Το τρένο της Ζωής

Η ζωή είναι σαν ένα ταξίδι με το τρένο. Επιβιβάζεσαι συχνά και αποβιβάζεσαι, υπάρχουν ατυχήματα, σε μερικές στάσεις ευχάριστες εκπλήξεις και βαθιά λύπη σε άλλες.
Όταν γεννιόμαστε και επιβιβαζόμαστε στο τρένο, συναντάμε ανθρώπους, για τους οποίους πιστεύουμε οτι θα μας συνοδεύουν σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού μας: τους Γονείς μας.
Δυστυχώς η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Αποβιβάζονται σε κάποια στάση και μας αφήνουν χωρίς την αγάπη, την στοργή, την φιλία και την συντροφιά τους.

Ωστόσο επιβιβάζονται άλλα άτομα, που θα αποδειχθούν πολύ σημαντικά για εμάς. Είναι τα αδέλφια μας, οι φίλοι μας κι΄αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι που αγαπάμε.
Μερικά απο τα άτομα που επιβιβάζονται, βλέπουν το ταξίδια σαν ένα μικρό περίπατο.
Άλλοι βρίσκουν μόνο λύπη στο ταξίδι τους. Υπάρχουν πάλι άλλοι στο τρένο, που είναι πάντα εκεί και έτοιμοι να βοηθήσουν αυτούς που το χρειάζονται.
Κάποιοι αφήνουν στην αποβίβαση μια αιώνια λαχτάρα.
Μερικοί ανεβαίνουν και κατεβαίνουν ξανά, κι’ εμείς δεν τους έχουμε καν αντιληφθεί.
Μας εκπλήσσει οτι μερικοί απο τους επιβάτες, που αγαπάμε περισσότερο κάθονται σε κάποιο άλλο βαγόνι και μας αφήνουν να κάνουμε μόνοι αυτό το κομμάτι του ταξιδιού.
Αυτονόητα απέχουμε και δεν μπαίνουμε στον κόπο να τους ψάξουμε και να έρθουμε σε επαφή με το δικό τους βαγόνι.

Δυστυχώς, μερικές φορές, δεν μπορούμε να καθίσουμε δίπλα τους, γιατί η θέση στην πλευρά τους είναι κατειλημμένη.
Δεν πειράζει, έτσι είναι το ταξίδι : γεμάτο προκλήσεις, όνειρα, φαντασία, ελπίδες και αποχαιρετισμούς….αλλά χωρίς επιστροφή.
Λοιπόν, ας κάνουμε το ταξίδι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Ας προσπαθήσουμε να βολευτούμε με τους συνταξιδιώτες μας και να ψάξουμε το καλύτερο στοιχείο στον καθένα απο αυτούς.
Ας θυμόμαστε οτι σε κάθε τμήμα της διαδρομής, ένας απο τους επιβαίνοντες μπορεί να έχει πρόβλημα και πιθανόν να χρειάζεται την κατανόηση μας.
Ακόμη κι εμείς, μπορεί να βρεθούμε σε δύσκολη θέση και κάποιος να υπάρχει, που θα μας καταλάβει.
Το μεγαλύτερο μυστήριο του ταξιδιού, είναι οτι δεν ξέρουμε πότε θα αποβιβαστούμε οριστικά, όπως επίσης ελάχιστα ξέρουμε για το πότε θα αποβιβαστούν οι συνταξιδιώτες μας, ούτε καν για εκείνον που κάθεται ακριβώς δίπλα μας.
Πιστεύω οτι θα στενοχωρηθώ όταν κατέβω για πάντα απο το τρένο…..Ναι! αυτό πιστεύω.
Ο χωρισμός απο μερικούς φίλους, που συνάντησα κατά την διάρκεια του ταξιδιού θα είναι οδυνηρός, θα είναι πολύ λυπηρό. Θα είναι πολύ λυπηρό να αφήσω μόνους τους αγαπημένους μου. Αλλά έχω την ελπίδα, πως κάποτε θα φτάσουμε στον κεντρικό σταθμό, κι΄έχω την αίσθηση οτι θα τους ξαναδώ να έρχονται με αποσκευές, τις οποίες δεν είχαν ακόμα στην επιβίβαση.
Αυτό που με κάνει ευτυχισμένη, είναι η σκέψη οτι κι εγώ βοήθησα να πλουτίσουν οι αποσκευές τους και να γίνουν πολύτιμες.
Φίλοι μου, ας προσέξουμε να έχουμε ένα καλό ταξίδι και στο Τέλος να δούμε οτι άξιζε τον κόπο.
Ας προσπαθήσουμε να αφήσουμε κατά την αποβίβαση, μια κενή θέση πίσω μας, η οποία να αφήσει νοσταλγία και όμορφες αναμνήσεις σ’ αυτούς που συνεχίζουν το ταξίδι.
Σ’ αυτούς που είναι μέρος του δικού μου τρένου, εύχομαι ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ…!!!

papagalakia.blogspot.gr
Αντικλείδι , https://antikleidi.com
"Δεν ήξερε τι να κάνει όταν ξέμεινε από βενζίνη. Αυτό που του είπε ο πατέρας του θα το θυμάται για πάντα"
«Ο πατέρας μου μου δίδαξε πολλά καθώς μεγάλωνα. Μου έμαθε την ειλικρίνεια, τον σεβασμό και την τιμή.
