Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2018

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΧΙΟΝΙΖΕ


ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΧΙΟΝΙΖΕ
(ΠΑΡΑΜΎΘΙ)



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα κι είχαν πέντε παιδάκια που το
μεγαλύτερο ήταν επτά χρόνων και το μικρότερο
στην κούνια. Κάθονταν έξω από το χωριό σε μια
καλύβα φτιασμένη με βούρλα, γιατί δεν είχανε
λεφτά να κά­νουν ένα σπιτάκι κι ο τόπος που
έφτιασαν την καλύβα ήταν ξένος κι αυτός.
Το μόνο που είχαν οι κακόμοιροι ήταν ένα μουλάρι.
Ο άντρας έκοβε ξύλα από στο δάσος, τα φόρτωνε
στο μουλάρι του και πήγαινε στην πόλη και τα
πουλούσε κι αγόραζε πότε αλεύρι και πότε λάδι κι
έβραζαν και χορταράκια και ψευτοπερνούσαν.
Καμιά φορά η γυναί­κα κοίταζε τα παιδιά της κι αναστέναζε:
Αχ! έκανε, από τον καιρό που γεννήθηκαν δεν έχουνε χορτάσει ποτέ τους, ούτε το ψωμάκι, τα κακομοίρα.
Κάνε υπομονή, γυναίκα, της έλεγε ο άντρας της, σε λίγα χρόνια θα πιάσουν τα μεγάλα δουλειά και τα μικρά θα μεγαλώσουν. Το ξέρω, έλεγε, η γυναίκα, μα ως τότε πώς περνάνε; Δεν μπορώ, βλέπεις, να δουλέψω κι εγώ, πού να αφήσω πέντε μικρά μονάχα;Δόξα σοι ο Θεός, το ψωμάκι μας το 'χουμε, ας είναι και λίγο.


Εκείνη τη χρονιά όμως έπεσε χειμώνας βαρύς, το χιόνι σκέπασε
το δάσος κι ο άντρας δεν μπορούσε να πάει να κόψει ξύλα κι ούτε άλλη δουλειά να κάνει, γιατί με το χιόνι οι δουλειές σταματάνε, οι άν­τρες μαστορεύουν στα σπίτια τους κι οι γυναίκες πιάνουν τη ρόκα.
Η γυναίκα του ξυλοκόπου δεν είχε ούτε μαλλί να γνέσει ούτε νή­μα να υφάνει. Και σε λίγες μέρες δεν είχε ούτε σταγόνα λάδι το μπου­κάλι τους, ούτε χούφτα αλεύρι η σακούλα. Κάθονταν λοιπόν ένα βράδυ δίπλα στη φωτιά με το λυχνάρι σβηστό κι ήταν όλοι τόσο πει- νασμένοι, που δεν είχαν καρδιά να μιλήσουν. Και το μικρό στην κού­νια.
Έξαφνα, εκεί που κάθονταν, χτύπησε η πόρτα τους κι ο ξυλοκό­πος πήγε ν' ανοίξει. Είδαν τότε να μπαίνει μια γυναίκα αδύνατη και ζαρωμένη μ' ένα ταγάρι στην πλάτη της.
Καλησπέρα, είπε δειλά - δειλά. Έξω πέφτει χιόνι και δεν μπορώ να περπατήσω, να πάω στο χωριό μου, που είναι δυο ώρες μακριά. Με αφήνετε, καλοί μου άνθρωποι, να μείνω τη νύχτα στο αχούρι;
Στο αχούρι μας; είπε ο ξυλοκόπος. Τι λες, κυρά μου; Θα σου στρώσουμε να κοιμηθείς εδώ, δίπλα στη φωτιά. Κάτσε τώρα να ζε­σταθείς λιγάκι, γιατί φαίνεσαι παγωμένη και κουρασμένη από το δρόμο. Η γυναίκα έκατσε κοντά στη φωτιά και τους είπε:
Καλοί μου άνθρωποι, δε μου δίνετε τίποτα να φάω; ας είναι και ένα κομματάκι ψωμί. Νόμιζα πως θα φτάσω απόψε στο σπίτι μου.
Αχ, κυρά μου, αποκρίθηκε η γυναίκα του ξυλοκόπου, δεν έχουμε τίποτα να σου δώσουμε, ούτε κι ένα κομματάκι ψωμί. Ήσουν άτυχη και χτύπησες τη δική μας πόρτα, γιατί εμείς είμαστε οι πιο φτωχοί.
Χτύπησα κι άλλες πόρτες, μ' αυτές δεν άνοιξαν καθόλου.
Άρχισαν τότε να κουβεντιάζουν κι από λόγο σε λόγο η γυναίκα του ξυλοκόπου τής είπε την κακοτυχία που τους ήρθε εκείνες τις η­μέρες:
Να με συμπαθάς, κυρά μου, μα δε σε πιστεύω. Γιατί από το ντουλάπι έρχεται μυρωδιά φρέσκου ψωμιού, είπε η ξένη γελώντας.
Ο ξυλοκόπος κι η γυναίκα του χαμογέλασαν κι αυτοί.
Μακάρι ν' αλήθευε ο λόγος σου, κυρά μου, της είπαν. Το ντου­λάπι μας δεν έχει παρά ένα άδειο μπουκάλι και μια άδεια σακούλα.
Για ανοίχτε να δούμε! έκανε η γυναίκα.
Το ανοίγω, για να μη σου χαλάσω το χατήρι, είπε ο ξυλοκόπος και πήγε στο ντουλάπι και το άνοιξε.
Τι να δουν! Τρία καρβέλια ψωμί ζε­στά και μυρωδάτα, ένα ταψί γεμάτο κρέας ψητό, ένα τσουκάλι με αχνι­στή σούπα, μια κάδη με τυρί κι ένα σωρό άλλα ωραία πράγματα.
Τα 'χασαν τότε οι κακόμοιροι και δεν ήξεραν τι να πουν.
Αχ! θα βάλεις με το νου σου πως δε θέλαμε να σου δώσουμε να φας, της είπε η γυναίκα του ξυλοκόπου, όμως η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουμε, πάει να σαστίσει το μυαλό μας, πως βρέθηκαν αυτά τα πράγματα.
Όπως και να βρέθηκαν, έκανε η ξένη, φέρτε να φάμε.
Τα παιδιά έφεραν τότε γρήγορα - γρήγορα το σοφρά, η μάνα τους κι ο πατέρας τους έβαλαν πάνω τα φαγιά κι άρχισαν να τρώνε τα παιδιά μάλιστα ξεφώνιζαν και γελούσαν από τη χαρά τους.
Σαν έφαγαν και χόρτασαν καλά, η γυναίκα του ξυλοκόπου είπε:
Κρίμα που δεν μπορεί να φάει και το μωρό απ' αυτά τα φαγιά.
Άρμεξε την αγελάδα και δώσ' του γαλατάκι, είπε η ξένη.
Δεν έχουμε αγελάδα, μακάρι να 'χαμε, απάντησε ο ξυλοκόπος. Μια κατσίκα είχαμε, αλλά μας αρρώστησε και ψόφησε.
Πώς δεν έχετε αγελάδα! είπε η ξένη. Δεν την ακούτε που μουγ­κρίζει στο αχούρι σας;
Ο ξυλοκόπος τότε σηκώθηκε, σηκώθηκε κι η γυναίκα του και τα παιδιά του κι έτρεξαν στο αχούρι τους. Και τι να δουν! Μια πελώρια αγελάδα δίπλα στο μουλάρι μασούσε το χορτάρι της και το αχούρι ήταν μεγάλο κι όμορφο και στην άκρη ένας σωρός από σανό.
Σάστισαν οι κακόμοιροι πιο πολύ κι έμειναν μ' ανοιχτό το στόμα.






Όπου ξαφνικά η γυναίκα του ξυλοκόπου φώναξε:
Αντρα μου να ξέρεις πως η ξένη που ήρθε στο σπίτι μας μας τα 'δώσε όλα. Θα 'ναι κάποια καλή νεράιδα και μας λυπήθηκε.
Δίκιο έχεις γυναίκα, είπε ο ξυλοκόπος. Πάμε να την ευχαριστή­σουμε.
Και γύρισαν κατά την καλύβα. Η καλύβα όμως τώρα είχε χαθεί και στη θέση της ήταν ένα όμορφο πεντακάθαρο σπιτάκι μ' έναν πεν­τάμορφο κήπο γύρω του, γεμάτο δέντρα και λαχανικά. Και μέσα το σπιτάκι είχε απ' όλα, κρεβάτια και ρούχα και κιλίμια στο πάτωμα και κουζίνα μ' όλα της τα καλά κι ό,τι άλλο χρειαζόταν στο νοικοκυριό τους. Η ξένη όμως δεν ήταν πουθενά.
Καλά το κατάλαβες, γυναίκα! είπε ο ξυλοκόπος. Κάποια καλή
νε­ράιδα ήταν και μας λυπήθηκε. Κρίμα που έφυγε τόσο ξαφνικά.
Κοίταξε, πατέρα, πάνω στο τραπέζι είναι ένα σακουλάκι, είπε το μεγάλο παιδί. Τι να 'χει μέσα;
Ο πατέρας πήρε το σακουλάκι και το άνοιξε κι είδε πως ήταν γεμάτο φλουριά! Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


«50 Νέα παραμύθια» Πιπίνας Τσιμικάλη
Εκδόσεις Αστήρ

Μη βιάζεσαι να κρίνεις…

Μη βιάζεσαι να κρίνεις…


Ο χειρούργος μπήκε βιαστικός στο νοσοκομείο, αφού δέχτηκε κλήση για μια επείγουσα και δύσκολη επέμβαση.
Φόρεσε γρήγορα τη ρόμπα του και κατευθύνθηκε προς το χειρουργείο όπου στην αίθουσα αναμονής συνάντησε τον πατέρα του παιδιού που θα χειρουργούσε.
Εκείνος μόλις αντίκρισε το γιατρό του φώναξε με αγωνία:
«Γιατί έκανες τόση ώρα να έρθεις; Είσαι εντελώς ανεύθυνος; Η ζωή του γιου μου κινδυνεύει.»





