  τις  ζωές  των γύρω μας, γιατί η αξία της  ζωής μετριέται με τις ζωές που αγγίζει. Και όσοι επιλέγουν να  ζουν χαρούμενοι και ευτυχείς πρέπει να βοηθήσουν και άλλους να βρούν χαρά και ευτυχία, γιατί η ευημερία του ενός συναρτάται με  την ευημερία όλων μας…

Πέστε το η δύναμη της  συλλογικότητας
Πέστε το η αρχή της επιτυχίας
Πέστε το ο νόμος της ζωής
Η αλήθεια είναι ότι κανείς μας δεν κερδίζει αληθινά παρά μόνο όταν κερδίζουμε όλοι.

Ο γάιδαρος του Χότζα



Σχετική εικόνα

Και μια διδακτική ιστορία περί λιτότητας.

"Ο γάιδαρος του Χότζα"

O Χότζας αντιμετώπιζε κάποτε πολύ σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και αποφάσισε να λάβει μέτρα. Αποφάσισε να κάνει περικοπές δαπανών. Και άρχισε από το πιο εύκολο: αποφάσισε να περιορίσει το φαγητό του γαϊδάρου του! 

Έκοψε λοιπόν την τροφή που έδινε στο ζώο από τρεις οκάδες, σε δυο οκάδες κάθε μέρα. Ο γάιδαρος άρχισε να αδυνατίζει αλλά το αδυνάτισμα ήταν σταδιακό και ο Χότζας δεν το πρόσεξε, μιας κι ο γάιδαρος εξακολουθούσε να τον μεταφέρει αδιαμαρτύρητα στη ράχη του.
Έτσι μετά από είκοσι μέρες ο Χότζας σκέφτηκε : «Μια χαρά τα πάει ο γάιδαρος και με τις δυο οκάδες. Άρα και μια οκά την ημέρα να του δώσω, δεν έχει ανάγκη». 
Πράγματι από την επομένη, το κριθάρι περιορίστηκε στο μισό της προηγούμενης ποσότητας. Σε καμιά δεκαριά μέρες, ελάττωσε πάλι την ημερήσια δόση φτάνοντας στη μισή οκά την ημέρα. 
Φυσικά ο γάιδαρος είχε καταντήσει «πετσί και κόκκαλο» και μόλις και μετά βίας μπορούσε να αντέξει το βάρος του αφεντικού του. 
Ο Χότζας όμως ενθουσιασμένος από την «επιτυχία» του πειράματος, ούτε που πρόσεξε την κατάντια του ζώου. Αντίθετα, σκέφτηκε ότι αφού ο γάιδαρος άντεξε την περικοπή της τροφής κατά δυόμιση οκάδες, θα μπορούσε να αντέξει και μια μικρή περικοπή κατά μισή οκά ακόμη. Έτσι σε μια βδομάδα περίπου έκοψε εντελώς το κριθάρι. 
Αλλά ενώ ο Χότζας ήταν ενθουσιασμένος που κατάφερε να εκπαιδεύσει το γάιδαρο να ζει χωρίς τροφή, ο γάιδαρος δεν άντεξε άλλο και μετά από 5 μέρες πέθανε από την πείνα. 
O Χότζας πήγε να πεθάνει από τη στεναχώρια για τη συμφορά που τον βρήκε, και όταν τον επισκέφτηκαν φίλοι και γνωστοί για να τον παρηγορήσουν, αναφώνησε το σπαραξικάρδιο και αμίμητο:

«Τι ατυχία! Πάνω που έμαθα το γάιδαρο να μην τρώει, ψόφησε!».



Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Το πλοίο που βυθιζόταν και η βάρκα που χωρούσε μόνο ένα άτομο

Το πλοίο που βυθιζόταν και η βάρκα που χωρούσε μόνο ένα άτομο

Μια δασκάλα που δίδασκε στην τάξη της, αποφάσισε να πει στα παιδιά μια καταπληκτική ιστορία.
Η ιστορία της μιλούσε για ένα κρουαζιερόπλοιο που βυθίζονταν και για ένα ζευγάρι που προσπαθούσε να σωθεί μπαίνοντας σε μια σωστική λέμβο. Δυστυχώς όμως ανακάλυψαν ότι στη βάρκα υπήρχε χώρος μόνο για ένα άτομο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι ήθελε να διδάξει στα παιδιά της η δασκάλα με αυτή την ιστορία..
===
«Ένα κρουαζιερόπλοιο άρχισε να βουλιάζει στη θάλασσα και έπρεπε άμεσα να εκκενωθεί από τους επιβάτες. Ένα ζευγάρι έτρεξε γρήγορα προς τις σωσίβιες λέμβους. Όταν έφτασαν όμως, είδαν έντρομοι ότι υπήρχε χώρος για να σωθεί μόνο ένα άτομο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο άντρας έσπρωξε τη σύζυγό του και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, πήδηξε αυτός μέσα στη βάρκα.
Τότε η γυναίκα του, η οποία στέκονταν στο πλοίο που βυθίζονταν, φώναξε στον σύζυγό της μια φράση».
Η δασκάλα σταμάτησε την αφήγηση της, γύρισε προς τη τάξη και ρώτησε τα παιδιά:
«Τι νομίζετε ότι του φώναξε;»
Οι περισσότεροι από τους μαθητές με ενθουσιασμό απάντησαν ότι η σύζυγος φώναξε: «Σε μισώ!», «Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από εσένα» και «Νόμιζα ότι με αγαπούσες».
Η δασκάλα παρατήρησε ένα αγόρι που ήταν συνέχεια σιωπηλό. Τον ρώτησε τι πίστευε ότι φώναξε η σύζυγος και αυτός της απάντησε:
«Κυρία, νομίζω ότι του φώναξε: «Να προσέχεις το παιδί μας»».
Έκπληκτη η δασκάλα τον ρώτησε: «Έχεις ακούσει ξανά αυτή την ιστορία;»
Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά: «Όχι, αλλά αυτό ήταν που είπε και η δική μου μαμά στον μπαμπά μου, λίγο πριν πεθάνει από την αρρώστια της».
Η δασκάλα γύρισε προς τα παιδιά και τους είπε με χαμηλή φωνή:
«Η απάντηση είναι σωστή».
Το πλοίο τελικά βυθίστηκε και όλοι όσοι δεν κατάφεραν να ξεφύγουν σκοτώθηκαν. Ο άντρας πήγε στο σπίτι και μεγάλωσε την κόρη τους μόνος του. Πολλά χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του πατέρα της, η κόρη τους βρήκε τυχαία το ημερολόγιο του και διάβασε ολόκληρη την ιστορία. Ανακάλυψε ότι η μητέρα της, λίγο πριν επιβιβαστεί στο πλοίο, είχε διαγνωσθεί με μια ανίατη ασθένεια. Την κρίσιμη στιγμή, ο πατέρας έκανε αυτό που πίστευε ότι ήταν σωστό. Όχι για αυτόν, αλλά για την κόρη τους.
«Ήθελα τόσο να μείνω μαζί σου στο πλοίο αγαπημένη μου. Ήθελα να πεθάνουμε μαζί. Αλλά για χάρη της κόρης μας, επέλεξα να σε αφήσω μόνη», έγραφε στο ημερολόγιό του».
====
Τα παιδιά έμειναν για αρκετά λεπτά σιωπηλά μόλις η δασκάλα τελείωσε την ιστορία της.
Η δασκάλα τότε προσπάθησε να δώσει στα παιδιά να καταλάβουν το νόημα αυτής της ιστορίας:
«Το καλό και το κακό είναι περίπλοκα και πολλές φορές πολύ δύσκολο να τα κατανοήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν πρέπει να επικεντρώνεται κάποιος μόνο στην επιφάνεια και να κρίνει τον άλλον χωρίς να προσπαθήσει πρώτα να κατανοήσει τις πράξεις του.
Άν έχετε βγει να φάτε με κάποιον φίλο και προσφερθείτε να πληρώσετε τον λογαριασμό, δεν το κάνετε γιατί έχετε πολλά χρήματα αλλά γιατί βάζετε την φιλία σας πάνω από τα χρήματα.
Εκείνοι που παίρνουν πρωτοβουλίες στη δουλειά τους, δεν το κάνουν επειδή είναι χαζοί, αλλά επειδή καταλαβαίνουν την έννοια της ευθύνης.
Όσοι ζητούν συγγνώμη μετά από έναν καυγά, δεν το κάνουν επειδή ξέρουν ότι υποστήριζαν την λάθος άποψη, αλλά επειδή εκτιμούν περισσότερο τον άνθρωπο δίπλα τους.
Εκείνοι που είναι πρόθυμοι να σας βοηθήσουν, δεν το κάνουν επειδή σας χρωστάνε κάτι, αλλά επειδή σας βλέπουν ως ένα αληθινό φίλο.
Εκείνοι που σας τηλεφωνούν συχνά, δεν το κάνουν γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν, αλλά επειδή είστε στην καρδιά τους.
Μια ημέρα, όλοι θα αναγκαστούμε να χωρίσουμε από αυτούς που έχουμε σήμερα δίπλα μας. Θα χάσετε τις κουβέντες σας, θα ξεχάσετε τα όνειρο που κάνατε μαζί τους. Οι ημέρες θα περάσουν, τα χρόνια θα φύγουν και μια μέρα τα παιδιά σας θα δουν μερικές φωτογραφίες και θα σας ρωτήσουν:
«Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;»
Και εσείς θα χαμογελάσετε με αόρατα δάκρυα, και θα τους απαντήσετε:
«Είναι οι άνθρωποι με τους οποίους πέρασα τις καλύτερες μέρες της ζωής μου.»
_______________________
   Πηγή: apotis4stis5.com
by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ο Χιζίρης