Μια μέρα όταν ήμουν ακόμη νεαρός, ξέμεινα στην πόλη από βενζίνη και δεν μπορούσα να επιστρέψω σπίτι.
Το άσχημο για μένα ήταν ότι δεν είχα μαζί μου καθόλου λεφτά. Ούτε καν λίγα ψιλά να τον πάρω τηλέφωνο για να έρθει να με πάρει.
"Δεν ήξερε τι να κάνει όταν ξέμεινε από βενζίνη. Αυτό που του είπε ο πατέρας του θα το θυμάται για πάντα".
Μπήκα σε ένα εστιατόριο και ρώτησα τον ιδιοκτήτη αν θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνό του για να μιλήσω με τον πατέρα μου.
Μου είπε ότι υπήρχε ένα τηλέφωνο με κέρματα στη γωνία.
Του είπα ότι δεν είχα μαζί μου καθόλου λεφτά και του ζήτησα αν μπορεί να μου δώσει 20 δραχμές για να πάρω τηλέφωνο.
Μου έδωσε και τον ευχαρίστησα από την καρδιά μου για την καλοσύνη του.
Ο μπαμπάς μου ήρθε. Την επόμενη μέρα με πήγε στην πόλη για να πάρω το αυτοκίνητο μου.
Όταν επέστρεψα σπίτι, ο πατέρας μου με ρώτησε αν πήγα στο εστιατόριο για να επιστρέψω τις 20 δραχμές στον ιδιοκτήτη του εστιατορίου.
Του είπα «Όχι». Του είπα ότι δεν τα δανείστηκα τα χρήματα αλλά απλά μου τα έδωσε και ότι ήταν μόνο 20 δραχμές.
Μου είπε να σταματήσω να μιλάω και να πάω ξανά στην πόλη για να επιστρέψω τις 20 δραχμές στον άνθρωπο.
Μου είπε:«Κανείς δεν θα ενοχληθεί αν δεν επιστρέψεις αυτές τις 20 δραχμές. Κανείς ούτε καν θα το παρατηρήσει.
Ωστόσο, αν κάνεις τον κόπο να τα επιστρέψεις, τότε θα δείξεις ότι είσαι ένας έντιμος άνθρωπος και θα δώσεις το καλό παράδειγμα.
Και αν κάποτε χρειαστείς πάλι μια χάρη, αυτός ο άνθρωπος δεν θα διστάσει ξανά να σε βοηθήσει.
Και κατέληξε λέγοντας: «Χρειάζεται μια ολόκληρη ζωή για να χτίσεις ένα καλό όνομα αλλά μόνο μια στιγμή για να το γκρεμίσεις».
Ο πατέρας μου για πολλά χρόνια είχε τη δική του επιχείρηση και ήταν σεβαστός από όλους.
Σήμερα ζει μαζί με εμένα και την οικογένεια μου γιατί έχει Αλτσχάιμερ και δεν μπορεί να φροντίσει μόνος του τον εαυτό του.
Στις μέρες λίγοι δίνουν πραγματικά σημασία στις αρχές και στις αξίες ενός ανθρώπου.
Εγώ όμως είμαι περήφανος για το όνομα που έχω φτιάξει και αυτό το χρωστάω αποκλειστικά στον πατέρα μου».
"Το κακό που κάνεις παραμένει μαζί σου, το καλό που κάνεις επιστρέφει. "

Μια γυναίκα από το ψωμί που ζύμωνε για τα μέλη της οικογένειάς της, άφηνε ένα ακόμα στο περβάζι του παραθύρου για κάθε πεινασμένο άτομο που θα περνούσε από εκεί.
Κάθε μέρα ένας καμπούρης ερχόταν να το πάρει, και αντί να εκφράσει ευγνωμοσύνη, όπως έφευγε, έλεγε αυτές τις λέξεις: "Το κακό που κάνεις παραμένει μαζί σου, το καλό που κάνεις επιστρέφει".
Αυτό γινόταν μέρα με τη μέρα. Κάποια στιγμή η γυναίκα θύμωσε: "ούτε καν μια λέξη ευγνωμοσύνης" ειπώθηκε. " κάθε μέρα ο καμπούρης επαναλαμβάνει αυτό το ρεφρέν! Τι σημαίνει αυτό?"
Μια μέρα, εξοργισμένη, αποφάσισε να το τελειώσει μαζί του. "πρέπει να ξεφορτωθώ αυτόν τον καμπούρη" είπε. Τι έκανε; Πρόσθεσε δηλητήριο στο ψωμί που είχε ετοιμάσει γι ' αυτόν. Καθώς ήταν έτοιμη να το βάλει στο περβάζι του παραθύρου, τα χέρια της έτρεμαν. " τι κάνω?" αναρωτήθηκε. Πέταξε το ψωμί στη φωτιά και ετοίμασε άλλο ένα και άφησε στο περβάζι. Όπως πάντα ήρθε ο καμπούρης, πήρε το ψωμί και είπε τα συνηθισμένα λόγια : "Το κακό που κάνεις παραμένει μαζί σου, το καλό που κάνεις επιστρέφει. "
Ο Καμπούρης πήγε στο δρόμο του, αγνοώντας τον θυμό που μεγάλωνε στην καρδιά της γυναίκας.