Ο γιατρός τον κοίταξε στα μάτια και απάντησε:
«Συγνώμη, δεν ήμουν στο νοσοκομείο, αλλά ήρθα όσο μπορούσα πιο γρήγορα, μόλις με κάλεσαν. Και τώρα ηρεμήστε για να κάνω και εγώ τη δουλειά μου».
«Να ηρεμήσω; Αν ήταν ο γιος σου τώρα σ’ εκείνο το δωμάτιο, θα ηρεμούσες; Αν ο γιος σου πέθαινε τώρα, τι θα έκανες;», είπε ο πατέρας οργισμένος.
Ο γιατρός απάντησε :
«Θα επαναλάμβανα, ότι είπε ο Ιώβ στη Βίβλο: Από τη σκόνη ερχόμαστε και στη σκόνη καταλήγουμε· ο Κύριος έδωσε, και ο Κύριος αφαίρεσε· ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου. Πηγαίνετε τώρα να προσευχηθείτε για το γιό σας κι εμείς θα κάνουμε το καλύτερο με τη βοήθεια του Θεού».
«Να δίνεις συμβουλές, όταν δεν σε αφορά κάτι, είναι τόσο εύκολο…», μουρμούρισε ο πατέρας.
 


Το χειρουργείο κράτησε αρκετές ώρες κι ύστερα πρώτος ο γιατρός βγήκε και ανακοίνωσε στον πατέρα χαρούμενα:
«Δόξα τω Θεώ, ο γιος σας σώθηκε», και χωρίς να περιμένει απάντηση από τον πατέρα, συνέχισε να περπατάει στο διάδρομο.
«Αν έχετε κάποια ερώτηση, ρωτήστε τη νοσοκόμα».
«Μα πως μπορεί να είναι τόσο αλαζόνας; Δεν μπορούσε να περιμένει λίγα λεπτά για να τον ρωτήσω για την κατάσταση του γιου μου;», ρώτησε τη νοσοκόμα ο πατέρας λίγα λεπτά αφού έφυγε ο γιατρός.
Η νοσοκόμα απάντησε με δάκρυα στα μάτια:
«Ο γιος του σκοτώθηκε χτες σε τροχαίο ατύχημα. Ήταν στην κηδεία του όταν τον καλέσαμε για την εγχείρηση, και τώρα που έσωσε τη ζωή του δικού σας γιου έφυγε τρέχοντας για να επιστρέψει στην κηδεία του παιδιού του»!!
Κάποιες φορές απαιτείται μεγάλη εσωτερική δύναμη για να μην κρίνεις τον συνάνθρωπό σου.
Επειδή όμως ποτέ δεν γνωρίζεις πραγματικά τι συμβαίνει στη ζωή του άλλου ανθρώπου και τι μπορεί αυτός να περνάει εκείνη τη στιγμή, μη βιάζεσαι ποτέ να κρίνεις.
Η «σιωπή του νου» είναι ο μοναδικός καθρέπτης που αντανακλά την πραγματικότητα της κατάστασης και η αγάπη το κύριο φίλτρο που πρέπει να χρησιμοποιούμε όταν κρίνουμε τον εαυτό μας και τους άλλους.

Μη βιάζεσαι να κρίνεις (Μέρος 2ον)

Μη βιάζεσαι να κρίνεις (Μέρος 2ον)


Μια φορά και ένα καιρό, σε έναν μακρινό γαλήνιο τόπο, πνιγμένο στη βλάστηση και στα γάργαρα νερά, υπήρχε ένα μικρό ειρηνικό βασίλειο, με έναν γενναίο και καλόψυχο βασιλιά.



Ο βασιλιάς αυτός είχε και έναν σκύλο, τον οποίο αγαπούσε σαν παιδί του, και που τον είχε από μικρό κουτάβι.
Ήταν ένα τεράστιο κανελί μαστίφ, που τον συντρόφευε παντού.
Στις βόλτες, στο κυνήγι, ακόμη και στον πόλεμο…
Το όνομά του Φοίβος.


Κάποτε, ο βασιλιάς απέκτησε και ένα μικρό γιο, τον οποίο λάτρευε όσο τίποτα άλλο, και τον προόριζε για διάδοχό του.
Όλη μέρα έπαιζε μαζί του, κάτω από το άγρυπνο μάτι του πιστού φύλακα Φοίβο, ο οποίος επίσης αγαπούσε τον μικρό μπόμπιρα, και δεν άφηνε κανέναν ξένο να τον πλησιάσει.
Οι μέρες κυλούσαν ευτυχισμένες, και ο βασιλιάς ήταν ο πιο ευτυχισμένος από όλους.
Ώσπου μια μέρα, που χρειάστηκε να λείψει για λίγες ώρες, άφησε τον Φοίβο να προσέχει τον πιτσιρικά.

Φανταστείτε λοιπόν την οργή του, όταν επιστρέφοντας το βράδυ, και σπεύδοντας στο σκοτεινό παιδικό δωμάτιο, είδε μια σκηνή που τον τρέλανε κυριολεκτικά.
Η παιδική κούνια ήταν άδεια, και μέσα στα αίματα.
Το ίδιο και οι τοίχοι, που κι αυτοί ήταν όλοι βαμμένοι στο κατακόκκινο αίμα.
Δίπλα όμως στη κούνια, ξαπλωμένος ο Φοίβος, με τα μάτια κλειστά, ήταν κι αυτός γεμάτος από αίματα, με τα πιο πολλά γύρω από την τεράστια μουσούδα του.
Και ροχάλιζε… ο άτιμος!
Αμέσως, και χωρίς καν να το σκεφτεί, ο βασιλιάς έβγαλε το ξίφος του και κάρφωσε στη καρδιά τον μοχθηρό σκύλο που τον πρόδωσε, εκεί που κοιμόνταν…
Ο θυμός του ήταν αξεπέραστος.
Ο κόσμος του είχε καταρρεύσει.
Δεν ήθελε να ζήσει.
Μέχρι που άναψε έναν δαυλό και είδε κάτι που τον συγκλόνισε ακόμη πιο πολύ.
Στην άκρη του δωματίου, δυο τεράστιοι  γκρίζοι λύκοι κείτονταν νεκροί, μέσα στα αίματα κι αυτοί, από τα δαγκώματα (προφανώς) του Φοίβου!
Λίγο πιο πέρα ήταν και ο μικρός διάδοχος.
Κοιμόνταν στο πάτωμα.
Σώος και αβλαβής...
Ο Φοίβος τον είχε προστατέψει με αυτοθυσία.
Ο βασιλιάς δεν άντεξε, και έπεσε κάτω κλαίγοντας…
Από εκείνη τη μέρα, λένε, δεν ξαναμίλησε ποτέ.
Πέθανε μετά από πολλά χρόνια, πάντα σιωπηλός, πάντα στενοχωρημένος, και πάντα βυθισμένος μέσα στις ενοχές του…

Οι αστροναύτες και ο Ινδιάνος…

Οι αστροναύτες και ο Ινδιάνος…



Στις 20 Ιουλίου 1969, ο Νίλ Άρμστονγκ και ο Μπαζ Όλντριν προσεδαφίστηκαν στην επιφάνεια της σελήνης. Κατά τους μήνες που προηγήθηκαν της αποστολής τους, οι αστροναύτες του Apollo 11 εκπαιδεύτηκαν σε μια απομονωμένη, σεληνόμορφη έρημο στις δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες.



Η περιοχή αυτή είναι η πατρίδα διαφόρων κοινοτήτων αυτόχθονων Αμερικανών και υπάρχει μια ιστορία ή θρύλος, που περιγράφει τη συνάντηση των αστροναυτών με κάποιον από τους ντόπιους…



Μια μέρα, καθώς έκαναν την εκπαίδευσή τους, οι αστροναύτες συνάντησαν έναν ηλικιωμένο Ινδιάνο. Εκείνος τους ρώτησε τι έκαναν εκεί. Του απάντησαν ότι είναι μέλη μιας ερευνητικής αποστολής  που θα έφευγε σύντομα με σκοπό να εξερευνήσει τη σελήνη. Όταν ο γέροντας το άκουσε αυτό, έμεινε σιωπηλός για λίγα λεπτά  και μετά ρώτησε τους αστροναύτες  αν θα μπορούσαν να του κάνουν μια χάρη.
-Τι θέλεις; Τον ρώτησαν εκείνοι.
-Ξέρετε, είπε ο γέροντας, οι άνθρωποι της φυλής μου πιστεύουν ότι στο φεγγάρι ζουν ιερά πνεύματα. Σκεφτόμουν αν θα μπορούσατε να τους δώσετε ένα σημαντικό μήνυμα εκ μέρους του λαού μου.
-Τι μήνυμα; Ρώτησαν οι αστροναύτες.
Ο άνδρας μουρμούρισε κάτι στη γλώσσα του και στη συνέχεια ζήτησε από τους αστροναύτες να το επαναλάβουν μέχρι να το απομνημονεύσουν σωστά.
-Τι σημαίνει; Τον ρώτησαν οι αστροναύτες.
-Α, δεν μπορώ να σας πω. Είναι ένα μυστικό που μπορούν να το γνωρίζουν μόνο η φυλή μας και τα πνεύματα.
Όταν γύρισαν στη βάση τους, οι αστροναύτες έψαξαν μέχρι που βρήκαν κάποιον που γνώριζε τη γλώσσα της φυλής και του ζήτησαν να τους μεταφράσει το μυστικό μήνυμα. Όταν επανέλαβαν αυτά που είχαν απομνημονεύσει ο μεταφραστής άρχισε να γελάει ασυγκράτητα. Όταν ηρέμησε, οι αστροναύτες τον ρώτησαν τι σήμαινε το μήνυμα. Εκείνος τους εξήγησε ότι η πρόταση που είχαν απομνημονεύσει τόσο προσεκτικά έλεγε «Μην πιστέψετε ούτε λέξη απ ότι σας πουν αυτοί άνθρωποι. Έχουν έρθει για να κλέψουν τη γη σας»!