Ναζίμ Χικμέτ – Ο Χιζίρης


Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας βασιλιάς. Μια μέρα λοιπόν βγάζει τελάληδες και λέει στούς υπηκόους του:
– Όποιος μου βρει και μου φέρει τον Χιζίρη θα του κάνω ότι μου ζητήσει.
Ποιος μπορούσε όμως να ’βρει τον Χιζίρι; Γιατί ο Ριζάρης κατέβαινε στον κόσμο μια φορά το χρόνο στη γιορτή του Χιντρελέζ και δεν φτάνει μόνο αυτό, μα σαν κατέβαινε παρουσιαζότανε μονάχα στους καλόψυχους ανθρώπους! Κι όποιος τον έβλεπε μπροστά του ζητούσε ό,τι επιθυμούσε. Κι ο Χιζίρης εκτελούσε αμέσως την επιθυμία του. Πως ήταν λοιπόν μπορετό να βρούνε τον Χιζίρη μόνο και μόνο επειδή το θέλησε ο βασιλιάς…
Ένας από τούς υπηκόους του βασιλιά, με μεγάλη οικογένεια, ζούσε πολύ φτωχικά. Μόλις και τα φέρνανε βόλτα· πολλές βραδιές μάλιστα πέφτανε νηστικοί στο κρεβάτι. Σαν άκουσε λοιπόν την επιθυμία του βασιλιά λέει στη γυναίκα του:
– Έτσι κι αλλιώς όλοι εδώ θα πεθάνουμε της πείνας. Θα πάω στο βασιλιά και θα του πω ότι εγώ μπορώ να του βρω τον Χιζίρη. Θα του ζητήσω σαράντα μέρες καιρό και πολλά πολλά λεφτά που θα φτάσουνε να ζήσετε καλά για όλη τη ζωή σας. Ύστερα από τις σαράντα μέρες… για με κρεμάσει ο βασιλιάς για με κάψει, το ίδιο μου κάνει. Φτάνει πού θα ’χετε γλιτώσει εσύ και τα παιδιά από την πείνα .
Η γυναίκα αγαπούσε πολύ τον άντρα της. Και τί δεν έκανε να τον καταφέρει ν’ αλλάξει γνώμη. Του κάκου όμως. Ο άντρας της είχε πάρει την απόφασή του. Παρουσιάζεται λοιπόν στο βασιλιά και του λέει:
– Βασιλιά μου, εγώ θα σού βρω και θα φέρω εδώ μπροστά σου τον Χιζίρη. Χρειάζομαι όμως σαράντα μέρες καιρό και αρκετά λεφτά για την οικογένειά μου.
Ο βασιλιάς δίνει διαταγές στους Ανθρώπους του. Κι ο καλός μας άνθρωπος, με τα λεφτά που πήρε, έκανε προμήθειες σαράντα ολόκληρες μέρες σε τρόφιμα κι άλλα χρειαζούμενα για το σπίτι του.
Στις σαράντα πάνω ο βασιλιάς φωνάζει τον άνθρωπό μας:
– Βρήκες τον Χιζίρη; τον ρωτάει.
– Όχι, βασιλιά μου, του απαντάει εκείνος. Κι αν θες την αλήθεια δεν πρόκειται να τον βρω ποτέ. Σου είπα ψέματα, αφέντη μου, για να γλιτώσω την οικογένειά μου από την πείνα.
Ο βασιλιάς θύμωσε πολύ κι αποφάσισε να τον τιμωρήσει. Τί τιμωρία θα του έβαζε θα τ’ αποφάσιζε με τους βεζίρηδές του. Ρωτάει λοιπόν τον πρώτο:
– Πώς να τιμωρήσουμε τούτονε δώ που τόλμησε να ξεγελάσει τον βασιλιά;
– Να τον κόψουμε σε σαράντα μικρά κομμάτια και να κρεμάσουμε κάθε κομμάτι στο τσιγκέλι του χασάπη, απαντάει εκείνος.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή όμως βλέπουνε ξαφνικά μπροστά τους ένα παιδάκι πού λέει:
– Ο καθένας με την τέχνη του.
Ο βασιλιάς, που δεν κατάλαβε τι σημαίνανε τα λόγια του παιδιού, ρωτάει τον δεύτερο βεζίρη του:
–  Εσύ πως λες να τιμωρήσουμε τούτονε δω τον άνθρωπο που τόλμησε να ξεγελάσει τον βασιλιά;
–  Να τον γδάρουμε και να γεμίσουμε το τομάρι του με άχυρο, απαντάει ο δεύτερος.
Και το παιδάκι που παράστεκε:
– Ο καθένας με την τέχνη του, ξαναλέει.
Ο βασιλιάς όμως ρωτάει τώρα και τον τρίτο βεζίρη του:
– Εσύ τι λες;
Και ο τρίτος:
–  Τι να σου πω, βασιλιά μου. Η αιτία που είπε ψέματα τούτος εδώ ο ανθρωπάκος είναι η πείνα. Σαν έχεις λίγη συμπόνια και καλοσύνη μέσα σου, πρέπει να τον συγχωρέσεις.
Και το παιδάκι:
– Ο καθένας με την τέχνη του, ξαναλέει.
Ο βασιλιάς τούτη τη φορά δεν άντεξε:
– Ποιος είσαι συ; Από πού ξεφύτρωσες; το ρωτάει. Όλο «ο καθένας με την τέχνη του» μας κοπανάς. Τι θες να πεις λοιπόν;
Τότε το παιδάκι αρχίζει και λέει:
– Θέλω να πω, βασιλιά μου, πως ο πρώτος σου βεζίρης, πριν τον πάρεις στην υπηρεσία σου, ήτανε χασάπης. Ζήτησε λοιπόν τιμωρία κατά την τέχνη του. Κι ο δεύτερος, πριν γίνει βεζίρης σου, ήτανε παπλωματάς. Κι αυτός ζήτησε τιμωρία κατά την τέχνη του. Ο τρίτος, όμως, πριν γίνει βεζίρης σου, ήτανε δούλος, και ξέρει πολύ καλά τι θα πει φτώχεια, τι θα πει πείνα. Γι’ αυτό ζήτησε να συγχωρέσεις τον ανθρωπάκο. Αν θες τώρα να μάθεις για μένα, είμαι ο Χιζίρης που ζητούσες- που παρουσιάζομαι μόνο στους καλούς ανθρώπους. Εδώ βέβαια δεν ήρθα για σένα και τους δύο βεζίρηδές σου, μα γι’ αυτόν τον φτωχό άνθρωπο και τον τρίτο βεζίρη σου. Άφησε λοιπόν ελεύθερο τον ανθρωπάκο’ όπως σου ’χε υποσχεθεί μ’ έφερε εδώ, μπροστά σου.
Κι ο Χιζίρης, σαν να ’ταν σίγουρος ότι ο  βασιλιάς δεν θα τολμήσει να πειράξει τον άνθρωπό μας και τον τρίτο βεζίρη του, ξεμάκρυνε απ’ το παλάτι κουνώντας χαρούμενα τα χέρια του.