Κάθε μέρα, όταν η γυναίκα έβαζε το ψωμί στο περβάζι, προσευχόταν για το γιο της που είχε πάει μακριά για να βρει τύχη, και δεν είχε νέα του για μήνες. Εκείνο το βράδυ άκουσε να χτυπάει την πόρτα. Όταν την άνοιξε, με έκπληξη βρέθηκε μπροστά στο γιο της. Είχε γίνει λεπτός πολύ λεπτός! Τα ρούχα του ήταν σκισμένα και κουρέλια. Ήταν πεινασμένος και αδύναμος.
Όταν είδε τη μητέρα του είπε, " μαμά είναι θαύμα που είμαι εδώ. Ενώ ήμουν λίγα μίλια από εδώ πεινούσα τόσο πολύ που εγώ θα μπορούσα να είχα πεθάνει, αλλά υπήρχε ένας γέρος καμπούρης. Του ζήτησα φαγητό, και είχε την καλοσύνη να μου δώσει ένα ολόκληρο καρβέλι ψωμί, λέγοντας :" Αυτό τρώω κάθε μέρα: σήμερα σου το δίνω, γιατί το χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα." ακούγοντας αυτές τις λέξεις, η μητέρα θυμήθηκε το δηλητηριασμένο ψωμί που έκανε εκείνο το πρωί - Ναι.
Αν δεν τον είχε ρίξει στη φωτιά, θα το είχε φάει ο γιος της, και θα ήταν νεκρός τότε κατάλαβε το νόημα των λέξεων "το κακό που κάνεις παραμένει μαζί σου, το καλό που κάνεις επιστρέφει".
Να κάνεις καλό και να μην σταματάς να το κάνεις, παρόλο που δεν εκτιμάται εκείνη τη στιγμή.
Το χωριό μας
(νοσταλγώντας το παρελθόν)


Είναι το μέρος που ηρεμεί τις σκέψεις μας.
Το μέρος που μεγάλωσες πάντα θα είναι το πιο αγαπημένο σου γιατί μέσα σε αυτό ζουν οι άνθρωποι που αγαπάς περισσότερο. Εκείνο το μέρος που πάντα θα σου θυμίζει περασμένες -άσχημες ή όμορφες- στιγμές. Στιγμές που μέσα σε αυτό το περιβάλλον έζησες από μικρό παιδί, μεγάλωσες κι έγινες ο άνθρωπος που είσαι σήμερα.
Εκεί που πρωτοπερπάτησες, που έτρεξες και μάτωσες, παίζοντας με τους φίλους σου. Εκεί που πήγες σχολείο πρωτάκι, με την καινούρια σου σάκα και τα πρώτα σου τετράδια, όλο χαρά με απίστευτες παιδικές αναμνήσεις. Εκεί που όταν έγινες έφηβος πρωτοσκίρτησε η καρδούλα σου και βγήκες το πρώτο σου ραντεβού. Εκεί που πήγαινες ντροπαλά και διστακτικά στα αξέχαστα εκείνα πάρτι, με βερμούτ και πορτοκαλάδα.
Ένα πικ απ στη γωνία να παίζει ασταμάτητα μπλουζ, με την αγωνία και το τρακ να βρεις τρόπο να χορέψεις με το κορίτσι ή το αγόρι αντίστοιχα που σου άρεσε. Αγνές εποχές. Αγόρια και κορίτσια, συμμαθητές και πάνω απ' όλα φίλοι. Χωρίς κινητά, χωρίς facebook, χωρίς ανταγωνισμό και κακία. Τότε που όταν έλεγες "τα φτιάξαμε" ήσουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Όσα κι αν ανασύρεις από τη μνήμη σου θα είναι τόσο λίγα μπροστά σ' αυτά που έζησες!
Δυστυχώς όμως τα χρόνια περνούν γρήγορα.
Μπορεί να έφυγες είτε για σπουδές, είτε για δουλειά, είτε για άλλους πιο προσωπικούς λόγους, όμως πάντα θα γυρνάς πίσω σε αυτό. Θα γυρνάς γιατί σε αυτό ανήκεις πραγματικά. Μπορεί κάποιες φορές να μην υποστηρίζεις αυτή την άποψη, όμως πάντα θα σε δένει κάτι πολύ προσωπικό και σημαντικό.
Ίσως είναι μια λογική έλξη, ίσως είναι μοιραίο ή ίσως κάτι πιο συγκεκριμένο. Πάντα θα μετράς αντίστροφα τον χρόνο για να πας πίσω σε αυτό. Πάντα θα το αποχωρίζεσαι με δάκρυα και ποτέ δε θα το λησμονείς. Θα το αναζητάς και θα σε αναζητάει. Όπως η Πηνελόπη περίμενε με τόση ανυπομονησία για χρόνια τον Οδυσσέα, έτσι και το πατρικό σου στο χωριό μένει εκεί να σε περιμένει.