Από το βιβλίο Sapiens. A Brief History of Humankind.
Του Yuval Noah Harari


ΠΗΓΗ https://orthografos.blogspot.com

Ο αετός που έμαθε να ζει σαν κότα…

Ο αετός που έμαθε να ζει σαν κότα…



‘Ενας βοσκός ζούσε σε μια καλύβα κοντά σε κάποιο δάσος και λίγο πιο μακρυά από το βουνό είχε το κοτέτσι του και το κοπάδι με τις κατσίκες. Τη χρονιά εκείνη η ξηρασία ήταν μεγάλη και δεν υπήρχε χορτάρι. Έτσι, ο βοσκός αποφάσισε να πάει τις κατσίκες του στην κορυφή του βουνού, όπου η υγρασία πιθανόν να ήταν μεγαλύτερη και όπου ήλπιζε να βρει δροσερό χορτάρι για τα ζώα του.




Όταν έφτασε εκεί ψηλά, άφησε τα ζώα του να βοσκήσουν ώρες πολλές, ώσπου νύχτωσε και αποφάσισε να κατέβει στην καλύβα του. Κατηφορίζοντας με το κοπάδι του είδε μπροστά του μια μεγάλη αετοφωλιά. Πλησιάζοντας, αντίκρισε δυο αετόπουλα, το ένα σκοτωμένο αφού είχε πέσει έξω από την φωλιά, και το άλλο, αν και σάλευε, έδειχνε σοβαρά τραυματισμένο...





Ο βοσκός δεν συμπαθούσε καθόλου τους αετούς διότι τους θεωρούσε εχθρικά πουλιά. Κάποτε είχαν επιτεθεί στις κατσίκες του και του είχαν πάρει μια κότα. Λυπήθηκε όμως το τραυματισμένο πουλάκι και το πήρε μαζί του στην καλύβα του. εκεί το περιποιήθηκε όπως μπορούσε και το τάιζε με κομματάκια κρέας αφήνοντας τη φύση να κάνει τα υπόλοιπα. Το πουλί έγινε καλά και άρχισε να μεγαλώνει, ώσπου έγινε ένας μεγάλος, εντυπωσιακός αετός. 
Από την στιγμή που το αετόπουλο ενηλικιώθηκε, τα πράγματα άλλαξαν. Ο βοσκός, που ήταν περήφανος για το καλό που είχε κάνει, άρχισε να ανησυχεί. Δεν μπορούσε με τίποτα να ξεχάσει τις εικόνες που είχαν χαραχτεί στη μνήμη του για όσα είχαν κάνει στο παρελθόν οι αετοί στις κατσίκες και στις κότες του.
Μια μέρα, ο βοσκός πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει τον αετό στο δάσος, νομίζοντας ότι η φύση θα τον βοηθούσε πλέον να επιβιώσει μόνος του.
Τρεις φορές ο βοσκός άφησε τον αετό στο δάσος και τρεις φορές ο αετός τον ακολούθησε χοροπηδώντας στο έδαφος.
Ο βοσκός είχε απελπιστεί, δεν ήξερε τι να κάνει. Τότε, του ήρθε μια τρελή ιδέα: να βάλει τον αετό στο κοτέτσι!
Μόλις οι κότες είδαν το μεγάλο αυτό πουλί που τόσο έτρεμαν, αποτραβήχτηκαν τρομαγμένες. Όταν όμως είδαν που καθόταν ήσυχος και δεν τις ενοχλούσε, σιγά σιγά συνήθισαν την παρουσία του. Τα χρόνια περνούσαν και ο οικόσιτος αετός έμαθε να ζει σαν κότα. Έτρωγε ότι και οι κότες, περπατούσε όπως οι κότες, μάλιστα έφτασε στο σημείο να κακαρίζει όπως αυτές.
Κάποτε, λοιπόν, έφτασε στο χωριό ένας φυσιοδίφης που μελετούσε τους αετούς της περιοχής. Περνώντας από την καλύβα του βοσκού, έμεινε με το στόμα ανοιχτό μόλις αντίκρισε το αλλόκοτο θέαμα: έναν αετό σε κοτέτσι!
Έτρεξε και χτύπησε με επιμονή την πόρτα του βοσκού, ο οποίος ακούγοντας τις φωνές βγήκε έξω τρομαγμένος.
“Ποιος είστε, τι θέλετε;”
“Σας ζητώ συγνώμη, είμαι φυσιοδίφης και μελετώ τους αετούς. Μα μόλις πριν λίγο είδα κάτι ασυνήθιστο, έναν αετό να ζει μαζί με τις κότες!”.
Ο βοσκός κατάλαβε τον λόγο της έκπληξής του και τον κάλεσε στην καλύβα του για να του διηγηθεί την ιστορία του: πως βρήκε, γιάτρεψε και μεγάλωσε τον αετό μαζί με τις κότες.
Ο φυσιοδίφης άκουγε συνεπαρμένος, ώσπου κάποια στιγμή ένα απλό σχόλιο του βοσκού τον “τάραξε”.
“Όπως καταλαβαίνετε, φίλε μου, το πουλί έχει ζήσει τόσο καιρό με τις κότες, ώστε μέσα του δεν είναι πλέον παρά μια κότα”.
“Πραγματικά λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί σας”, αποκρίθηκε ο φυσιοδίφης.
“Αφού διαφωνείτε, γιατί δεν μου το αποδεικνύετε, παίρνοντας τον αετό και προτρέποντάς τον να πετάξει:”.
Πράγματι ο φυσιοδίφης πήγε στο κοτέτσι, πήρε τον αετό κι έκανε το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο νου, τον πέταξε στον αέρα φωνάζοντας “Πέτα!”
Το ζώο έπεσε σαν μολύβι και κρύφτηκε σε μια γωνιά του κοτετσιού.
Ο βοσκός μόρφασε ειρωνικά, αλλά ο φυσιοδίφης δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια.
Πήρε μια σκάλα και την στήριξε σ’ έναν από τους τοίχους της καλύβας. Ξαναμπήκε στο κοτέτσι, έπιασε τον αετό και ανέβηκαν μαζί στη σκεπή. Από εκεί άφησε τον αετό να φύγει, λέγοντας ξανά “Πέτα!”. Το καημένο το ζώο έπεσε καταγής ξεπουπουλιασμένο και για μια στιγμή έμεινε ασάλευτο. Όταν συνήλθε από την τρομάρα του, αμέσως κρύφτηκε στο κοτέτσι. 
Τότε ο βοσκός του είπε:
” Αν συνεχίσεις έτσι, θα σκοτώσεις την κότα μου”.
Για κάποιο λόγο και παρά τις αποδείξεις για το αντίθετο και τις επικρίσεις του βοσκού, ο φυσιοδίφης ήταν απολύτως βέβαιος πως το πνεύμα ενός αετού δεν πεθαίνει ποτέ, γι’αυτό επέμεινε.
Ξάφνου, τράβηξε την προσοχή του κάτι.
“Τι είναι αυτό που φαίνεται στο βάθος;”.
“Η κορυφή του βουνού όπου βρήκα τον αετό. Γιατί;”.
“Διότι θα τον πάω εκεί, στο μέρος που γεννήθηκε και ίσως θυμηθεί τις ρίζες του και νιώσει ότι μπορεί να πετάξει”.
“Δεν είσαι με τα καλά σου, μου φαίνεται. Αρνείσαι να δεχτείς ότι έχεις άδικο”.
Ο φυσιοδίφης δεν είπε τίποτα, απλώς ανέλαβε δράση. Μπήκε ξανά στο κοτέτσι, πήρε τον αετό και άρχισε να περπατά με το βλέμμα καρφωμένο στην βουνοκορφή. Ο βοσκός άρπαξε ένα φανάρι και τον ακολούθησε. Όλη νύχτα ανηφόριζαν το βουνό, με τον φυσιοδίφη να προσπαθεί να σκεφτεί τρόπους για να ξυπνήσει το κοιμισμένο πνεύμα του αετού.
Όταν έφτασαν στην κορυφή όπου είχε γεννηθεί ο αετός, άρχισε να ξημερώνει και τότε ο φυσιοδίφης πρόσεξε κάτι περίεργο: ο αετός κρυβόταν από τον ήλιο.
Χωρίς καλά καλά να ξέρει γιατί, άρπαξε το πουλί από το λαιμό και το ανάγκασε να κοιτάξει τον ήλιο.
Τότε, ο αετός έκανε κάτι παράξενες κινήσεις, άνοιξε τα υπέροχα φτερά του και πέταξε.
Εκείνη τη μέρα ο αετός θυμήθηκε ποιος ήταν και ανέκτησε την πραγματική του ταυτότητα, που δεν ήταν εκείνη της κότας αλλά του αετού!