***

Ναζίμ Χικμέτ – Το ερωτευμένο σύννεφο 
by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ο σπόρος που απέφευγε ν’ αναπτυχθεί





Δυο σπόροι βρίσκονταν δίπλα δίπλα, μέσα στο γόνιμο ανοιξιάτικο έδαφος.
Ο πρώτος σπόρος είπε: «Θέλω να βλαστήσω! Θέλω να βυθίσω τις ρίζες μου βαθιά μέσα στο χώμα που βρίσκεται από κάτω μου και να σπρώξω το βλαστό μου να διαπεράσει το στρώμα του χώματος που βρίσκεται από πάνω μου. Θέλω ν’ ανοίξω τα τρυφερά μου μπουμπούκια σαν λάβαρα, για ν’ αναγγείλω τον ερχομό της άνοιξης… Θέλω να νιώσω τη ζεστασιά του ήλιου στο πρόσωπο μου και την ευλογία της πρωινής δροσούλας στα πέταλα μου!» Και βλάστησε.
Ο δεύτερος σπόρος είπε: «Φοβάμαι. Αν βυθίσω τις ρίζες μου κάτω στο έδαφος, δεν ξέρω τι θα συναντήσουν μέσα στα σκοτάδια. Αν σπρώξω για να διαπεράσω το σκληρό έδαφος που βρίσκεται από πάνω μου, μπορεί να χαλάσω τους τρυφερούς βλαστούς μου… Κι αν ανοίξω τα μπουμπούκια μου κι έρθει το σαλιγκάρι και μου τα φάει; Κι αν ανθίσουν τα λουλούδια μου κι έρθει κανένα παιδάκι και με ξεριζώσει; Όχι, είναι προτιμότερο να περιμένω ώσπου να σιγουρευτώ». Και περίμενε.
Μια κοτούλα που σκάλιζε εδώ κι εκεί το χώμα, στις αρχές της άνοιξης ψάχνοντας για τροφή, βρήκε το σπόρο και τον κατάπιε.
Το δίδαγμα της ιστορίας
Όσοι αποφεύγουν να ριψοκινδυνεύσουν και ν’ αναπτυχθούν, τους καταβροχθίζει η ζωή.
_______________________
  ~ Απόσπασμα από το βιβλίο «Βάλσαμο για την Ψυχή», Εκδόσεις Διόπτρα
   Πηγή:enallaktikidrasi.com
by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ο γέροντας και τ’ άλογο


Ο γέροντας και τ’ άλογο 
- Τι είναι καλό και τι κακό;




Κάποτε ζούσε σ’ ένα χωριό κάποιος φτωχός γέροντας, ο οποίος είχε ένα όμορφο άλογο που τον βοηθούσε στις γεωργικές του ασχολίες και το οποίο ήταν τόσο όμορφο και δυνατό, ώστε ήταν γνωστό σε όλη τη γύρω περιοχή. Κάποια μέρα, ένας πρίγκιπας που εντυπωσιάστηκε από τη φήμη και το παρουσιαστικό του αλόγου, θέλησε να το αγοράσει, προσφέροντας στον γέροντα ένα υπέρογκο ποσό. Αυτός, όμως, αρνήθηκε να πουλήσει το αγαπημένο του άλογο, με το οποίο είχε δεθεί τόσα χρόνια, και επέστρεψε στο χωριό του.

- Μα καλά είσαι ανόητος; ρωτούσαν οι συγχωριανοί του. Πούλα το άλογο για το καλό σου, θα πιάσεις πολλά χρήματα και θα είσαι ευτυχισμένος!
- Ααα, εμένα το άλογο με βοηθά στην εργασία μου. Ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό; απαντούσε ο γέροντας, «Μόνο Ο Θεός το ξέρει!»

Οι μέρες περνούσαν και το άλογο παρέμενε αχώριστη συντροφιά του γέροντα. Ένα πρωΐ ξύπνησε και είδε ότι το άλογό του είχε φύγει.

Οι συγχωριανοί του μαζεύτηκαν για να του εκφράσουν τη λύπη τους:

- Τι μεγάλο κακό που σε βρήκε, τώρα ποιος θα σε βοηθά στις δουλειές σου; Ήσουν ανόητος που δεν πούλησες το άλογο. Τώρα δεν έχεις ούτε τα χρήματα, ούτε το άλογο.

Ο γέροντας με τη χαρακτηριστική ηρεμία του απαντούσε:
- Ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό; Μόνο Ο Θεός το ξέρει!

Οι χωριανοί απομακρύνονταν νομίζοντας ότι του γέρου του έχει σαλέψει.

Ύστερα από λίγες μέρες το άλογο επέστρεψε στη μάντρα του γέροντα, μαζί με μερικά άλλα πανέμορφα άγρια άλογα που είχε συναντήσει στο δάσος.

Μαζεύτηκαν ξανά οι συγχωριανοί και του έλεγαν:
- Τι τυχερός που είσαι! Σου έτυχε μεγάλο καλό, αφού τώρα έχεις περισσότερα άλογα να σε βοηθούν.

Ο γέροντας τους απάντησε:
- Ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό. 
Μόνο Ο Θεός το ξέρει! Πάντως, είμαι ευχαριστημένος που το άλογό μου γύρισε.

Οι συγχωριανοί του τον κοιτάζανε πάλι περιφρονητικά.

Μετά από λίγες μέρες, ο γιος του, καβαλικεύοντας ένα από τα άλογα, έπεσε κι έσπασε τα πόδια του, μένοντας ανήμπορος.

Μαζεύτηκαν πάλι οι χωριανοί λέγοντας:
- Τι κακό που σε βρήκε! Με τα άλογα που ήρθαν, έχασες τελικά το δεξί σου χέρι στις δουλειές - τον γιο σου - που υποφέρει τώρα από τους πόνους και ίσως υποφέρει για όλη του τη ζωή.

Ο γέρος απαντούσε πάλι:
- Ποιος ξέρει … μόνο Ο Θεός γνωρίζει τι είναι καλό και τι κακό!

Δεν πέρασε μια βδομάδα από αυτό το ατύχημα και μια γειτονική χώρα κήρυξε τον πόλεμο στη χώρα του. Πέρασε, λοιπόν, και από την πόλη του ο στρατός και επιστράτευσε όλους τους νέους άντρες της πόλης. Δεν πήραν, φυσικά, τον γιο του, που είχε σπασμένα πόδια, κι έτσι δεν έλαβε μέρος στις άγριες μάχες που ακολούθησαν.

Ήρθαν πάλι οι συγχωριανοί και έλεγαν:
- Είσαι πολύ τυχερός, αφού οι γιοι όλων μας πάνε να σκοτωθούν στον πόλεμο, ενώ εσύ θα έχεις τον γιο σου πάντα κοντά σου.

Και ο γέροντας τούς απάντησε με τρυφερότητα:
- Εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε ποτέ αρκετά, για να κρίνουμε αν κάτι είναι ευλογία ή συμφορά. Ακόμη αδελφοί μου δεν το καταλάβατε: Μόνο Ο Θεός γνωρίζει το καλό και το κακό μας!!

Πρέπει λοιπόν να δείχνουμε απόλυτη εμπιστοσύνη Στον Θεό μας, όχι στα λόγια αλλά έμπρακτα! Υπάρχει άραγε περίπτωση αν αφεθούμε όπως ένα μικρό παιδί στο Θέλημά του, να νιώσουμε ποτέ θλίψη, άγχος, στενοχώρια;


Το άλογο


Ζαχαρίας Παπαντωνίου – Το άλογο




Σαν σήμερα 1 Φεβρουαρίου 1940 το απόγευμα πέθανε από συγκοπή καρδιάς μέσα σε τραμ, πηγαίνοντας σε συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Λογοτέχνης,ποιητής,διηγηματογράφος,δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης και ακαδημαϊκός (δείτε στο τέλος του άρθρου τη βιογραφία του). Ας απολαύσουμε ένα δείγμα γραφής του με το διήγημα “το άλογο”
Ένα κάρρο ανέβαινε από τα σφαγεία. Μέσα έφερνε ένα βώδι σφαγμένο με τα πόδια στον ουρανό. Απάνω στο σφαχτό καθόταν ο καρροτσέρης, ένας άνθρωπος μελαχροινός με ψαρά γένεια και το παιδί του. Το κάρρο κυλιώταν αργά, νωθρά μέσα στη γαλήνη.

Ήταν Απρίλης, είχε πέσει το βράδυ κι΄άναβαν τα φώτα. Από το καμουτσίκι, ένα μαδημένο σκοινί, μπορούσε να καταλάβη κανείς πως ο καρροτσέρης αγαπούσε τ΄άλογο. Το καμουτσίκι έπεφτε στα καπούλια πολύ ελαφρά σαν παιγνίδι. Και σ΄ όλον τον ανήφορο από τα σφαγεία ίσα με την πόλη αυτό το άλογο δεν άκουσε βρισιά, μήτε προσταγή, παρά τη φωνή: «Έλα Κύρκο, άϊντε Κύρκο». Έτσι μ΄αυτό το χάδι ανέβαινε και σέρνοντας το κάρρο, ένα σφαχτό και δυό ανθρώπους.

-Που λες, είπεν ο γέρος καρροτσέρης και φτύνοντας καπνό, που λες, ο Κύρκος έχει φιλότιμο. Να τ΄ακούς εσύ, που κάποτε το χτυπάς. Δεν τα δέρνουν τα ζα. Το ζω είναι άνθρωπος. Και τέτοιο άλογο που το βρίσκεις; Σαν τούτο! Μας τρέφει όλους, που λες. Δίνει ψωμί εμένα, εσένα και της μάνας σου, των αδελφιών σου, του σπιτιού. Ένα ζω να θρέφη οκτώ ανθρώπους!… Θα πης εγώ δουλεύω. Αμ΄αυτό δουλεύει πρώτα κ΄ύστερα ΄γω. Γιατί αυτό είναι δουλευτής που δε βρίσκεται. Είν΄από τη Σερβία. Χρεωθήκαμε να το πάρουμε. Δεν τα ξέρεις εσύ.

Πέρασε κάμποση ώρα σιωπής.