Οι πιο αγαπημένοι σου φίλοι και συμμαθητές κάθε που γυρνάς είναι εκεί και σε περιμένουν. Φίλοι παιδικοί και καρδιακοί που μαζί έχετε ζήσει τις πιο όμορφες στιγμές που έμειναν για πάντα χαραγμένες μέσα σας. Στιγμές αστείες, δύσκολες, με γέλια και κλάματα που δε θα τις αντάλλαζες με τίποτα στον κόσμο. Ίσα-ίσα που πολλές φορές τις αναπολείς και βουρκώνεις.
Το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής σου κρύβεται σε αυτό το μέρος κι όχι εκεί που ζεις τώρα πια. Ό,τι αγαπάς βρίσκεται εκεί! Οι άνθρωποι, οι πλατείες, τα βουνά, τα γύρω χωριά, η γειτονιά, η πανέμορφη φύση με το καθαρό περιβάλλον και τον πιο φρέσκο αέρα.
Οι πλατείες και οι χωμάτινοι δρόμοι που κάποτε έτρεχες, γελούσες κι έπαιζες μπάλα με τους φίλους, τώρα έχουν ερημώσει κι εσύ κάθε που γυρνάς, προσπαθείς να τους δώσεις λίγη ζωή. Γιατί πλέον η νεολαία δε βγαίνει έξω να παίξει, να γελάσει και να φωνάξει, αλλά αντίθετα μένει μέσα στο σπίτι παρέα με τα ηλεκτρονικά παιγνίδια για συντροφιά. Με ένα κινητό στο χέρι σπαταλούν τον χρόνο τους άσκοπα. Δυστυχώς κάποιες συνήθειες άλλαξαν, όμως εσύ χαίρεσαι που έζησες τις πιο φυσιολογικές και τις πιο όμορφες εποχές.
Εκείνο το μέρος είναι μοναδικό για εσένα και πάντα θα είναι. Θα ανήκει στο πιο γραφικό μέρος της καρδιάς σου κι όποιες χώρες και πόλεις αν γυρίσεις, όσο πολιτισμό γνωστό κι άγνωστο αν γνωρίσεις, όσες φωτογραφίες κι αν τραβήξεις, όσο κόσμο κι αν συναντήσεις, πάντα το χωριό σου θα αναπολείς και πάντα αυτό θα αγαπάς περισσότερο. Όλη σου η ζωή κι οι θύμισες είναι αυτό. Όλες σου οι περιπέτειες είναι αυτό. Όλοι σου οι άνθρωποι είναι εκεί.
Υπάρχουν κι αυτές οι περίεργες ώρες και στιγμές στη ζωή σου που θέλεις να τα μαζέψεις όλα και να γυρίσεις πίσω, αλλά δυστυχώς δεν μπορείς. Πάντα θα προσπαθείς να βρεις λίγο κενό χρόνο, ένα Σαββατοκύριακο, έστω και μια ημέρα για να το επισκεφθείς. Πάντα θα επιθυμείς να γυρνάς σε αυτό και να νιώθεις όπως παλιά, να περπατάς στους αγαπημένους σου δρόμους και να εξερευνείς τοπία ξανά και ξανά, μήπως και θυμηθείς τις στιγμές που έζησες αλλά δεν υπάρχουν πια. Ακόμη και χειμώνας να είναι εσύ πάντα θα θέλεις να βγεις στους δρόμους για να αναπολήσεις και να νοιώσεις την παγωμένη ανάσα σου, όπως τότε, που έτρεμες από το κρύο αλλά δεν ήθελες να γυρίσεις στο σπίτι γιατί οι φίλοι σου ήταν εκεί.
Είναι αναμνήσεις από εκείνα τα περασμένα που σε σημάδεψαν. Αναμνήσεις που δεν θα καταλάβουν ποτέ οι μόνιμοι κάτοικοι των χωριών μας. Έτσι κι αλλιώς αυτοί δεν μας θέλουν... Μας θεωρούν "ξένους" επειδή για κάποιο λόγο φύγαμε όλοι μας από το χωριό. Μας αναζητούν μόνο τα Σαββατοκύριακα και τις γιορτές για να ενισχύσουμε οικονομικά τα μαγαζιά τους.
Εσύ όμως γυρνάς στο χωριό σου, αναπνέεις όσο περισσότερο αέρα μπορείς για να το χορτάσεις κι έπειτα φεύγεις ξανά. Νοερά ή κι αληθινά.
Τις σκέψεις μου αυτές θα τις κατανοήσουν μόνον αυτοί που λείπουν αρκετά χρόνια απ' το χωριό. Το κάθε χωριό.
Ο τσοπάνης, ο λύκος, το μαντρί και τα πρόβατα.

Πριν από πολλά-πολλά χρόνια σε μια καταπράσινη κοιλάδα στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού, ζούσαν μερικά πρόβατα.
Ήταν ευτυχισμένα γιατί ήταν ελεύθερα.
Έβοσκαν το χορτάρι της κοιλάδας, έπιναν το καθαρό νερό από το διπλανό ρυάκι, γεννούσαν τα αρνιά τους, τα τάιζαν με το γάλα τους και τα μεγάλωναν για να συνεχίσουν τον κύκλο της ζωής.