[ Ο αετός δεν είναι καλύτερος από την κότα, αλλά βλέπει ογδόντα δυο φορές καλύτερα από αυτήν.
Επιπλέον, ο αετός βλέπει τοπία που μια κότα ούτε να ονειρευτεί δεν μπορεί. Βέβαια, η ζωή μιας κότας είναι πιο άνετη, αφού έχει την τροφή της εξασφαλισμένη, ενώ ο αετός πρέπει να κυνηγήσει, το τίμημα όμως που πληρώνει ίσως είναι υπερβολικά υψηλό, αφού πρόκειται για την άσκηση της ελευθερίας του.]


ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Στείρα άρνηση : η μέθοδος των ανόητων…

Στείρα άρνηση : η μέθοδος των ανόητων…



Ο Τουργκένιεφ έχει γράψει μια μικρή ιστορία: Σε μια πόλη, ζούσε ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος, μια μεγαλοφυΐα. Και στην ίδια πόλη, ζούσε ένας ηλίθιος.
Μια μέρα, ο ηλίθιος πλησίασε τον έξυπνο και του ζήτησε να του δείξει έναν τρόπο να γίνει έξυπνος.




Ο έξυπνος ρώτησε τον ηλίθιο αν ήθελε να γίνει έξυπνος ή να φαίνεται έξυπνος, επειδή το να γίνεις έξυπνος, είναι μια μεγάλη διαδικασία, το να φαίνεσαι όμως έξυπνος, είναι εύκολο. Ο ηλίθιος απάντησε ότι ήθελε να του δείξει με τον ευκολότερο τρόπο ό,τι χρειαζόταν για να φαίνεται έξυπνος. Δεν ανησυχούσε για το πώς θα γίνει έξυπνος…


Ο έξυπνος σχολίασε ότι με το να γίνει κανείς έξυπνος, υπήρχε πιθανότητα να κάνει λάθη, ενώ με το να φαίνεται έξυπνος, δεν θα μπορούσε να κάνει κανένα λάθος. Ο ηλίθιος άρχισε να ανυπομονεί και ζητούσε από τον έξυπνο να του δείξει το κόλπο χωρίς άλλη καθυστέρηση. Έτσι, ο έξυπνος του είπε να αρνείται απλώς κάθε τι που ακούει. Αν κάποιος έλεγε, «υπάρχει Θεός», ο ηλίθιος έπρεπε αμέσως να απαντήσει πως δεν υπάρχει.
Ο ηλίθιος ρώτησε τον έξυπνο: «Πρέπει να λέω τέτοια πράγματα, ακόμα κι αν δεν ξέρω τίποτα για το θέμα;»
Ο έξυπνος απάντησε: «Εσύ δε χρειάζεται να σκοτίζεσαι καθόλου για να μάθεις πράγματα. Αν ακούσεις να λένε ότι ο τάδε ζωγράφος ζωγραφίζει καταπληκτικούς πίνακες, εσύ πες απλώς ότι είναι σκέτα σκουπίδια. Ζήτησέ τους να σου αποδείξουν πως είναι καταπληκτικοί! Αν ακούσεις να λένε ότι η μουσική του δείνα είναι ουράνια, εσύ πες ότι τέτοια μουσική παίζουν και στην κόλαση και ζήτησέ τους να σου αποδείξουν πως είναι ουράνια μουσική. Εσύ απλώς να αρνείσαι τα πάντα και αν κάποιος σου εναντιωθεί, προκάλεσέ τον να αποδείξει τον ισχυρισμό του.»
Και από εκείνη την ημέρα, ο ηλίθιος άρχισε σιγά-σιγά να γίνεται γνωστός στην πόλη ως έξυπνος. Και όλοι απορούσαν πώς τα είχε καταφέρει!
Αυτός ο αιώνας είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο αιώνας πολλών ειδών ηλιθίων. Και το θεμέλιο της ηλιθιότητας είναι η άρνηση.



Το πλοίο των ηλιθίων…

Το πλοίο των ηλιθίων…



Μια φορά και έναν καιρό, ο καπετάνιος και οι αξιωματικοί ενός πλοίου έγιναν τόσο ματαιόδοξοι από την ικανότητά τους στην ναυτική τέχνη, τόσο ανόητα ασεβείς και τόσο εντυπωσιασμένοι με τους εαυτούς τους που οδηγήθηκαν στην τρέλα.
Έστρεψαν το πλοίο βόρεια και προχώρησαν μέχρι που συνάντησαν παγόβουνα και επικίνδυνους ογκόπαγους. Συνέχισαν να πηγαίνουν βόρεια, σε όλο και περισσότερο επικίνδυνα νερά, με μόνο σκοπό να δώσουν στους εαυτούς τους ευκαιρίες να πραγματοποιήσουν ακόμα περισσότερα λαμπρά κατορθώματα στην ναυσιπλοΐα.





Καθώς το πλοίο έφτανε σε όλο και υψηλότερα γεωγραφικά πλάτη, οι επιβάτες και το πλήρωμα γίνονταν όλο και περισσότερο δυσαρεστημένοι. Άρχισαν καυγάδες μεταξύ τους και παράπονα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν.
«Τρέμω από το κρύο», είπε ένας ρωμαλέος ναυτικός. «Αυτό είναι το χειρότερο ταξίδι που έχω βρεθεί. Το κατάστρωμα είναι γλιστερό από τον πάγο. Όταν είμαι στο παρατηρητήριο ο αέρας περνά το πανωφόρι μου σαν μαχαίρι. Κάθε φορά που δένω το πανί της πλώρης τα δάχτυλά μου πάνε να παγώσουν. Και γι’ όλα αυτά παίρνω μόνο πέντε πενιχρά σελίνια το μήνα»...




«Νομίζεις ότι εσύ μόνον την έχεις άσχημα;», είπε μια γυναίκα επιβάτης. «Εγώ δεν μπορώ να κοιμηθώ το βράδυ από το κρύο. Οι κυρίες σε αυτό το πλοίο δεν παίρνουν όσες κουβέρτες παίρνουν οι άντρες. Αυτό δεν είναι δίκαιο».
Ένας μεξικανός ναύτης παρεμβαίνει στην συζήτηση. «Εγώ παίρνω μόνο τον μισό μισθό από ότι παίρνουν οι άγγλοι ναύτες. Χρειαζόμαστε αρκετή ποσότητα φαγητού για να είμαστε ζεστοί σε αυτό το κλίμα και δεν παίρνω το μερίδιό μου. Οι Άγγλοι παίρνουν περισσότερο. Και το χειρότερο από όλα είναι ότι οι αξιωματικοί μου δίνουν διαταγές στα αγγλικά, αντί στα ισπανικά».
«Εγώ έχω περισσότερους λόγους να διαμαρτύρομαι από οποιονδήποτε άλλο», είπε ένας Ινδιάνος ναύτης. «Αν τα χλωμά πρόσωπα δεν μου είχαν κλέψει την προγονική μου γη, δε θα ήμουν καν σε αυτό το πλοίο, μέσα στα παγόβουνα και τους αρκτικούς ανέμους. Θα ήμουν σε ένα κανό και θα κωπηλατούσα σε μια ωραία γαλήνια λίμνη. Μου αξίζει αποζημίωση. Τουλάχιστον ο καπετάνιος πρέπει να με αφήσει να παίζω ζάρια, για να βγάζω μερικά λεφτά».
Ο λοστρόμος τότε φώναξε: «Χτες ο πρώτος αξιωματικός με αποκάλεσε «πούστη» μόνο και μόνο επειδή παίρνω πίπες. Έχω το δικαίωμα να παίρνω πίπες, χωρίς να μου αποδίδουν τέτοιους χαρακτηρισμούς».
«Δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που έχουν κακή μεταχείριση σ’ αυτό το πλοίο…», παρενέβη μια φιλόζωη από τους επιβάτες, με φωνή τρεμάμενη από αγανάκτηση, «…γιατί την τελευταία εβδομάδα είδα τον δεύτερο αξιωματικό να κλωτσά τον σκύλο του πλοίου δύο φορές».
Ένας από τους επιβάτες ήταν καθηγητής κολεγίου. Σηκώνει τα χέρια και κραυγάζει: «Ρατσισμός, σεξισμός, ειδισμός, ομοφοβία και εκμετάλλευση της εργατικής τάξης!Είναι διακρίσειςΠρέπει να έχουμε κοινωνική δικαιοσύνη: ίσους μισθούς για τους μεξικανούς ναύτες, υψηλότερους μισθούς για όλους τους ναύτες, αποζημίωση για τον Ινδιάνο, ίσο αριθμό κουβερτών για τις κυρίες, εγγυημένο δικαίωμα το να παίρνει πίπες κανείς και όχι άλλες κλωτσιές στον σκύλο».
«ΝΑΙ-ΝΑΙ», φωνάζουν οι επιβάτες. «ΝΑΙ-ΝΑΙ», φωνάζει και το πλήρωμα. «Είναι διακρίσεις πρέπει να απαιτήσουμε τα δικαιώματά μας».