Το παιδί έπαιζε με την ουρά του βωδιού. Ο γέρος έφτυνε τον καπνό λέγοντας πότε-πότε: Φτου φαρμάκι! Έπειτα ξανάρχισε:

-Που λες…. Πόσες αραμπαδιές έφερε ο Κύρκος απ΄τα νταμάρια… Κανένα άλογο δεν κουβάλησε τόση πέτρα, τόσο λιθάρι. Δώδεκα δραχμές την ημέρα. Μας έσωσε. Κι΄απ΄την Πεντέλη, πριν πάρουμε κάρρο δικό μας, είχε ζευτεί και τράβαγε μάρμαρο και κακό. Να μάρμαρο! Θεώρατο, για αγάλματα, που λες. Και να πης πως δεν ήτανε άγριο! Ήταν, όμως εγώ του μιλώ. «Κύρκο», να του πης, ακούει αυτός, γιατί το ζω καταλαβαίνει. Τα βάσανά μας, τη φτώχεια… όλα. Και πως εγώ είμαι άρρωστος, το ξέρει κι΄αυτό.

Το κάρρο πήγαινε βαρειά. Οι ρόδες βροντούσαν με το ρυθμό τους, εκείνο το ρυθμό που ξέρετε, που τον ακούτε κάποτε τη νύχτα, μόνον αυτόν, μέσα στην πόλη. Ξανάρχισε ο γέρος:



– Άκου. Αύριο τα΄άλογο και το κάρρο και τη δουλειά θα την πάρης εσύ. Εγώ δεν μπορώ. Ξέρεις που η μέση μου πονεί. Να, θα πέσω. Μούπε ο γιατρός να μη δουλεύω. Και τι να κάμης, έλα ντε. Ζήσε χωρίς δουλειά μια φαμίλια οχτώ στόματα. Έ! Που καταντήσαμε. Να κουβαλούμε απ΄τα σφαγεία δυόμισυ δραχμές την ημέρα. Τι να κάμης, πως ν΄ανεβής σε νταμάρι, άρρωστο κορμί; Κ΄η αδελφή σου κίτρινη σε κακό χάλι! Ναι. Η Βγενιώ την είδες πως είναι; Αυτά θέλουν γιατρούς, παράδες… – Είμαστε δυστυχισμένοι, άκου παιδί μου. Κύττα να δουλέψης. Μην το κάνης σαν το αφιλότιμο το μεγαλείτερο. Ο Θεός να τον παιδέψη αυτόν. Κύτταξε συ να πάρης τη δουλειά. Να πάρης τον Κύρκο να τον ξαναπάς στα νταμάρια, να βγάλουμε ψωμί. Να γιατρευτώ κι΄εγώ. Και η μάννα σου να μη ξενοπλένη, κι΄η Βγενιώ να κάνη χρώμα που βήχει το κορίτσι…. Βήχει τα΄ακούς; Να τον βγάλης εδώ τον ανήφορο! Έλα σιγά! Χάϊδευέ τον στο λαιμό. Άϊντε Κύρκο…
Το παιδί πήδησε κάτω, έπιασε τα΄άλογο κα τραβούσε. Ο γέρος έβλεπε με ανάπαυση τη λιγερή σκιά του παιδιού, το τολμηρό του χέρι που κρατούσε τα λουριά, έβλεπε τη συνέχειά του. Αυτό το παιδί θα γενή καλός καρροτσέρης. Ναι! Είναι τόσο δύσκολο να ιδή κανείς το παιδί του να μπαίνει στον ίσιο δρόμο, να παίρνη την πατρική δουλειά και να την σέρνει στο μέλλον, να την κάνη κάτι αιώνιο, σαν νάναι ο ίδιος ο γέρος ξαναγεννημένος!

Πέρασαν εμπρός από κάποιο εικόνισμα του δρόμου. Ο γέρος έβγαλε την ψάθα του και σταυροκοπήθηκε μέσα στο σκοτάδι. Ήταν άρρωστος, σακατεμένος, όμως δε σταυροκοπήθηκε για τον εαυτό του. Είπε: «Θέ μου, κάμε να μη βήχη το κορίτσι η Βγενιώ. Κάμε τούτο το παιδί να πάρη στα χέρια του το κάρρο με τον Κύρκο. Και για μένα, ό,τι πεις».
Έπειτα συλλογίστηκε το σπίτι του, ένα άθλιο χάλασμα στους Αέρηδες και μέσα τα παιδιά του που φώναζαν, η γυναίκα του επάνω σε μια σκάφη, το κορίτσι του σ΄ένα κρεββάτι μ΄εκείνο το βήχα, που δεν μπορείς να τον ακούς, κι΄ο γιατρός νάρχεται να λέη «φάρμακα, αέρας, λουτρά», όλα τα πράμματα που δεν γίνονται. Τα συλλογίστηκε όλα.


Τα άλογα πρωτοεμφανίστηκαν στη Βόρεια Αμερική περίπου πέντε εκατομμύρια χρόνια πριν. Εξαφανίστηκαν και επανεμφανίστηκαν ως κατοικίδια πια το 1519.

Το κάρρο είχε προχωρήσει πολύ μέσα στη πόλη, όταν άκουσε μια φωνή:

-Άλτ!

Η φωνή ερχόταν από μακρυά και δεν κατάλαβε πως ήταν γι αυτόν. Όμως το «Άλτ»! ξανακούστηκε. Το κάρρο σταμάτησε. Τρεις στρατιώτες του πυροβολικού κι΄ένας δεκανέας με τα όπλα στον ώμο, πλησίασαν.

-Έλα, κατέβα κάτω, είπε ο δεκανέας.

-Σ΄εμένα το λες;

-Άειντε, γειά σου, κατέβα να μη χάνουμε καιρό.

-Και γιατί;

-Κουβέντα θέλεις, πατριώτη; Το κάρρο θα το πάμε στον στρατώνα. Επιστρατεία έχομε. Τώρα το μαθαίνεις;

-Επιστρατεία…

-Ναι, γειά σου. Αναγκαστική εισφορά. Πιάστε από κει να ξεφορτώσουμε…Άειντε γειά σου. Τι έχεις μέσα…

-Κοτζάμ βώδι!

-Να το ρίξης κάτω.

-Έτσι μες στο δρόμο; Για στάσου, βρέ παιδί, τ΄είναι τούτα; Θα το πάω στην αγορά. Έχω δουλειά, έχω μεροκάματο.

-Το μεροκάματο κυττάς, καημένε, ή που φεύγει απόψε το σύνταγμα; χωρατεύεις;

-Για εξήγα μου, χριστιανέ μου… Για πές… πως παίρνεις έτσι τα΄άλογο τ΄αλλουνού, απ΄το δρόμο… Έτσι το λέει ο νόμος.!

-Τώρα θα σου ξηγήσω και το νόμο; Εμπρός βοηθάτε από δω. Σύντομα.

Είπεν ο δεκανέας κι΄οι στρατιώτες ανέβηκαν στις ρόδες. Πιάνοντας κι΄οι τρεις έσυραν το βώδι προς τα έξω. Το μαύρο σφαχτό έπεσε με βρόντο βαρύ κάτω στο πεζοδρόμιο.

– Έλα μάρς! Είπεν ο δεκανέας. Κόπιασε κοντά, πατριώτη.

– Που κοντά;

– Στον στρατώνα να πάρης τον αριθμό σου. Κι΄ύστερ΄απ΄τον πόλεμο, αν γίνη πόλεμος, ύστερ΄απ΄την επιστρατεία τέλος πάντων, νάρθης να πάρης τ΄άλογό σου και το κάρρο, ή να πληρωθής απ΄το δημόσιο αν σκοτωθή το ζω.

Ο γέρος γύρισε και κύτταξε το βώδι πούταν πεσμένο στο δρόμο. Είπε στο παιδί του: «Κάτσε αυτού ως που ναρθώ».Το παιδί έπεσε απάνω στο βώδι και ξεκουραζόταν. Ο γέρος ακολουθούσε το κάρρο. Δεν έλεγε τίποτα. Ένας στρατιώτης εκεί που πήγαιναν χωρίς καμμιά κουβέντα, γύρισε και τούπε: -Άμ ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, πατριώτη, θα το δώσουμε για την πατρίδα.

Ο γέρος μετά κάμποση ώρα του απήντησε:

-Ποιος λέει όχι. Για την πατρίδα είν΄όλα. Μα ο Θεός δίνει σε κάποιους, βλέπεις, έξη παιδιά. Κ΄ετούτη η δόλια καρδιά που έχουμε, σάμπως μπορείς να την κάμης όποτε θέλεις πέτρα στο νταμάρι; Για να μην ακούη; Πάντα καρδιά είναι.

-Καραβάσης! Εφώναξε ο δεκανέας στον στρατιώτη πούσερνε το άλογο. Τράβα γρήγορα.