Τα καλοκαίρια με τις μεγάλες ζέστες, άραζαν κάτω από τους ίσκιους των δένδρων, βέλαζαν, «έλεγαν τις δικές τους ιστορίες», αναμασούσαν ευτυχισμένα την τροφή τους και γενικά έκαναν ότι κάνει κάθε ξένοιαστο πρόβατο στη ζωή του.
Το χειμώνα με τα μεγάλα κρύα, είχαν το μαλλί τους να τα ζεσταίνει και τις μικρές σπηλιές στους πρόποδες του βουνού για να προφυλάσσονται από τις βροχές και τα χιόνια.
Στην άκρη της κοιλάδας είχαν χτίσει οι άνθρωποι τα σπίτια τους και έφτιαξαν ένα χωριό.
Οι άνθρωποι τα πήγαιναν καλά με τα πρόβατα. Που και που έδιναν στα πρόβατα λίγη τροφή κι εκείνα το ανταπέδιδαν με λίγο γάλα, όταν δεν το ήθελαν για τα αρνιά τους.
Κάποιοι άνθρωποι, από το σόι των τσοπαναραίων, άρχισαν να πονηρεύονται.
Σκέφτηκαν πως θα ήταν πολύ καλό γι’ αυτούς να μπορούσαν να παίρνουν από τα πρόβατα όλο το γάλα και το μαλλί και, γιατί όχι, να σφάζουν και κανένα πρόβατο για να γεμίζουν τα τραπέζια τους.
Πήγαν λοιπόν και το ζήτησαν επίσημα από τα πρόβατα.
Τα πρόβατα αρνήθηκαν χωρίς δεύτερη κουβέντα και τα κριάρια μετέφεραν στους τσοπαναραίους την απόφασή τους.
Καθόλου δεν άρεσε στους τσοπαναραίους η άρνηση αυτή. Πώς ήταν δυνατόν τα πρόβατα να αρνηθούν την πρότασή τους; Στο κάτω-κάτω πρόβατα ήταν!
Γύρισαν πίσω στο χωριό, μαζεύτηκαν στο δικό τους καφενείο και άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια για το πώς θα καταφέρουν να πείσουν τα πρόβατα να δεχτούν να τους δίνουν τα καλούδια τους, ακόμη και να θυσιάζονται, με τη θέλησή τους.
Κάποιος πρότεινε να φτιάξουν παιδικούς σταθμούς και σχολεία για τα μικρά αρνάκια. Άλλωστε αυτό το ζητούσαν τα πρόβατα εδώ και πολλούς αιώνες. Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν από τα πρόβατα γάλα, μαλλί και μια θυσία το μήνα.
Στα σχολεία θα μπορούσαν να μάθουν στα αρνιά όλα εκείνα που χρειάζονταν ώστε μεγαλώνοντας να δίνουν στους τσοπαναραίους όλα όσα θα τους ζητούσαν χωρίς αντιρρήσεις.
Ένας άλλος είπε πως θα ήταν καλό να περιφράξουν σχεδόν όλη την κοιλάδα ώστε να μην μπορούν τα πρόβατα να βόσκουν σ’ αυτήν, εκτός αν τους έδιναν γάλα, μαλλί και δύο θυσίες το μήνα.
Ακούστηκαν κι άλλες πολλές έξυπνες προτάσεις όμως όλες σταματούσαν σε κάποιο κομβικό σημείο.
Η άρνηση των προβάτων ήταν δεδομένη και δεδηλωμένη από πολύ παλιά.
Περισυλλογή έπεσε στο σόι των τσοπαναραίων μέχρι που ένας νεαρός τσοπάνης φώναξε γελώντας πονηρά και χαιρέκακα: «Φόβος».
Του ζήτησαν να εξηγηθεί.
Τους εξήγησησε πως μόνο με το φόβο θα μπορούσαν να κάμψουν την άρνηση των προβάτων.
Ναι αλλά τι θα τον προκαλούσε;
Ο νεαρός είχε έτοιμη την απάντηση.
Ο λύκος θα προκαλούσε το φόβο. Ποιος άλλος;
Να που όσα ξόδεψαν για να τον σπουδάσουν στο μεγάλο χωριό δεν πήγαν χαμένα.
Το λύκο τον είχαν χρησιμοποιήσει και οι πρόγονοι των τσοπαναραίων για να μπορέσουν να βάλουν χέρι στον πλούτο των προβάτων όμως απέτυχαν οικτρά. Όλοι γνώριζαν τον ταπεινωτικό διωγμό του λύκου από τα κριάρια ο οποίος ήταν και η αιτία που ο λύκος αποσύρθηκε στο βουνό χωρίς να ξαναενοχλήσει τα πρόβατα εδώ και πάρα μα πάρα πολλά χρόνια.
Ο νεαρός συνέχισε να εξηγεί το σχέδιό του.
Η ιστορική μνήμη των προβάτων της μεγάλης τους νίκης ενάντια στο λύκο είχε ατονήσει.
Αν ο φόβος του λύκου επικρατούσε τότε θα μπορούσαν οι τσοπαναραίοι να προτείνουν στα πρόβατα το μάντρωμα για να προστατεύονται.