Ο μικρός καμαρότος καθάρισε το λαιμό του :
«Χμ. Χμ. Όλοι έχετε καλούς λόγους για να παραπονιέστε. Αλλά εμένα μου φαίνεται ότι αυτό που πρέπει πραγματικά να κάνουμε είναι να γυρίσουμε αυτό το πλοίο προς τα πίσω και να πάμε νότια. Γιατί αν συνεχίσουμε να πηγαίνουμε βόρεια σίγουρα θα ναυαγήσουμε, αργά ή γρήγορα, και τότε οι μισθοί σας, οι κουβέρτες σας και το δικαίωμα να παίρνεται πίπες δε θα προσφέρουν τίποτα, γιατί θα έχουμε πνιγεί όλοι».
Αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία, γιατί ήταν ένας μικρός καμαρότος.
Ο καπετάνιος και οι αξιωματικοί από την βάση τους στο πρυμναίο κατάστρωμα, έβλεπαν και άκουγαν. Τώρα αυτοί χαμογελούν και κλείνουν το μάτι ο ένας στον άλλο. Με ένα νεύμα του καπετάνιου ο τρίτος αξιωματικός κατέβηκε από το πρυμναίο κατάστρωμα, σουλατσάρισε μέχρι εκεί που είχαν συγκεντρωθεί οι επιβάτες και το πλήρωμα και σπρώχνοντας με τον ώμο του μπήκε ανάμεσά τους. Πήρε μια πολύ σοβαρή έκφραση στο πρόσωπό του και μίλησε έτσι: «Εμείς οι αξιωματικοί πρέπει να παραδεχτούμε ότι κάποια πραγματικά ασυγχώρητα πράγματα συμβαίνουν σε αυτό το πλοίο. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει πόσο άσχημα ήταν τα πράγματα μέχρι που ακούσαμε τα παράπονά σας. Εμείς είμαστε άντρες με καλή θέληση και θέλουμε να είμαστε σωστοί μαζί σας. Αλλά όμως ο καπετάνιος είναι σχετικά συντηρητικός και επιβάλει τις δικές του θέσεις, Μάλλον χρειάζεται ένα μικρό σκούντημα, πριν κάνει οποιαδήποτε απτή αλλαγή. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι, αν διαμαρτύρεστε έντονα –αλλά πάντα ειρηνικά και χωρίς να παραβιάζετε τους κανόνες του πλοίου– θα ταρακουνήσετε τον καπετάνιο που αδρανεί και θα τον αναγκάσετε να καταπιαστεί με τα προβλήματα, για τα οποία τόσο δίκαια διαμαρτύρεστε».
Αφού είπε αυτά ο τρίτος αξιωματικός γύρισε πίσω στο πρυμναίο κατάστρωμα. Καθώς πήγαινε, το πλήρωμα και οι επιβάτες του φώναζαν: «Μετριοπαθή! Ρεφορμιστή! Ψευτοπροοδευτικέ! Τσιράκι του καπετάνιου
Όμως, παρ’ όλα αυτά, έκαναν όπως αυτός τους είπε. Μαζεύτηκαν μπροστά από το πρυμναίο κατάστρωμα φωνάζοντας βρισιές προς τους αξιωματικούς και ζητώντας τα δικαιώματά τους. «Θέλω υψηλότερο μισθό και καλύτερες συνθήκες εργασίας», φώναξε ο ρωμαλέος θαλασσοπόρος. «Ίσες κουβέρτες για τις γυναίκες», φώναξε η γυναίκα επιβάτης. «Θέλω να λαμβάνω τις διαταγές μου στα ισπανικά», κραύγασε ο μεξικάνος ναύτης. «Θέλω το δικαίωμα να παίζω ζάρια», φώναξε ο ινδιάνος ναύτης. «Δεν θέλω να με λένε πούστη», φώναξε ο λοστρόμος. «Όχι άλλες κλοτσιές στον σκύλο», φώναξε η φιλόζωη. «Επανάσταση τώρα», φώναξε ο καθηγητής.
Ο καπετάνιος και οι αξιωματικοί μαζεύονται και συσκέπτονται για μερικά λεπτά, κλείνοντας το μάτι ο ένας στον άλλο, γνέφοντας καταφατικά και γελώντας. Τότε ο καπετάνιος στάθηκε μπροστά στο πρυμναίο κατάστρωμα και με μια σπουδαία προσποίηση καλοσύνης, ανακοίνωσε ότι:
– Ο μισθός του ρωμαλέου ναυτικού θα ανέβει στα έξι σελίνια το μήνα.
– Ο μισθός του μεξικανού ναυτικού θα ανέλθει στα δύο τρίτα του μισθού των άγγλων.
– Η διαταγή για δέσιμο του πανιού της πλώρης θα δίνεται στα ισπανικά.
– Οι γυναίκες επιβάτες θα πάρουν άλλη μια κουβέρτα.
– Ο ινδιάνος ναύτης θα έχει το δικαίωμα να στήνει ένα παιχνίδι ζάρια τα σαββατόβραδα.
– Ο λοστρόμος δε θα αποκαλείται πούστης, όσο κρατά την πεολειχία αυστηρά ιδιωτική.
– Και το σκυλί δεν θα τρώει κλωτσιές, εκτός αν κάνει κάποια αταξία, όπως το να κλέψει φαγητό από το μαγειρείο.



Οι επιβάτες και το πλήρωμα γιόρτασαν αυτές τις παραχωρήσεις σαν μεγάλη νίκη, αλλά το επόμενο πρωί αισθάνονταν πάλι δυσαρεστημένοι.
«Έξι σελίνια το μήνα είναι πενταροδεκάρες και ακόμα παγώνουν τα δάκτυλά μου, όταν δένω το πανί της πλώρης», γκρίνιαξε ο ρωμαλέος ναυτικός.
«Ακόμα δεν παίρνω τον ίδιο μισθό με τους άγγλους ή αρκετά τρόφιμα γι’ αυτό το κλίμα», είπε ο μεξικανός ναύτης.
«Εμείς οι γυναίκες δεν έχουμε ακόμα αρκετές κουβέρτες, που να μας κρατάν ζεστές», είπε η γυναίκα επιβάτης. Οι υπόλοιποι εξέφρασαν παρόμοια παράπονα και ο καθηγητής τους παρότρυνε.
Όταν τελείωσαν, ο μικρός καμαρότος μίλησε αυτή τη φορά αρκετά δυνατά, ώστε οι υπόλοιποι να μην μπορούν εύκολα να τον αγνοήσουν: «Είναι πραγματικά τρομερό που το σκυλί τρώει κλωτσιές, επειδή κλέβει ένα κομμάτι ψωμί από το μαγειρείο, και ότι η γυναίκες δεν έχουν ίσο αριθμό κουβερτών και ότι παγώνουν τα δάχτυλα του ναύτη και δεν βλέπω τον λόγο ο λοστρόμος να μη παίρνει πίπες αν το θέλει. Αλλά κοιτάτε πόσο χοντρά έχουν γίνει τα παγόβουνα και πόσο ο άνεμος φυσάει όλο και πιο άγρια. Πρέπει να γυρίσουμε το πλοίο προς τον νότο γιατί αν συνεχίσουμε να πηγαίνουμε βόρεια, θα ναυαγήσουμε και θα πνιγούμε».
«Ω!, ναι», είπε ο λοστρόμος. «Είναι τόσο απαίσιο να συνεχίζουμε να πηγαίνουμε βόρεια, αλλά γιατί πρέπει εγώ να παίρνω πίπες κρυφά; Γιατί πρέπει να αποκαλούμαι πούστης; Δεν είμαι εγώ καλός όπως οι άλλοι
«Το να πλέουμε βόρεια είναι τρομερό», είπε η γυναίκα επιβάτης. «Αλλά δεν βλέπεις; Γι’ αυτό ακριβώς οι γυναίκες χρειάζονται περισσότερες κουβέρτες για να μένουν ζεστές. Απαιτώ ίσες κουβέρτες για τις γυναίκες τώρα».
«Είναι αλήθεια», είπε ο καθηγητής, «ότι το να πλέουμε προς τα βόρεια επιφέρει μεγάλες κακουχίες σε όλους μας. Αλλά το να αλλάξουμε πορεία προς το νότο είναι ουτοπικό. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω το ρολόι. Πρέπει να βρούμε έναν ώριμο τρόπο για να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση».