Φτάσανε στον στρατώνα κι΄έμπασαν το κάρρο στην αυλή φωνάζοντας «έ! ώ! ‘ιπ!». Το σύνταγμα ετοιμαζόταν. Θάφευγε τα μεσάνυχτα. Ο γέρος στάθηκε κι άκουγε το θόρυβο της αυλής. Οι έφεδροι χόρευαν, πηδούσαν, τάραζαν τον κόσμο από τις φωνές. Τα τραγούδια, τα λιανοτράγουδα, τα λησμονημένα, τα παληά, ηχούσαν τόσο χαρωπά, σε τόνο που ποτέ δεν τους έδωκε το κρασί, ποτέ τα πανηγύρια. Τούτο το μεθύσι και ο χάρος κεραστής, πρώτη φορά τώβλεπεν ο γέρος. Έβλεπε του χορού τους τρελλούς γύρους, το χορευτή πούτρεμε το κορμί του στον αέρα, το πηλήκιο που σφενδονιζότανε ψηλά. Ανάμεσα στο τραγούδι, χίλιοι θόρυβοι, της καινούργιας αρβύλας το βιαστικό πάτημα, η προσταγή, το κάρφωμα κασσονιών, το φόρτωμα, πετάλων χτυπήματα στη γη, προσταγές ωργισμένες, τρεξίματα άφηναν ν΄ακούγεται το μεγάλο λαχάνιασμα της επιστρατείας. Πολίτες έμπαιναν μέσα ψάχνοντας για δικούς των, φωνάζοντας ονόματα στο σωρό. Και διαβάτες και χαμίνια. Και φούστες μεταξένιες έκαναν θόρυβο, ακολουθώντας κάποιο παιδί, έφεδρο, που πήγαινε να φορέση το σάκκο, πλέοντας μέσα στην πλατειά στολή. Κάποιοι κρατούσαν εκεί στην άκρη μια σημαία. Ένας παππάς από κάτω, φορώντας φυσεκλίκια σταυρωτά στο στήθος, μιλούσε στους άλλους για την ελευθερία και το Χριστό. Ένας έφεδρος στο φανάρι διάβαζεν εφημερίδα. Κι΄άλλος έγραφε στο γόνα με το μολύβι. Το τραγούδι χυνόταν δυνατό από στόματα που γελούσαν.

Μέσα στο σάλαγο σκιές, δυό-δυό, γλιστρούσαν κοντά στο τοίχο, στο σκοτάδι, χέρια έπεφταν απάνω σε ώμους, απελπισμένα. Τα λόγια γίνονταν συντρίμματα μέσα στα δάκρυα, κι΄ένοιωθες τους μεγάλους χωρισμούς, που έχουν τη σιωπή και την επισημότητα του τέλος του θανάτου. Χέρια ζαρωμένα έσφιγγαν τα ζωντανά κορμιά των εφέδρων μ΄όση δύναμη αγκαλιάζει κανείς μια ενθύμηση, ένα σημάδι, μια σκιά, κάτι που έπαυσε ποια να υπάρχη. Τα δάκρυα έτρεχαν και τα μαντήλια έπιναν. Άκουγες ένα φιλί, μια καρδιά που χτυπούσε στο σκοτάδι.

Ο γέρος ήταν μόνος σ΄αυτό το πανηγύρι. Κανένα δεν ήξερε και δεν τον ήξερε κανένας. Όμως προχώρησε στο βάθος εκεί που ήταν αραδιασμένα κάμποσα κάρρα και το δικό του μαζί. Ο Κύρκος σήκωσε το κεφάλι προς αυτόν και φύσηξε με τα πλατιά του ρουθούνια. Ο γέρος άπλωσε τα χέρια και τον έπιασε απ΄το λαιμό.

Κι΄εκεί στη γωνιά παράμερα, ένας άνθρωπος μιλούσε μ΄ένα άλογο.

-Δε θα σε ξαναϊδώ… ‘Ε, δουλευτή… Έ, παλληκάρι… Και στο σπίτι δεν ξέρουν τίποτα. Μήτε η κυρά σου. Μήτε η Βγενιώ, κατάλαβες. Μια φαμίλια σε χάνει… Ήμουν άρρωστος, βρε Κύρκο, μα τώρα είμαι πεθαμένος. Πας στο καλό. Κι΄ό,τι θα σ΄έδινα στο γιό μου, κατάλαβες… Στα νταμάρια ν΄ανεβής…Να κατεβάσης αραμπαδιές. Δουλευτή, έ δουλευτή… Θα σε πάρουνε… Και ποιός ξέρει που θα πεθάνης… και πως…στρατιώτης … Κύρκο… βρε… έ, Κύρκο, που μας αφίνεις!

Ένας στρατιώτης πλησιάζει ψάχνοντας στο σκοτάδι:

-Άειντε, καϋμένε γέρο! Τη δουλειά σου θάχωμε; Άειντε να πάρης τον αριθμό.

Ο γέρος μπήκε σ΄ένα γραφείο, πήρε κάποιο χαρτί, το έβαλε στον κόρφο. Έπειτα βρέθηκε στο δρόμο. Πήγαινε αργά, νωχελικά με το κεφάλι κάτου προς το μέρος που άφησε το σφαχτό με το παιδί.
Πολλοί γύριζαν απ΄το στρατώνα, μοναχοί, μα μέσα σ΄αυτούς ο καρροτσέρης ο πεζός, ο γέρος, ήταν ο πιο μοναχός.

Ζαχαρίας Παπαντωνίου – Το άλογο


Βιογραφία

Γεννήθηκε στη Γρανίτσα Ευρυτανίας τον Φεβρουάριο του 1877 και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Γρανίτσα, όπου υπηρετούσε ως δάσκαλος ο πατέρας του. Το 1890 έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Τελείωσε το γυμνάσιο και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, την οποία δεν τελείωσε ποτέ. Παράλληλα σπουδάζει ζωγραφική. Αφοσιώθηκε από νωρίς στη δημοσιογραφία (που ήταν το μεγάλο του πάθος), ως πολιτικός αρθρογράφος, χρονογράφος και συγγραφέας τεχνοκριτικών άρθρων. “Ακρόπολις”, “Εφημερίδα των Συζητήσεων”, “Σκριπ”, “Χρόνος”, “Εμπρός” ως ανταποκριτής της στο Παρίσι για τρία χρόνια στην οποία και δημοσίευσε τα Παρισινά Γράμματα τα οποία έκαναν μεγάλη εντύπωση όταν κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατο του σε τόμο ως Φιλολογικά Χρονογραφήματα. “Παναθήναια”, “Νουμάς”, “Καλλιτέχνης”, “Νέα Ζωή”, “Νέα Εστία”, “Ελεύθερο Βήμα” κλπ., είναι τα έντυπα που φιλοξένησαν γραπτά του. Αφοσιώθηκε από νωρίς στη δημοσιογραφία (που ήταν το μεγάλο του πάθος), ως πολιτικός αρθρογράφος, χρονογράφος και συγγραφέας τεχνοκριτικών άρθρων.

Το 1912 έως το 1917 γίνεται Νομάρχης στη Ζάκυνθο, στην Καλαμάτα και άλλες πόλεις από την κυβέρνηση Βενιζέλου και το 1919 διορίζεται διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, όπου παρέμεινε 20 χρόνια. Το 1923 έλαβε το Αριστείον των Γραμμάτων και Τεχνών και το 1938 έγινε ακαδημαϊκός στην έδρα της Λογοτεχνίας, οπότε και εκφώνησε τον εισιτήριο λόγο του για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο στη δημοτική γλώσσα.

Τον χαρακτήρισαν “πρίγκιπα του νεοελληνικού λόγου”, ενώ αποτύπωσε στο χαρτί την ελληνική επαρχία, με έμφαση στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Υπηρέτησε όλα τα είδη του λόγου. Ιδιαίτερη ήταν η επίδοση του στο δοκίμιο και την

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Η αλήθεια του φτωχού και το ψέμα του άρχοντα