Σε αντάλλαγμα θα απαιτούσαν και θα έπαιρναν το περισσότερο γάλα και μαλλί και πολλές θυσίες το μήνα. Αλλά το πιο πιθανό ήταν τα ίδια τα πρόβατα να τα πρόσφεραν χωρίς καμία αντίρρηση προκειμένου να προστατεύονται στο μαντρί από το λύκο.
Η ιδέα άρεσε πάρα πολύ στους τσοπαναραίους που ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και εξουσιοδότησαν τον νεαρό να προχωρήσει άμεσα στην υλοποίηση του σχεδίου του.
Εκείνος το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάει στο βουνό για να βρει το λύκο.
Ο λύκος, στην αρχή αρνήθηκε γιατί θυμήθηκε την ντροπιαστική του ήττα, όμως η επιμονή του νεαρού τσοπάνη και το επιχείρημα πως αποτελούσε μια πολύ καλή ευκαιρία για να εκδικηθεί τα πρόβατα και να τους καταφέρει επιβλητική νίκη, τον έπεισαν.
Από όσα μπορώ να γνωρίζω το σχέδιο του νεαρού τσοπάνη μάλλον πέτυχε.
Άλλοι λένε πως πέτυχε προσωρινά και άλλοι πως δεν υπάρχει περίπτωση τα πρόβατα να νικήσουν το φόβο του λύκου.
Οι τελευταίοι μάλλον ξεχνάνε πως, αφού ο λύκος νικήθηκε μια φορά, μπορεί να νικηθεί και πάλι.
Μικρούλια ψήγματα χρυσού

«Μα πως καταφέρνεις πάντα και είσαι με το χαμόγελο, δείχνεις τόσο ευτυχισμένος, τόσο πλήρης κάθε στιγμή, παρόλο που έρχονται σε σένα καθημερινά προβλήματα. Μου φαίνεσαι σα να επιπλέεις σε μία θάλασσα άγχους και μικρότητας, μου φαίνεσαι σαν εσύ να πηγαίνεις αντίθετα σε ένα γεμάτο ρεύμα ανθρώπων. Φαίνεσαι χαρούμενος όταν ασχολείσαι με κάθε τι το μικρό, που για τον περισσότερο κόσμο είναι απλά μια βαρετή διεκπεραίωση. Πες μου πως τα καταφέρνεις;» Ρώτησε ο καλόγερος τον Πνευματικό και Δάσκαλό του.
- «Κάνω απλά ότι κάνουν και οι άλλοι, είμαι ανοιχτός επίσης στο να ακούω, να παραδίνομαι και να καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα που είναι πέρα από τα γνωστά μου, και με αυτό τον τρόπο γνωρίζω και εγώ έναν άγνωστο εαυτό μου, χαρούμενος βιώνω συνεχώς μια ηρεμία που επικρατεί στο κέντρο κάθε κυκλώνα. Θα σου πω μια ιστορία.» είπε ο Δάσκαλος.
«Μια φορά και έναν καιρό ξεκινήσαν δύο χρυσοθήρες να ψάξουν να βρουν χρυσό στη μακρινή χώρα του βορρά. Ο ένας αποφάσισε να πάει σε έναν ξερό λόφο, και ξεκίνησε να φτιάχνει ένα λαγούμι, ένα τούνελ, μία μικρή σήραγγα. Ήταν πολύ κοπιαστική η δουλειά του, γιατί έπρεπε να απομακρύνει τόνους χώματος. Ήταν δυστυχισμένος καθημερινά αλλά του έδινε κουράγιο το ότι κυνηγούσε μία ολόκληρη φλέβα χρυσού, οπότε μελλοντικά θα μπορούσε να ήταν πλούσιος, άρα και ευτυχισμένος. Κάθε βράδυ ονειρευόταν ότι θα έβρισκε τη φλέβα και αυτό του έδινε κουράγιο να αντιμετωπίσει τη θλιβερή, μονότονη και κουραστική μέρα του.»
«Ο δεύτερος χρυσοθήρας αποφάσισε να πάει σε ένα ποτάμι. Είχε μόνο το γεμάτο τρύπες τηγανάκι του, που με αυτό κοσκίνιζε την άμμο του ποταμού. Παράλληλα έκανε τη βόλτα του στο υπέροχο καταπράσινο δάσος, ψάρευε και μάζευε τα άγρια φρούτα που έβρισκε. Εργαζόταν λίγες ώρες την ημέρα, τόσες ώστε να μην βαριέται ποτέ, γιατί ήταν υπέροχη η κάθε στιγμή που έβρισκε ένα μικρό σβωλάκι χρυσού. Ήταν ευτυχισμένος συνεχώς. Αν κάποια μέρα δεν έβρισκε χρυσό, σήμαινε ότι έπρεπε να πάει να γνωρίσει ένα άλλο υπέροχο καταπράσινο μέρος του ποταμού. Κάθε βράδυ κοιμόταν ευχαριστημένος, μη έχοντας καμία μελλοντική προσδοκία, του αρκούσαν αυτά τα μικρούλια ψήγματα χρυσού που είχαν έρθει στο δρόμο του…»
Η Δασκάλα και ο μικρός μαθητής.