«Κοιτάτε» είπε ο μικρός καμαρότος. «Αν αφήσουμε αυτούς τους τέσσερις παράφρονες στο κατάστρωμα την πρύμνης να έχουν τη δική τους πορεία θα πνιγούμε όλοι. Αν καταφέρουμε κάποια στιγμή να απομακρύνουμε το πλοίο από τον κίνδυνο, τότε μπορούμε να ανησυχούμε για τις εργατικές συνθήκες, τις κουβέρτες, για τις γυναίκες, και το δικαίωμα στην πεολειχία. Αλλά πρώτα πρέπει να στρίψουμε προς τα πίσω το σκάφος. Αν κάποιοι από εμάς μαζευτούν, φτιάξουν ένα σχέδιο και δείξουν λίγο θάρρος, μπορούμε να σώσουμε τους εαυτούς μας. Δεν χρειάζονται πολλοί από εμάς, έξι με οχτώ φτάνουν.Μπορούμε να καταλάβουμε την πρύμνη, να πετάξουμε αυτούς τους τρελούς έξω από το πλοίο, και να πάμε προς το νότο».
Ο καθηγητής σήκωσε τη μύτη του και είπε αυστηρά: «Δεν πιστεύω στην βία. Είναι ανήθικο».
«Είναι αήθης η χρήση βίας, πάντα!», είπε ο λοστρόμος.
«Με τρομάζει η βία», είπε η γυναίκα επιβάτης.
Ο καπετάνιος και οι αξιωματικοί έβλεπαν και άκουγαν όλη αυτή την ώρα. Με ένα σήμα από τον καπετάνιο ο τρίτος αξιωματικός κατέβηκε κάτω στο κυρίως κατάστρωμα. Μπήκε ανάμεσα στους επιβάτες και στο πλήρωμα, λέγοντάς τους ότι, ακόμα υπάρχουν πολλά προβλήματα στο πλοίο.
«Έχουμε κάνει μεγάλη πρόοδο», είπε. «Αλλά, απομένουν ακόμα πολλά για να γίνουν. Οι συνθήκες εργασίας για τον ναύτη είναι ακόμα σκληρές, ο μεξικάνος δεν παίρνει ακόμα τα ίδια λεφτά με τον άγγλο, οι γυναίκες δεν έχουν ακόμα τις ίδιες κουβέρτες με τους άντρες, το παιχνίδι με ζάρια του ινδιάνου τα σαββατόβραδα είναι πενιχρή αποζημίωση για την χαμένη γη του, είναι άδικο για τον λοστρόμο να παίρνει πίπες στα κρυφά και ο σκύλος ακόμα να τρώει κλωτσιές πότε -πότε. Νομίζω ότι ο καπετάνιος χρειάζεται ακόμα ένα σκούντημα. Θα βοηθούσε αν όλοι εσείς πραγματοποιούσατε ακόμα μια διαμαρτυρία, εφ’ όσον αυτή παραμένει μη βίαιη».
Καθώς ο τρίτος αξιωματικός πήγαινε πίσω στην πρύμνη, οι επιβάτες και το πλήρωμα του πλοίου τον έβριζαν αλλά μολαταύτα έκαναν αυτό που τους είπε και μαζεύτηκαν μπροστά στο πρυμναίο κατάστρωμα για ακόμα μια διαμαρτυρία. Φώναζαν με στόμφο και ενθουσιασμό, κραδαίνοντας τη γροθιά τους, και ακόμα πέταξαν ένα κλούβιο αυγό στον καπετάνιο (ο οποίος το απέφυγε με έναν επιδέξιο ελιγμό).
Αφού άκουσαν τα παράπονά τους, ο καπετάνιος και οι αξιωματικοί, μαζεύτηκαν για μια κουβέντα κατά την οποία έκλειναν το μάτι ο ένας στον άλλο και γελούσαν πονηρά. Μετά ο καπετάνιος στάθηκε μπροστά στο πρυμναίο κατάστρωμα και ανακοίνωσε ότι:
– Ο ρωμαλέος ναύτης θα πάρει γάντια για να κρατά τα δάκτυλά του ζεστά.
– Ο μεξικανός ναύτης θα παίρνει μισθό ίσο με τα τρία τέταρτα του άγγλου ναυτικού.
– Οι γυναίκες θα πάρουν μια ακόμα κουβέρτα.
– Ο ινδιάνος ναύτης θα μπορεί να στήνει το παιχνίδι του και το Σάββατο και την Κυριακή το βράδυ.
– Ο λοστρόμος θα μπορεί να παίρνει πίπες δημοσίως, αφού νυχτώσει
– Και κανείς δε θα κλωτσά τον σκύλο, χωρίς ειδική εντολή από τον καπετάνιο.
Οι επιβάτες και το πλήρωμα έμειναν εκστασιασμένοι από αυτή τη μεγάλη επαναστατική νίκη, αλλά το επόμενο πρωί πάλι αισθάνονταν δυσαρεστημένοι και άρχισαν να γκρινιάζουν για τις ίδιες παλιές κακουχίες.



Ο μικρός καμαρότος αυτή τη φορά άρχισε να οργίζεται:
«Βρε ηλίθιοι», φώναξε, «δεν βλέπετε τι κάνουν ο καπετάνιος και οι αξιωματικοί; Σας κρατούν απασχολημένους, με τα ασήμαντα παράπονά σας για κουβέρτες, μισθούς, και κλωτσιές στο σκύλο, ώστε να μη σκέφτεστε τι πραγματικά πάει στραβά σε αυτό το πλοίο, το ότι δηλαδή πάει όλο και περισσότερο προς τα βόρεια και όλοι θα πνιγούμε. Αν κάποιοι από εσάς έρθετε στα συγκαλά σας, μαζευτούμε και καταλάβουμε το πρυμναίο κατάστρωμα, θα μπορούσαμε να στρέψουμε αυτό το πλοίο και να σώσουμε τις ζωές μας. Αλλά το μόνο που κάνετε είναι να κλαψουρίζετε για τόσο μικρά θέματα όπως οι συνθήκες εργασίας, παιχνίδια με ζάρια και το δικαίωμα να παίρνει κανείς πίπες».
Οι επιβάτες και το πλήρωμα εξαγριώθηκαν.
«Μικρό!!» φώναξε ο Μεξικανός. «Θεωρείς λογικό το να παίρνω μόνο τα τρία τέταρτα του μισθού του άγγλουΕίναι αυτό μικρό πράγμα
«Πώς μπορείς να λες το παράπονό μου ασήμαντο!!» φώναξε ο λοστρόμος. «Δεν ξέρεις πόσο υποτιμητικό είναι να σε φωνάζουν πούστη
«Το να κλωτσάς ένα σκύλο δεν είναι μικρό θέμα», φώναξε η φιλόζωη. «Είναι άκαρδο, αισχρό και κτηνώδες».
«Εντάξει τότε», απάντησε ο μικρός καμαρότος, «τα θέματα αυτά δεν είναι μικρά και ασήμαντα. Το να κλωτσάς είναι αισχρό και κτηνώδες και υποτιμητικό να σε αποκαλούν πούστη. Αλλά σε σχέση με το πραγματικό μας πρόβλημα, σε σχέση με το ότι το πλοίο πηγαίνει ακόμα βόρεια, τα παράπονά σας είναι μικρά και επουσιώδη. Επειδή, αν δεν γυρίσουμε αυτό το πλοίο σύντομα, θα πνιγούμε όλοι».
«Φασίστα», είπε ο καθηγητής.
«Αντεπαναστάτη», είπε η γυναίκα επιβάτης.
Κι όλοι οι επιβάτες και το πλήρωμα μπαίνουν στην κουβέντα, ο ένας μετά τον άλλο, αποκαλώντας τον μικρό καμαρότο φασίστα και αντεπαναστάτη. Τον έσπρωξαν μακριά και συνέχισαν να γκρινιάζουν για μισθούς, κουβέρτες, για τις γυναίκες, για το δικαίωμα στην πεολειχία και για τη συμπεριφορά στο σκύλο.
Το πλοίο συνέχισε να πλέει βόρεια και μετά από λίγο συντρίφτηκε ανάμεσα σε δύο παγόβουνα και πνίγηκαν όλοι.


(To κείμενο αυτό γράφτηκε το 1999 μέσα στην φυλακή από τον Ted Kaczynskiγνωστότερο ως UNABOMBER και δημοσιεύτηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φύλλο 9, Δεκέμβριος 2002)

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Τα Χριστούγεννα ενός αγοριού


Τα Χριστούγεννα ενός αγοριού (Συγκλονιστικό)


Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι- Κάπου, κάποτε, ακριβώς παραμονές Χριστουγέννων, συνέβη σε μία τεράστια πόλη και με τρομερή παγωνιά. 
Έχω την εντύπωση, λοιπόν, ότι υπήρχε στο υπόγειο ένα αγόρι, όμως πολύ μικρό ακόμα, έξι χρονών ή μπορεί και μικρότερο.
Αυτό το αγόρι ξύπνησε το πρωί μέσα σε ένα υγρό, κρύο υπόγειο. Φορούσε κάτι σαν ρομπάκι και τουρτούριζε. Η ανάσα του έβγαινε από το στόμα του σαν άσπρος αχνός,
κι εκείνο, καθισμένο πάνω σε ένα σεντούκι στη γωνίτσα, διασκέδαζε παρατηρώντας την να πετάει και να χάνεται.

Όμως, ήθελε τόσο πολύ να φάει κάτι. Είχε πλησιάσει κάμποσες φορές από το πρωί το σανιδένιο κρεβάτι, όπου πάνω σε ένα λεπτό σαν φύλλο στρώμα και με έναν μπόγο
για μαξιλάρι κειτόταν η άρρωστη μητέρα του.

Πως βρέθηκε άραγε εδώ; Θα πρέπει να ήρθε με το αγοράκι της από κάποια άλλη πόλη και αρρώστησε ξαφνικά. Την ιδιοκτήτρια των κρεβατιών την είχαν συλλάβει δύο μέρες πριν.

Οι ένοικοι σκόρπισαν στα πόστα τους, λόγω γιορτών, κι ένας ακαμάτης που έμεινε κειτόταν ήδη μεθυσμένος του θανατά ολόκληρα εικοσιτετράωρα, χωρίς να περιμένει καν τη γιορτή.