Η αλήθεια του φτωχού και το ψέμα του άρχοντα







Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ' έναν τόπο ένας άρχοντας. Ήταν που λέτε, αυτός πολύ πλούσιος κι είχε σπίτια, κτήματα και ζώα που τα έχανες στο μέτρημα. Είχε ανθρώπους πολλούς στη δούλεψή του μα είχε και μια στενοχώρια ακόμα μεγαλύτερη. Λένε πως είχε ένα γιο μονάκριβο, που ήταν αυτός μεγάλος τεμπέλης κι αχαΐρευτος και έγνοια άλλη δεν είχε στο μυαλό του παρά μονάχα πώς να πηγαίνει από γλέντι σε γλέντι και να σκορπάει τα λεφτά του. Πού τον έχανες πού τον έβρισκες, πότε στα καπηλειά και στις ταβέρνες να τρώει και να πίνει, και στα ξενύχτια και σε γιορτές να ξοδεύει τον κόπο αλλωνών. Κι ήταν αυτός κεφάλι αγύριστο, που δεν έπαιρνε μήτε από λόγια μήτε από συμβουλές. Το κατάλαβε ο πατέρας του πως σαν πεθάνει, ο γιος του δεν θα αφήσει ούτε λεφτά ούτε κτήματα που να μην τους βάλει χέρι, και θα γίνουν όλα καπνός και θα χαθούν. Κάθισε και σκέφτηκε τι να κάνει, για να μην βρεθεί στο δρόμο και πεινάσει το παιδί του και πάρει το βιος του ο αέρας.
Μια μέρα ο άρχοντας φωνάζει τον γιο του. Είχε πια γεράσει για τα καλά κι ο χρόνος θόλωσε τα μάτια του και βάρυναν τα χρόνια πάνω στο κορμί του. Κατάλαβε πως ήταν η ώρα του να φύγει. Παίρνουν την άμαξα και πηγαίνουν σ' ένα απ' τα πολλά σπίτια που είχε ο άρχοντας. Μα αυτό δεν ήταν σαν τα άλλα. Φαίνονταν άδειο κι ερημωμένο, με τα πατώματα να τρίζουν και τους τοίχους έτοιμους να πέσουν. Κατέβηκαν από την άμαξα και μπήκαν μέσα στο σπίτι. Πήγαν σε μια κάμαρα που απ' το ταβάνι της κρεμόταν μια κρικέλα. Ο πατέρας τότε μίλησε και λέει: «Γιε μου, εγώ σε λίγο καιρό θα πεθάνω, γέρασα πια, τα 'φαγά τα ψωμιά μου. Με τα μυαλά όμως που κουβαλάς, το βλέπω πως πολύ γρήγορα δεν θα σου μείνει δεκάρα τσακιστή. Όταν θα τα 'χεις χάσει όλα, περιουσία κι ελπίδα, όταν θα πιάσεις πάτο στο κατήφορο και δεν θα σου έχει απομείνει τίποτα άλλο, να έρθεις σ' αυτό το σπίτι. Άκου καλά! Να περάσεις ένα σκοινί απ' την κρικέλα που βλέπεις στο ταβάνι και να κρεμαστείς, για να γλιτώσεις εσύ απ' τα βάσανα κι ο κόσμος απ' τα κρίματα που κουβαλάς!». Ο γιος του, λένε, δεν έδωσε σημασία, γιατί είχε το νου του να πάει να βρει τις παρέες του να γλεντήσει.
Πέρασαν λίγες βδομάδες κι ο άρχοντας σφάλισε τα μάτια του για πάντα. Ο γιος του από την ίδια κιόλας μέρα άρχισε να ροκανίζει όλα αυτά που απόμειναν δικά του. Απόχτησε πιότερους φίλους, κι οι παρέες του, λένε, έρχονταν στο αρχοντικό και έτρωγαν κι έπιναν και γλεντούσαν. Τώρα τα ξενύχτια κυλούσαν το ένα μετά το άλλο. Κουβαλήθηκαν κι άλλοι φίλοι, καινούργιες βδέλλες, που μυρίστηκαν παράδες. Τον καλόπιαναν με κολακείες και του έπαιρναν λεφτά με τις ψευτιές. Τραπέζια ολοένα στρώνονταν γιομάτα μ' όλων των ειδών τα καλά, και να οι μουσικές κι οι χοροί. Περνούσε ο καιρός και οι σπατάλες άδειασαν τα σεντούκια. Ύστερα το άδειασμα των σεντουκιών ακολούθησε κι εκείνο των αποθηκών με τα γεννήματα, και λίγο μετά ήρθε το ξεπούλημα των κτημάτων και των κοπαδιών. Πούλησε αυτός τα χωράφια και τα περιβόλια που έφερναν σοδειές και όταν τέλεψαν κι αυτά, άρχισε να πουλάει τα σπίτια που του άφησε ο πατέρας του. Στο τέλος βρέθηκε να πουλάει και το μεγάλο αρχοντικό κι απόμεινε στο δρόμο με όλα κι όλα τρία γρόσια στο χέρι.
Οι φίλοι κι οι παρέες είχαν αρχίσει να αραιώνουν από καιρό και στο τέλος τον άφησαν ολομόναχο να γυρνάει στους δρόμους εδώ κι εκεί. Όταν δεν του απόμεινε παρά μόνο η απελπισιά, έφερε στο νου του κείνο το παλιό σπίτι, που τον είχε πάει ο πατέρας του. «Εκεί θα περάσω τη νύχτα μου...» μουρμούρισε και πήγε. Στο δρόμο αγόρασε με τα τελευταία λεφτά λίγο ψωμί και χαλούμι. Φτάνει καμιά φορά στο σπίτι που με δυσκολία στεκόταν όρθιο. Μπαίνει στην καμάρα και κοιτάζει το ταβάνι με την κρικέλα. «Αύριο θα κρεμαστώ να μη βασανίζομαι άλλο» είπε και έφερε στο νου του τα λόγια του πατέρα του. Τη νύχτα, την ώρα που αυτός κοιμόταν σε μια γωνιά, βγήκαν τα ποντίκια και του έφαγαν το ψωμί και το τυρί και δεν έμεινε μήτε ψίχουλο.
Το πρωί ξυπνάει και βλέπει τι έγινε. Αντί να κρεμαστεί όμως, πηγαίνει στους παλιούς του φίλους να τους ζητήσει να του δώσουν να φάει κατιτί, μην φύγει απ' αυτόν τον κόσμο πεινασμένος. Τους βρήκε στον καφενέ να περνάνε την ώρα τους. Τους είπε τι έγινε τη νύχτα στο παλιό σπίτι με τα ποντίκια και τους ζήτησε να του δώσουν να φάει. Εκείνοι ξέχασαν πολύ γρήγορα τα τραπέζια που τους έκανε τον παλιό καλό καιρό και γέλασαν μαζί του. Του είπαν πως τα ποντίκια δεν τρώνε ψωμί και τυρί και πως τους λέει ψέματα. Γυρίζει τότε εκείνος στο παλιόσπιτο. Ρίχνει ένα σκοινί, το περνάει απ' την κρικέλα και το δένει στο λαιμό του. Την ώρα που το τράβηξε να κρεμαστεί, «γκραπ!» κάνει μια και γκρεμίζεται το ταβάνι και πέφτει μια στάμνα γιομάτη με λίρες και λαμποκόπησε όλη η κάμαρα απ’ το χρυσάφι. Τα μάτια του αστράψανε. «Σίγουρα τούτη είναι δουλειά του πατέρα μου. Κατάλαβε τι θα πάθω με το μυαλό που κουβαλάω και φρόντισε για μένα μπας και καταλάβω το λάθος μου». Ύστερα για κάμποσο απόμεινε σκεφτικός.
Από κείνη τη μέρα έγινε άλλος άνθρωπος. Δούλεψε σκληρά και λένε πως κατάφερε τα πάρει ένα χωράφι κι ένα περιβόλι πίσω. Η σοδειά τους και η δική του φροντίδα τού έφερε σιγά σιγά το βιος του και πάλι. Αγόρασε περισσότερα χτήματα που του έδωσαν πιο πολλά γεννήματα. Οι φίλοι του άρχισαν να έρχονται ξανά κοντά του γιατί θυμούνταν τα παλιά τα γλέντια και την καλοπέραση που είχαν μαζί του. Αλλά τώρα αυτός είχε το νου του γιατί κατάλαβε...
Μια μέρα πήγαν να τον χαιρετίσουν τάχα και να αρχίσουν τα καλοπιάσματα και τις κολακείες, μα τον βρήκαν μαραζωμένο και σε μεγάλη στενοχώρια. «Τι έχεις, άρχοντα, καλέ μας φίλε;» τον ρώτησαν, τάχα μου όλο νοιάξιμο. Εκείνος τότε τους αποκρίθηκε: «Αφήστε, πού να σας τα λέω! Είχα αγοράσει κρικέλες, καρφιά και κλειδαριές για τις πόρτες του σπιτιού μου, μα τη νύχτα βγήκαν τα ποντίκια και μου τα φάγανε». Οι παλιοί φίλοι στην αρχή παραξενεύτηκαν: «Μα τι λες, άρχοντα, τι μας ξεστομίζεις; Τρώνε τα ποντίκια σίντερο;» τον ρώτησαν, αλλά σε λίγη ώρα άλλαξαν τις κουβέντες τους αφού κοιτάχτηκαν με νόημα μεταξύ τους: «Μα βέβαια, κι οι ποντικοί τρώνε σίντερο, έχεις δίκιο άρχοντα!» του αποκρίθηκαν. Τότε ο άρχοντας θυμήθηκε το πάθημα του, θυμώνει και τους λέει: «Όταν ήμουνα φτωχός και κουρελής, σας είπα πως οι ποντικοί μού φάγανε το ψωμί και το χαλούμι, μα εσείς κάνατε τάχα πως δεν με πιστεύατε και με κοροϊδέψατε. Τώρα που ξανάγινα πλούσιος και δυνατός, σας λέω πως οι ποντικοί μού φάγανε τα σίδερα, και για να με κολακέψετε πιστεύετε τις κουβέντες μου! Φύγετε από μπροστά μου παλιάνθρωποι, δεν σας θέλω για φίλους!».
Γι' αυτό λένε στην Κύπρο: «Πιστεύουνε τον άρχοντα και ψέματα αν λαλεί και περιπαίζουν τον φτωχό αλήθεια άμα πει...»