Πριν από πολλά χρόνια σε ένα Δημοτικό σχολείο της Ελληνικής επαρχίας υπήρχε μια δασκάλα.
Το όνομα της ήταν κυρία Ιωάννα.Η δασκάλα δεν συμπαθούσε καθόλου ένα μαθητή της.
Ώσπου έμαθε το τραγικό μυστικό του
Την πρώτη μέρα της καινούργιας σχολικής χρονιάς, στάθηκε μπροστά από τα παιδιά της πέμπτης τάξης, τους συστήθηκε και στη συνέχεια τους είπε ένα μεγάλο ψέμα. Όπως και οι περισσότεροι άλλωστε δάσκαλοι, κοίταξε τους μαθητές της και τους είπε ότι τους θα τους αγαπάει και θα τους προσέχει όλους το ίδιο.
Αλλά αυτό ήταν αδύνατον, γιατί εκεί στην μπροστινή σειρά, κάθονταν ένα μικρό αγόρι, ο Θεόδωρος Σπανός.
Η κυρία Ιωάννα είχε παρατηρήσει τον Θοδωρή από την προηγούμενη χρονιά και δεν τον συμπαθούσε ιδιαίτερα. Δεν έπαιζε με τα άλλα παιδιά, δεν συμμετείχε στην τάξη, τα ρούχα του ήταν συνέχεια βρώμικα και σίγουρα δεν έκανε όσο συχνά έπρεπε μπάνιο.
Ο Θοδωρής ήταν ένα παιδί που την δυσαρεστούσε όποτε τον έβλεπε για αυτό και απολάμβανε τις στιγμές που σχημάτιζε με τον κόκκινο στυλό της τα τεράστια Χ στα τετράδια του, έσβηνε τα λάθη του ή βαθμολογούσε με 6 και με 5 τις εργασίες του.
Στο σχολείο, όπου δίδασκε η κυρία Ιωάννα, ήταν υποχρεωμένη να ελέγχει το παρελθόν όλων των παιδιών που υπήρχαν στη τάξη της. Ακόμη και του μικρού Θοδωρή. Έτσι όταν άνοιξε τα αρχεία του, την περίμενε μια μεγάλη έκπληξη.
Ο δάσκαλος που είχε τον Θοδωρή στην πρώτη τάξη του Δημοτικού έγραφε για αυτόν: «Ο Θοδωρής είναι ένα υπέροχο παιδί όλο χαμόγελο. Είναι οργανωτικός, μελετηρός και έχει καλούς τρόπους. Είναι μια έμπνευση για τα παιδιά που βρίσκονται γύρω του.»
Η δασκάλα που είχε τον Θοδωρή στη Δευτέρα Δημοτικού έγραφε: «Είναι εξαιρετικός μαθητής, τον συμπαθούν πολύ οι συμμαθητές του αλλά ο ίδιος μοιάζει πολύ προβληματισμένος επειδή η μητέρα του πάσχει από μια ανίατη ασθένεια και η ζωή στο σπίτι του πρέπει να είναι πολύ δύσκολη.»
Η δασκάλα που τον δίδαξε στην Τρίτη Δημοτικού έγραφε: «Ο θάνατος της μητέρας του του στοίχισε πολύ. Ο ίδιος προσπαθεί να κάνει ότι καλύτερο μπορεί, αλλά ο πατέρας του δεν του δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον. Η άσχημη κατάσταση στο σπίτι θα τον επηρεάσει πολύ σύντομα, αν δεν αλλάξει γρήγορα κάτι.»
Ο δάσκαλος του Θοδωρή στην Τετάρτη Δημοτικού έγραφε: «Ο Θοδωρής έχει παραιτηθεί και δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για το σχολείο. Δεν έχει πολλούς φίλους και πολλές φορές κοιμάται στην τάξη.»

Η κυρία Ιωάννα συνειδητοποίησε το πρόβλημα και αισθάνθηκε ντροπή για τον εαυτό της. Αισθάνθηκε ακόμη χειρότερα, όταν όλοι οι μαθητές της, της έφεραν χριστουγεννιάτικα δώρα τυλιγμένα με αστραφτερά περιτυλίγματα και όμορφες κορδέλες. Όλοι, εκτός από τον Θοδωρή. Το δικό του δώρο ήταν αδέξια τυλιγμένο σε ένα βρώμικο, καφέ χαρτί που μάλλον πριν ήταν η σακούλα ενός παντοπωλείου.
Η κυρία Ιωάννα δυσκολεύτηκε να το ανοίξει. Τα περισσότερα παιδιά γέλασαν όταν έβγαλε από μέσα ένα βραχιόλι που είχε φτιάξει ο ίδιος με σπάγκο και πέτρες αλλά και ένα ανοιχτό, μισογεμάτο μπουκάλι με άρωμα. Σηκώθηκε από τη θέση της και σταμάτησε απότομα των γέλιο των παιδιών όταν φώναξε δυνατά πόσο πολύ της άρεσε το δώρο του. Στη συνέχεια φόρεσε το βραχιόλι και έριξε λίγο από το άρωμα στο χέρι της.