Στην άλλη άκρη του δωματίου βογκούσε μία ογδοντάχρονη γριούλα, που έζησε κάποτε, κάπου, σαν γκουβερνάντα, και τώρα πέθαινε μόνη, βογκώντας, μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας στο αγόρι, που άρχισε να φοβάται πιά να πλησιάσει προς τη γωνιά της.

Κάπου σε μία πεζούλα ανακάλυψε κάτι για να πιεί, αλλά δε βρήκε ούτε μία κόρα ψωμί για να φάει, και πήγαινε τώρα για δέκατη φορά να ξυπνήσει τη μητέρα του. Τελικά, μέσα στο σκοτάδι ενίωσε να φοβάται: είχε βραδιάσει εδώ και ώρα, αλλά κανείς δεν άναψε φως.

Ψηλαφώντας το πρόσωπο της μαμάς του, παραξενεύτηκε που εκείνη δεν κουνήθηκε καθόλου και ήταν τόσο παγωμένη όσο κι ο τοίχος.

«Πολύ κρύο κάνει εδώ μέσα», σκέφτηκε, στάθηκε λίγο ακόμα, ξεχνώντας ασυναίσθητα το χέρι του στον ώμο της μακαρίτισσας, μετά χουχούλιασε τα δαχτυλάκια του, για να τα ζεστάνει, και ξαφνικά, ξετρυπώνοντας από το κρεβάτι το κασκετάκι του, σιγά σιγά, ψηλαφητά, βγήκε από το υπόγειο.

Θα είχε φύγει νωρίτερα, αλλά φοβόταν εκεί πάνω στη σκάλα το μεγάλο σκυλί που στεκόταν ολημερίς έξω από την πόρτα των γειτόνων. Όμως, τώρα πιά το σκυλί δεν ήταν εκεί, κι αυτός βγήκε γρήγορα στο δρόμο.

Θεέ μου, τι πόλη ήταν αυτή! Ποτέ άλλοτε δεν είχε δεί κάτι παρόμοιο. Εκεί απ’ όπου ερχόταν, τις νύχτες πέφτει μαύρο σκοτάδι, ένας φανοστάτης φωτίζει όλο το δρόμο. Τα ξύλινα, χαμηλούτσικα σπιτάκια κλειδαμπαρώνονται με παντζούρια.

Έξω, με το που θα πάρει να σουρουπώνει, δε θα δείς κανέναν —κλείνονται όλοι στα σπίτια τους, και το μόνο που ακούς είναι το ουρλιαχτό από ολόκληρα κοπάδια σκυλιών, εκατοντάδες και χιλιάδες από αυτά αλυκτούν και γαβγίζουν όλη τη νύχτα.

Ωστόσο, εκεί κάτω ήταν τόσο ζεστά και του έδιναν να φάει, ενώ εδώ, ω Θεέ μου, ας έτρωγε μία στάλα! Και τι θόρυβος και φασαρία είναι αυτή, πόσο φως και πόσοι άνθρωποι, άλογα και άμαξες, και παγωνιά, παγωνιά!

Παγωμένος αχνός βγαίνει από τα καταπονημένα άλογα, από τις καυτές ανάσες τους. Κάτω από το λιωμένο χιόνι βροντοκοπούν πάνω στην πέτρα τα πέταλά τους, κι όλοι σπρώχνονται τόσο και, ω Θεέ μου, πόσο θέλει να φάει, ένα κομματάκι οτιδήποτε έστω, και τα δάχτυλα άρχισαν ξαφνικά να πονάνε τόσο.

Δίπλα του πέρασε το όργανο της τάξης που έστρεψε αλλού το πρόσωπό του, για να μη δεί το μικρό.

Να κι άλλος δρόμος, τόσο πλατύς! Εδώ σίγουρα μπορούν να σε ποδοπατήσουν. Πως φωνάζουν όλοι, πως τρέχουν και τι φώτα, τι φώτα! Ω, αυτό τι είναι; Α, ένα μεγάλο τζάμι, και πίσω από το τζάμι ένα δωμάτιο, και στο δωμάτιο ένα δέντρο ίσαμε το ταβάνι.

Είναι ένα έλατο, και πάνω στο έλατο τόσα φωτάκια, τόσα χρυσαφένια χαρτάκια και μήλα και κουκλάκια και μικρά αλογάκια. Πέρα δώθε στο δωμάτιο τρέχουν παιδιά, στολισμένα και καθαρά, γελούν και παίζουν και κάτι τρώνε και πίνουν.

Να, το κοριτσάκι εκείνο άρχισε να χορεύει με το αγοράκι, τι όμορφη κοπελίτσα! Ορίστε κι η μουσική που ακούγεται πίσω από το τζάμι.

Κοιτάζει ο μικρός και θαυμάζει, γελάει μάλιστα, τώρα του πονάνε ήδη και τα δαχτυλάκια των ποδιών, ενώ των χεριών έγιναν πιά κατακόκκινα, δεν κλείνουν και πονάνε όταν τα κουνάει.

Ξάφνου το αγόρι θυμήθηκε ότι του πονάνε τόσο πολύ τα δάχτυλα, έβαλε τα κλάματα και συνέχισε το δρόμο του, αλλά να που πάλι βλέπει, μέσα από ένα άλλο τζάμι, ένα άλλο δωμάτιο κι ένα δέντρο, και στα τραπέζια πάνω γλυκίσματα κάθε είδους —αμυγδαλωτά, κόκκινα, κίτρινα, και κάθονται εκεί τέσσερις πλούσιες κυρίες, που δίνουν σε όσους μπαίνουν γλυκά, κι ανοίγει για μία στιγμή η πόρτα και μπαίνουν απ’ έξω κάμποσοι κύριοι.

Πλησίασε στα κλεφτά ο μικρός, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Οχ, τι φωνές ήταν αυτές και τι χειρονομίες!

Μία κυρία έτρεξε γρήγορα, του έβαλε στο χέρι ένα καπίκι και του άνοιξε την πόρτα για να βγεί. Πόσο φοβήθηκε ο μικρός! Το καπίκι του έπεσε την ίδια στιγμή και κύλησε πάνω στα σκαλοπάτια, γιατί δεν μπορούσε, βλέπετε, να κλείσει τα κόκκινα δάχτυλά του και να το σφίξει.

Το έβαλε στα πόδια ο μικρός κι έτρεξε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς να ξέρει προς τα που. Πάλι θέλει να κλάψει, αλλά φοβάται, και τρέχει, τρέχει χουχουλιάζοντας τα χεράκια του. Τότε τον πιάνει μία θλίψη, γιατί ξαφνικά ένιωσε τόσο μόνος και τόσο απαίσια.

Όμως, ξάφνου, Θεέ και Κύριε! Τι είναι αυτό πάλι; Ένα πλήθος ανθρώπων στέκεται και κάτι κοιτάζει: σε ένα παράθυρο, πίσω από το τζάμι, τρεις κούκλες, μικρές, με κόκκινα και πράσινα ρουχαλάκια, και εντελώς σαν ζωντανές!

Ένα γεροντάκι κάθεται και σαν να παίζει ένα μεγάλο βιολί, δύο άλλοι στέκονται όρθιοι και παίζουν μικρότερα βιολιά, και κουνάνε τα κεφάλια τους με ρυθμό, κι έπειτα κοιτάνε ο ένας τον άλλο και τα χείλη τους κουνιούνται, μιλάνε, πραγματικά μιλάνε, μόνο που λόγω του τζαμιού δεν ακούγονται.

Στην αρχή ο μικρός σκέφτηκε ότι είναι ζωντανοί, αλλά, μόλις κατάλαβε ότι είναι κούκλες, έβαλε τα γέλια. Δεν είχε δεί ποτέ τέτοιες κούκλες και δεν ήξερε καν ότι υπάρχουν τέτοιες! Του έρχεται να κλάψει, αλλά είναι τόσο αστείες αυτές οι κούκλες.

Ξάφνου του φάνηκε ότι κάποιος πίσω του τον άρπαξε από το ρομπάκι του: ένα ψηλό κακιωμένο αγόρι στάθηκε δίπλα του, του έδωσε μία καρπαζιά, του πέταξε το κασκέτο και του έχωσε μία κλοτσιά.

Κυλίστηκε ο μικρός στο έδαφος, κάποιοι έβαλαν τις φωνές, τα έχασε τότε, πετάχτηκε πάνω και όπου φύγει φύγει, μέχρι που έφτασε κάπου, άγνωστο που, σε μία αυλή, μία άγνωστη αυλή. Στάθηκε να πάρει ανάσα πίσω από ένα σωρό ξύλων. «Εδώ δε θα με βρούν, είναι κατασκότεινα».

Κάθισε μαζεμένος, χωρίς να μπορεί να συνέλθει από το φόβο, και τότε απρόσμενα, εντελώς απρόσμενα, ενίωσε τόσο ευχάριστα: τα χεράκια και τα ποδαράκια του σταμάτησαν να πονάνε κι αισθάνθηκε μία τέτοια ζεστασιά, τέτοια ζεστασιά, σαν να βρισκόταν δίπλα στη σόμπα.

Νάτος, τρεμουλιάζει ολόκληρος, αχ, μα ναί, μοιάζει να αποκοιμιέται! Τι ωραία να κοιμόταν εδώ: «Θα κάτσω λίγο και θα πάω να δω πάλι τις κούκλες», σκέφτηκε ο μικρός και χαμογέλασε, φέρνοντάς τες στο μυαλό του, εντελώς σαν αληθινές!…

Αλλά τότε άκουσε τη μητέρα του να του τραγουδάει ένα νανούρισμα. «Μαμάκα, κοιμάμαι, αχ, τι ωραία κοιμάμαι εδώ πέρα!»