Παραμύθια λαϊκά ενάντια σε δύσκολους καιρούς, Δημήτρης Β. Προυσάλης, εκδ. Εύμαρος

ΟΤΑΝ ΔΙΝΕΙΣ, ΠΛΟΥΤΙΖΕΙΣ... ΔΕΝ ΦΤΩΧΑΙΝΕΙΣ!


ΟΤΑΝ ΔΙΝΕΙΣ, ΠΛΟΥΤΙΖΕΙΣ... ΔΕΝ ΦΤΩΧΑΙΝΕΙΣ!


  
Ο φούρναρης γκρίνιαζε συνέχεια στην γυναίκα του που πήγαινε στις εκκλησίες και έδινε στους φτωχούς και στους εράνους. Μια μέρα, εκεί που έβγαλε το ζεστό ψωμί και μοσχοβόλησε η γειτονιά, ήρθε και στάθηκε στην πόρτα του ένας φτωχός.
- Αφεντικό, όλα αυτά τα ψωμιά είναι δικά σου;
... - Αμ΄ τίνος να'ναι;
- Και δεν τα τρως;
- Βρε φύγε από δω!
- Δώσε μου και μένα ένα ψωμάκι που πεινάω.
- Φύγε σου είπα, παράτα με.
- Αφεντικό!
- Φεύγεις ή δεν φεύγεις;
- Αφεντικό! Παρακαλούσε ο φτωχός...
Δεν πρόλαβε να τελειώσει, και ο φούρναρης πετάει ένα ψωμί στο κεφάλι του. Έσκυψε ο φτωχός και το ψωμί τον πήρε ξυστά και έπεσε παραπέρα. Τρέχει, το αρπάζει, κάθεται σε μια γωνιά και το τρώει... Ο φούρναρης όλη μέρα ήταν νευριασμένος για τον γρουσούζη επισκέπτη και το ψωμί που έχασε. Ας τολμήσει να ξανάλθει, έλεγε!
Τη νύχτα, κάπου δύο μετά τα μεσάνυχτα, πετάγεται ο φούρναρης από τον ύπνο του τρομαγμένος και καταϊδρωμένος.
- Γυναίκα, σήκω, ξύπνα. Φέρε μου μία φανέλα να αλλάξω και να σου πω… Γυναίκα, πέθανα λέει, και μαζεύτηκαν γύρω μου Άγγελοι και διάβολοι. Ποιός να πάρει την ψυχή μου. Σε μια μεγάλη ζυγαριά όλο και πρόσθεταν οι τρισκατάρατοι τα κρίματά μου. Και ο ζυγός βάρυνε και βάρυνε και οι Άγγελοι δεν είχαν τίποτα να βάλουν και λυπόντουσαν. Σε μια στιγμή, ένας Άγγελος φωνάζει: Το ψωμί! Αυτό που χόρτασε τον πεινασμένο. Βάλτε το στον άλλο ζυγό. Οι διάβολοι επαναστάτησαν: Το ψωμί δεν το έδωσε. Το έριξε να σπάσει το κεφάλι του φτωχού. Και απάντησαν οι Άγγελοι: Όμως χόρτασε τον πεινασμένο και εκείνος έδωσε την ευχή του. Και που λες γυναίκα μου, εκείνο το ψωμί έκανε και έγειρε η ζυγαριά αντίθετα και σώθηκα. Το λοιπόν, δίνε, δίνε και μη σταματάς. Και εγώ θα δίνω. Αχ, και να ξανάρθει εκείνος ο φτωχός!
__________________________________________
Nα θυμάσαι....
ΟΤΑΝ ΔΙΝΕΙΣ, ΠΛΟΥΤΙΖΕΙΣ... ΔΕΝ ΦΤΩΧΑΙΝΕΙΣ!

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2018

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ..



ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ..

Έτρεχε ανέμελα στο απέραντο λιβάδι της αγάπης…
λουλούδια άνθιζαν γύρω της..
κάθε φορά που η σκέψη της ταξίδευε κοντά του..
Ο αέρας γέμιζε νότες και μουσικές..
έτσι ακουγόταν κάθε του λέξη στ’αυτιά της..
Το φεγγάρι τις νύχτες υποκλινόταν στο μεγαλείο της αγάπης..
τ’αστέρια γέμιζαν με χρυσόσκονη τη νύχτα κι όλα ήταν μαγικά..
Ποιήματα ρομαντικά απήγειλλαν οι μούσες…
κι οι δυό τους χορεύανε χορούς αγάπης πάνω σε βελούδινα ροδοπέταλα..
ΟΜΟΡΦΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ…ΣΤΙΓΜΕΣ ΜΟΝΑΔΙΚΕΣ…
Όμως μια μικρή νεραιδούλα βλέποντας την ομορφιά που βγάζει η αγάπη
ψιχάλες ζήλειας άγγιξαν τα μαγικά φτερά της..το πρόσωπό της έσφιξε..
το χαμόγελό της χάθηκε..
»θέλω κι εγώ να χορέψω κάτω από το φέγγαρι με αυτό το παλληκάρι»
»αφού εγώ του’δωσα χάρες να’χει στο χορό..και κάποτε χόρευε μόνο μαζί μου»
Ακουσε η κοπέλλα το μονόλογο της νεραιδούλας και της ψιθύρισε:
Εσένα πάντα δικός σου θα είναι ..ΦΙΛΙΑΣ ΑΓΑΠΗ σου πρόσφερε πολύτιμη..
φτερά να’χεις στη νεραιδένια σου τη ράχη..
ώρες σου χάρισε ΠΑΡΕΑ ΑΛΗΘΙΝΗ…μοναξιά να μη νιώθεις..
Μη ζηλεύεις νεραιδένια μου…
Εγώ μονο στου ονείρου το παραμύθι τον συναντώ..
και τις στιγμές ρουφάω..να μου κρατούν συντροφιά,τις απέραντες ώρες μοναξιάς..
έιπε κι έφυγε η κοπέλλα να συνεχίσει να χορεύει με τον καλό της..
Δεν ξέρω αν η νεραιδούλα κατάλαβε..
πως αυτή απολάμβανε ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ…με όμορφες στιγμες ευτυχίας..
και η κοπέλλα ζούσε ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ..ΜΕ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ ΤΟΝ ΠΟΝΟ..!!

Η φιλία του Αετού με την Αχυρένια

Η φιλία του Αετού με την Αχυρένια


Μια φορά που λέτε, σε μια γωνίτσα  του πλανήτη Αστερίτη σε ένα καταπράσινο χωράφι  υπήρχε ένας αχυράνθρωπος (το γνωστό σε όλους ως σκιάχτρο). Το σκιάχτρο μας λοιπόν το  λέγανε Αχυρένια. Ήταν παραγεμισμένο με τι άλλο … με χρυσοκίτρινα άχυρα και παρέμενε χρόνια και χρόνια στο ίδιο σημείο καρφωμένο, με τα χέρια απλωμένα σαν να ήθελε να αγκαλιάσει το σύμπαν.
Στο κεφάλι του φορούσε ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο και στη θέση της καρδιάς της κάτω από την μακριά άσπρη πουκαμίσα που φορούσε, είχε ένα ρόδι. Η πουκαμίσα στερεωνόταν πάνω στη μέση της με μια φαρδιά κόκκινη ζώνη, δίνοντας της στην Αχυρένια γυναικεία σιλουέτα.
 
Η Αχυρένια χρόνια και χρόνια ήταν στο ίδιο σημείο ακίνητη και θεωρούσε πως όλος όλος ο πλανήτης Αστερίτης ήταν όσο έφτανε στον ορίζοντα η ματιά της.. Αν και είχε ακούσει  διάφορα παραμύθια για τόπους μακρινούς αλλιώτικους από το μέρος που ζούσε πίστευε πως ήταν απλά παραμύθια. Ε, τι να κάνουμε , όπως φαίνεται ήταν λίγο χαζούλα η Αχυρένια.

Μια μέρα  λοιπόν, εκεί που όλα φαινόταν ίδια σαν όλες τις προηγούμενες μέρες η Αχυρένια πρόσεξε στον ουρανό ένα φτερωτό πλάσμα που έκανε βόλτες γύρω από το χωράφι που βρισκόταν καρφωμένη. Το πέταγμα του σίγουρο και απαλό σαν να γλιστρούσε πάνω στον ουρανό, της είχε μαγνητίσει το βλέμμα.
Μέρα με την  μέρα πλησίαζε και πιο κοντά της και έτσι κατάφερε να διακρίνει ένα όμορφο αετό με κατάμαυρα γυαλιστερά φτερά και μάτια καστανά σαν το φρεσκοζευγαρισμένο χώμα του χωραφιού.