Ο Θοδωρής έφυγε τελευταίος εκείνη τη μέρα από την τάξη. Βγαίνοντας από τη πόρτα γύρισε προς τη δασκάλα του και της είπε με θλιμμένη φωνή «Σήμερα κυρία μυρίζετε σαν τη μαμά μου!»
Η κυρία Ιωάννα έκλαψε πολύ εκείνη τη μέρα. Από τότε σταμάτησε να μαθαίνει τα παιδιά ανάγνωση, γραφή και αριθμητική. Αντ “αυτού, άρχισε να τα διδάσκει.
Αγαπούσε όλα τα παιδιά αλλά έδινε ιδιαίτερη προσοχή στον μικρό Θοδωρή. Κάθε φορά που τον βοηθούσε στα μαθήματα του, το μυαλό του έμοιαζε να ζωντανεύει. Όσο περισσότερο τον ενθάρρυνε, τόσο πιο γρήγορα απαντούσε στις ερωτήσεις της. Μέχρι το τέλος του έτους, ο Θοδωρής είχε γίνει ένα από τα πιο έξυπνα παιδιά της τάξης και, παρά το ψέμα της ότι θα αγαπούσε όλα τα παιδιά το ίδιο, ο Θοδωρής ήταν πλέον και επίσημα ο αγαπημένος της.
Την επόμενη χρονιά η κυρία Ιωάννα ανέλαβε πάλι την Πέμπτη Δημοτικού και έβλεπε τον Θοδωρή μόνο στα διαλείμματα. Μια μέρα, προς το τέλος του έτους, βρήκε ένα σημείωμα κάτω από την πόρτα του σπιτιού της. Το σημείωμα είχε την υπογραφή του Θοδωρή και έγραφε: «Είσαστε ακόμη η καλύτερη δασκάλα που είχα ποτέ στη ζωή μου».
Έξι χρόνια μετά η κυρία Ιωάννα έλαβε άλλο ένα σημείωμα, αυτή τη φορά με το ταχυδρομείο. Ήταν πάλι ο Θοδωρή και της έγραφε ότι είχε τελειώσει τρίτος σε βαθμό το Λύκειο, αλλά εκείνη ήταν ακόμη η καλύτερη δασκάλα που είχε ποτέ στη ζωή του.
Τέσσερα χρόνια μετά, πήρε άλλη μια επιστολή από τον Θοδωρή. Της έγραφε ότι είναι δύσκολα στο Πανεπιστήμιο αλλά πολύ σύντομα θα έπαιρνε το πτυχίο του και με καλό βαθμό. Τέλειωσε το γράμμα του γράφοντας ότι ακόμη εκείνη είναι η καλύτερη και η πιο αγαπημένη του δασκάλα που είχε ποτέ.
Έπειτα από τέσσερα χρόνια άλλο ένα γράμμα από τον Θοδωρή έκανε την εμφάνιση του στο ταχυδρομικό κουτί της κυρία Ιωάννα. Της έγραφε ότι αφού πήρε το πτυχίο του, αποφάσισε να προχωρήσει λίγο ακόμη τις σπουδές του. Τέλειωνε την επιστολή γράφοντας ότι παραμένει η καλύτερη και η αγαπημένη του δασκάλα. Αλλά αυτή τη φορά το όνομα με το οποίο υπέγραφε ήταν διαφορετικό: Δρ. Θεόδωρος Φ. Σπανός
Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Η κυρία Ιωάννα πήρε ακόμη ένα γραμμα από τον Θοδωρή εκείνη την άνοιξη. Της έγραφε ότι είχε βρει μια κοπέλα και επρόκειτο να την παντρευτεί. Της έλεγε ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει μερικά χρόνια πριν και αναρωτιόταν αν θα μπορούσε εκείνη, να καθίσει στη θέση που κάθεται η μητέρα του γαμπρού. Φυσικά εκείνη το έκανε..
Πήγε στο γάμο φορώντας στο χέρι εκείνο το βραχιόλι από πέτρες που της είχε κάνει δώρο ο Θοδωρής και φορώντας το άρωμα που του θύμιζε τη μητέρα του.
Την στιγμή που ο Δρ. Σπανός την αγκάλιασε της ψιθύρισε στο αυτί: «Σας ευχαριστώ, κυρία Ιωάννα, γιατί πιστέψατε σε μένα. Σας ευχαριστώ τόσο πολύ γιατί με κάνατε να αισθανθώ σημαντικός και μου δείξατε πως μπορώ να κάνω τη διαφορά».
Η κυρία Ιωάννα με δάκρυα στα μάτια του απάντησε: «Θοδωρή, κάνεις πολύ μεγάλο λάθος. Εσύ είσαι αυτός που μου έμαθε ότι μπορώ να κάνω τη διαφορά. Δεν ήξερα πώς να διδάξω τους μαθητές μου μέχρι που σε γνώρισα.»
Ένα κείμενο της Elizabeth Silance Ballard το 1974 στο περιοδικό Homelife.
«Τρία Γράμματα από τον Τέντυ (Θοδωρής)"
Elizabeth Silance Ballard. "Three Letters from Τέντυ."
Οι αλλαγές της ιστορίας και των ονομάτων έγιναν για να γίνει πιό κατανοητή στα Ελληνικά δεδομένα.
Εδώ μιά όμορφη παραλαγή της ιστορίας