«Πάμε σπίτι μου, στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, αγοράκι», ψιθύρισε από πάνω του μία σιγανή φωνή.

Σκέφτηκε ότι θα ήταν η μητέρα του, αλλά όχι, δεν ήταν. Ποιος είναι αυτός που τον καλεί, δεν τον βλέπει, όμως ναί, κάποιος έσκυψε πάνω του και τον αγκαλίασε μέσα στο σκοτάδι, και ο μικρός του έτεινε το χέρι και… και τότε, ω, τι φως! Ω, τι έλατο είναι αυτό!

Μα δεν είναι καν έλατο, τέτοια δέντρα δεν είχε ξαναδεί ποτέ! Που βρίσκεται τώρα; Όλα λάμπουν, όλα ακτινοβολούν και γύρω τόσες κούκλες, αγοράκια και κοριτσάκια, τόσο λαμπερά, όλο στριφογυρνάνε γύρω του, πετάνε, τον φιλάνε, τον πιάνουν από το χέρι, τον παίρνουν μαζί τους, ναί, τώρα πετάει κι ο ίδιος, και βλέπει τη μητέρα του να τον κοιτάζει και να του χαμογελάει τόσο χαρούμενη.

«Μαμά! Μαμά! Αχ, τι ωραία που είναι εδώ, μαμά!» της φωνάζει ο μικρός και ξαναφιλιέται με τα παιδάκια και θέλει να τους μιλήσει αμέσως για τις κούκλες εκείνες πίσω από το τζάμι. «Ποια είστε εσείς, αγοράκια; Ποιες είστε εσείς, κοριτσάκια;» ρωτάει γελώντας και αγκαλιάζοντάς τα.

«Αυτό είναι το Δέντρο του Χριστού», του απαντάνε. «Στο σπίτι του Χριστού πάντα τη μέρα αυτή υπάρχει ένα δέντρο για τα μικρά παιδάκια που δεν έχουν δικά τους δέντρα…»

Έμαθε τότε ότι τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδάκια σαν κι αυτόν, που κάποια ξεπάγιασαν μέσα στα καλαθάκια τους, όταν τα εγκατέλειψαν στα σκαλιά των σπιτιών των αξιωματούχων της Πετρούπολης, άλλα πέθαναν στο βρεφοκομείο, κάποια τρίτα ξεψύχισαν πάνω στο στεγνό στήθος της μητέρας τους (την εποχή του λοιμού της Σαμάρας), και κάποια άλλα έσκασαν στα βαγόνια της τρίτης θέσης από τις αναθυμιάσεις, κι όλα είναι τώρα εδώ, όλα είναι τώρα άγγελοι, κοντά στον Χριστό, κι Εκείνος, ανάμεσά τους, τους απλώνει το χέρι και τα ευλογεί, όπως και τις αμαρτωλές μητέρες τους…

Ναί, οι μητέρες των παιδιών στέκονται εδώ δίπλα στην ακρούλα και κλαίνε. Όλες αναγνωρίζουν το αγοράκι τους ή το κοριτσάκι τους, το πλησιάζουν και το φιλάνε, του σκουπίζουν τα δάκρυα με τα χέρια τους και του ζητάνε να μην κλαίει, γιατί εδώ είναι καλά τώρα…

Κάτω, το πρωί, οι οδοκαθαριστές βρήκαν το μικρό πτωματάκι του ξεπαγιασμένου αγοριού πίσω από τα ξύλα. Αναζήτησαν και τη μητέρα του… Εκείνη είχε πεθάνει νωρίτερα. Συναντήθηκαν κοντά στον Κύριο και Θεό, στους ουρανούς.
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: “Τα Χριστούγεννα ενός αγοριού” Από το ημερολόγιο του συγγραφέα


Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

Στο θάλαμο 426.


 Î‘ποτέλεσμα εικόνας για Το καροτσι νοσηλειας πλησιαζει το θαλαμο 426. Δικλινο. Ενας ασθενης μεσα. 12 χρονων. Αγορι.    Î‘ποτέλεσμα εικόνας για ΚΛΟΟΥΝ

2 μ.μ.: Το καρότσι νοσηλείας πλησιάζει το θάλαμο 426. Δίκλινο. Ένας ασθενής μέσα. 12 χρονών. Αγόρι. Λευχαιμία. Δεύτερο σχήμα χ/ο. Οι παρενέργειες έχουν αρχίσει πια να εκδηλώνονται πιο συχνά.
Ο Νοσηλευτής μπαίνει στο θάλαμο. Ο μικρός Α. απουσιάζει. Μόνο η μάνα στην καρέκλα σκυφτή. Σηκώνει το κεφάλι. Σηκώνει το χέρι και με δυσκολία δείχνει το μπάνιο.
-«Πάλι εμετοί»; ρωτάει ο Νοσηλευτής.
-«Όχι. Κλαίει.»
-«Γιατί; Του είπαν κάτι άσχημο οι γιατροί;»
-«Όχι παιδί μου», απαντά η μάνα. «Δεν είδες;»
-«Όχι, τι να δω;»
-«Να, πριν από λίγο, πέρασε από εδώ ένας κλόουν, μπήκε στο θάλαμο, είδε τον Α. κι έφυγε. Είχε κάνει λάθος όροφο.»
-«Μάλιστα. Και ο μικρός απογοητεύθηκε και τώρα κλαίει», είπε ο Νοσηλευτής με φωνή, που μόλις έβγαινε από μέσα του.
Η μάνα έγνεψε καταφατικά δακρυσμένη.
-«Και αύριο έχουμε το κρίσιμο χειρουργείο», είπε η μάνα με πνιχτή φωνή.
Σφίγγοντας τα δόντια, ο Νοσηλευτής εκτελεί τη νοσηλεία και βρίσκοντας μια δικαιολογία πηγαίνει στα αποδυτήρια.

6 μ.μ.: Θάλαμος 426. Ο μικρός Α. ξαπλωμένος, κοιτάζει το ταβάνι. Ακούει το καρότσι νοσηλείας να πλησιάζει. «Πάλι θα μου βάλουν νερό με τη σύριγγα από το ροζ κουμπάκι, σκέπτεται». «Και γιατί δε μου το δίνουν να το πιω να τελειώνουμε;»
Η πόρτα ανοίγει. Ο μικρός Α. γυρνά προς το μέρος του καροτσιού και βλέπει μια μεγάλη κόκκινη στρογγυλή μύτη πίσω από αυτό.
-«Συγγνώμη που άργησα», είπε ο κλόουν. «Μου είπαν, ότι είχα παρκάρει παράνομα το δελφίνι, που με έφερε.»
-«Ποιο δελφίνι;»
-«Αυτό», είπε ο κλόουν κι έφτιαξε ένα μπαλονένιο δελφίνι και το πρόσφερε στον μικρό Α..
Ο μικρός γέλασε για πρώτη φορά ύστερα από μήνες. Η μάνα του έκλαιγε γοερά στη γωνία. Γιατί ήξερε. Δεν υπήρχε κανένας επαγγελματίας κλόουν. Ο Νοσηλευτής ήταν.

8 μ.μ.: Η μάνα πηγαίνει στην αλλαγή. -«Πως θα σου ξεπληρώσω παιδί μου αυτό, που έκανες σήμερα;»
-«Δεν έκανα τίποτα εγώ. Όλα τα έκανε ο κλόουν. Αλλά... ναι, υπάρχει ένα πράγμα, που θα ήθελα να κάνετε για μένα.»
-«Τι παιδί μου;»
-«Όταν ο Α. βγει από δω όρθιος και γερός, θέλω να του πείτε ότι όταν τον τρύπησα για να του περάσω τον ορό, πόνεσα κι εγώ μαζί μ’ αυτόν. Δεν το έκανα επίτηδες, πείτε του, ούτε για να του κάνω κακό. Αυτό να του πείτε.»
Στη μάνα του μικρού όμως, φαίνεται να της λείπει μια εξήγηση…
-«Αλήθεια παιδί μου, γιατί επέλεξες να κάνεις αυτή τη δουλειά;»
Ο Νοσηλευτής προσπάθησε να απαντήσει. Δεν τα κατάφερε. Δεν έβγαινε λέξη. Μονάχα έδειξε τον μικρό Α., που χαμογελούσε, κρατώντας αγκαλιά το μπαλονένιο δελφίνι. Και, καθώς, ο ουρανός ντυνόταν με την επίσημη βραδινή του ενδυμασία, ο Νοσηλευτής με βήμα αργό, ταλαιπωρημένο, πήρε το δρόμο για το σπίτι. Κανείς δε ξέρει και κανείς δε μπορεί να ανταμείψει τέτοιες πράξεις και τέτοια επαγγέλματα.Και κανένας δε θα μάθει ποτέ, πως αισθάνεται και πως ενεργεί ένας Νοσηλευτής. Όλοι όμως μαθαίνουν απ’ αυτόν, πώς να γίνονται καλύτεροι άνθρωποι. Ή άπλα άνθρωποι.
απλά ευχαριστούμε…Σημείωση: το κείμενο αποτελεί κατάθεση αληθινής, επαγγελματικής εμπειρίας του κ. Λ. Λιάπη. Πρόκειται για πραγματική ιστορία. Ο μικρός Α. συνέχισε δυνατά και έγινε Νοσηλευτής.

ΠΗΓΗ https://www.eleftheria.gr