Κάποια μέρα κατέβηκε στο χωράφι της και την πλησίασε.
-         Πως μπορείς και μένεις τόσες μέρες εδώ ακίνητη; Δεν σου αρέσει να πετάς;
-         Δεν ξέρω καν πώς είναι να πετάς. Δεν μπορώ να πετάξω, γιατί δεν έχω φτερά του είπε κάπως αμήχανη.
-         Μα πως γίνεται να μην πετάς; Αφού όλοι μπορούν να πετάξουν, ο Πήγασος, το ελεφαντάκι ο Ντάμπο, ακόμα και οι δράκοι που είναι τόσο μεγάλοι πετάνε (της είπε κάπως δύσπιστα…)
-         Και όμως να που δεν έχουν όλοι την ικανότητα αυτή είπε η Αχυρένια κάπως ντροπιασμένη για την ανικανότητα της..
Ο αετός μας το σκέφτηκε λίγο και της είπε.
-         Μην στενοχωριέσαι θα σε βοηθήσω να μάθεις να πετάς. Έχεις όμορφα μεγάλα μακριά χέρια και όταν αρχίσεις να τα κινείς ο άνεμος θα σε ανεβάσει ψηλά. Έχω μεγάλη υπομονή και επιμονή και θα δεις σου μάθω πως να τα καταφέρεις τελικά.

Έτσι από κείνη τη μέρα ο αετός και η Αχυρένια έγιναν φίλοι και έκαναν πολύ παρέα.
Λέγανε για διάφορα και κυρίως ο αετός της έλεγε το πόσο υπέροχο είναι να πετάς και πόσο υπέροχα ήταν όλα από ψηλά.
Η Αχυρένια τον άκουγε μαγεμένη και προσπαθούσε να πετάξει ακολουθώντας τις οδηγίες του φίλου της μια και οι ιστορίες για την ικανοποίηση που τις έλεγε ο αετός για το πως νιώθει όταν πετά της είχαν φουντώσει την επιθυμία. Προσπάθησε να κουνήσει τα χέρια της πάνω κάτω γρήγορα και πιο γρήγορα αλλά τίποτα. Μόνο με την βοήθεια του αετού, που την έπιανε απαλά από τους ώμους κατάφερνε να ξεκαρφωθεί από το χώμα και να νιώθει την αίσθηση της ελευθερίας και της ευχαρίστησης της πτήσης.

Κάποιο ξημέρωμα, τελείως αναπάντεχα, ο αετός μας της πρότεινε.. ..
-         Δεν θέλω να φοβηθείς, για αυτό θέλω την συγκατάθεση σου να πετάξουμε μαζί πολύ πολύ ψηλά. Να, μέχρι εκεί πάνω στην κορφή εκείνου του βουνού, εκεί που βρίσκεται και η φωλιά μου. Αν συμφωνείς βέβαια.
-         Ω, ναι!!!! είπε η Αχυρένια γεμάτη ενθουσιασμό.
Χωρίς άλλη κουβέντα λοιπόν την έπιασε απαλά από τους ώμους με τα δυνατά γαμψά του νύχια και άρχισε να την ανεβάζει ψηλά.
Η Αχυρένια στην αρχή ταράχτηκε, αλλά πολύ γρήγορα αφέθηκε με εμπιστοσύνη στα γαμψά δυνατά νύχια του φίλου της. Όλα άρχισαν να μικραίνουν και να αποκτούν ασήμαντη όψη.
Οι ηλιαχτίδες της χάιδευαν απαλά το πρόσωπο και το ουράνιο τόξο φάνηκε σαν ένας τοξοειδής πολύχρωμος δρόμος μπροστά τους. Τα κύματα της δροσιάς και οι υπέροχες μυρωδιές των λουλουδιών ήταν ένα πρωτόγνωρο μεθύσι!! Το θρόισμα των φύλλων τα τιτιβίσματα των πουλιών και του αέρα το μουρμούρισμα ήταν η καλύτερη ενορχήστρωση που μπορούσε να υπάρξει!
 Ανέβαιναν ολοένα και πιο ψηλά, πάνω και από τα αφράτα σύννεφα που ήταν σαν μαλλί της γριάς που τρώνε τα παιδιά στη γη.

Πλησιάζοντας στην κορφή του τεράστιου βουνού ακούστηκαν τα χαρούμενα τιτιβίσματα των δύο χαριτωμένων μικρών του φιλαράκου της που τον περίμεναν γεμάτα ανυπομονησία. .
Η Αχυρένια κοίταζε κάθε τι με πολλή συγκίνηση και ενδιαφέρον. Ένιωσε πολύ ικανοποιημένη και περήφανη που ο φίλος την εμπιστεύτηκε και της έδειξε την φωλιά του, και την έκανε να νιώσει σαν μέλος της οικογένειας του.
Ένιωσε πολύ τυχερή και ευτυχισμένη που είχε ένα τόσο καλό φίλο και υποσχέθηκε στον εαυτό της να μην θέσει σε κίνδυνο την οικογένεια του φίλου της κρατώντας μυστικό το καταφύγιο του.
  Η ώρα όμως πέρασε πάρα πολύ γρήγορα, όπως γρήγορα περνάνε όλα τα όμορφα.

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και έτσι η ώρα της επιστροφής της είχε φτάσει. Ο αετός την έπιασε ξανά προσεκτικά από τους ώμους και άρχισαν το ταξίδι της επιστροφής προς το χωράφι της Αχυρένιας. Μια γλυκιά ζάλη είχε συνεπάρει την Αχυρένια καθώς οι ηλιαχτίδες έπαιζαν κρυφτό και γέλαγαν μαζί με τα   μπαμπακένια σύννεφα. Όλα ήταν τέλεια και υπέροχα.

Είχαν απομακρυνθεί κάμποσο από την φωλιά, όταν ξαφνικά ακούστηκε ένας τρομερός εκκωφαντικός θόρυβος, ανακατεμένος με τις τρομαγμένες φωνούλες των παιδιών του αετού. Πιθανώς κάτι τρομερό απειλούσε την οικογένεια του. Έπρεπε το γρηγορότερο να βρεθεί κοντά τους. Δεν ήθελε να χάσει πολύτιμο χρόνο που ίσως να ήταν και μοιραίος για την τύχη της οικογένειάς του. Χωρίς δεύτερη σκέψη άφησε την Αχυρένια μόνη να συνεχίσει την κατάβαση προς το χωράφι.
Εκείνη άρχισε να κινεί πιο γρήγορα τα χέρια σαν να ήταν φτερούγες, για να ανακόψει την γρήγορη πτώση της. Οι αδέξιες κινήσεις της δεν έκαναν σημαντική διαφορά.
Σύντομα συγκρούστηκε βίαια με το χώμα του χωραφιού της που ράγισε το ξυλοπόδαρο της.
Δεν έδωσε καθόλου σημασία στον πόνο που ένιωσε με το ράγισμα του ποδιού της, μια και η ανησυχία της για τον αγαπημένο της φίλο και για την οικογένεια του ήταν πολύ πιο σημαντική.

Οι μέρες περνούσαν και το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στον ουρανό αλλά μάταια περίμενε την συντροφιά του φίλου της,  Μόνο κάποιες φορές τον έβλεπε να πετάει για λίγο πάνω από το χωράφι χωρίς να πλησιάζει. Κάπου κάπου, σα να συνωμοτούσε με τον άνεμο ο φιλαράκος της τις έστελνε ένα κατάμαυρο γυαλιστερό φτερό του.
Η Αχυρένια κάθε φορά τα μάζευε και τα φύλαγε με προσοχή κάτω από την πουκαμίσα της, εκεί δίπλα στο ρόδι που είχε για καρδιά. Αυτά τα (10 ) φτεράκια μαζί με τις γλυκές αναμνήσεις από την συντροφιά  του και τις υπέροχες πτήσης που κάνανε μαζί, θα τα είχε για πάντα δικά της.  

Όμως τι είχε γίνει στο τέλος εκείνης της μέρας, δεν το έμαθε. Βέβαια από το μυαλουδάκι της Αχυρένιας περνούσε η υποψία πως ο φίλος της ίσως την θεωρούσε υπεύθυνη, που βρισκόταν μακριά από την οικογένεια του την στιγμή που τον χρειάστηκαν, προκειμένου να την μεταφέρει στο χωράφι της.
Ίσως όμως ο φιλαράκος  να ντρεπόταν να την αντικρίσει ξανά μια και αναγκάστηκε να την παρατήσει  μόνη στα μισά της διαδρομής με αποτέλεσμα να τσακιστεί το ξυλοπόδαρο της φίλης του, ή να υπήρχε κάποια άλλη εξήγηση. Αυτές ήταν απλές υποθέσεις που έκανε η Αχυρένια. Ποιος όμως να ξέρει τι πραγματικά έφταιγε ;
Μπορεί κάποια στιγμή να ξαναγύριζε ο φιλαράκος της και τότε ίσως να τις εξηγούσε τι πραγματικά συνέβη.

Πάντως αυτό που ήταν παρήγορο και καθησυχαστικό για αυτήν, ήταν πως ο φιλαράκος της ήταν καλά και μπορούσε να πετάξει. Και εκείνη ( έστω και με την βοήθεια του) είχε καταφέρει να πετάξει και να γευτεί τις συγκινήσεις των πτήσεων και οι ανάμνησης των ευτυχισμένων στιγμών δεν θα έσβηναν ποτέ από τη μνήμη της.

ΠΗΓΗ  papagalakia