Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2018

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΧΙΟΝΙΖΕ


ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΧΙΟΝΙΖΕ
(ΠΑΡΑΜΎΘΙ)



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα κι είχαν πέντε παιδάκια που το
μεγαλύτερο ήταν επτά χρόνων και το μικρότερο
στην κούνια. Κάθονταν έξω από το χωριό σε μια
καλύβα φτιασμένη με βούρλα, γιατί δεν είχανε
λεφτά να κά­νουν ένα σπιτάκι κι ο τόπος που
έφτιασαν την καλύβα ήταν ξένος κι αυτός.
Το μόνο που είχαν οι κακόμοιροι ήταν ένα μουλάρι.
Ο άντρας έκοβε ξύλα από στο δάσος, τα φόρτωνε
στο μουλάρι του και πήγαινε στην πόλη και τα
πουλούσε κι αγόραζε πότε αλεύρι και πότε λάδι κι
έβραζαν και χορταράκια και ψευτοπερνούσαν.
Καμιά φορά η γυναί­κα κοίταζε τα παιδιά της κι αναστέναζε:
Αχ! έκανε, από τον καιρό που γεννήθηκαν δεν έχουνε χορτάσει ποτέ τους, ούτε το ψωμάκι, τα κακομοίρα.
Κάνε υπομονή, γυναίκα, της έλεγε ο άντρας της, σε λίγα χρόνια θα πιάσουν τα μεγάλα δουλειά και τα μικρά θα μεγαλώσουν. Το ξέρω, έλεγε, η γυναίκα, μα ως τότε πώς περνάνε; Δεν μπορώ, βλέπεις, να δουλέψω κι εγώ, πού να αφήσω πέντε μικρά μονάχα;Δόξα σοι ο Θεός, το ψωμάκι μας το 'χουμε, ας είναι και λίγο.


Εκείνη τη χρονιά όμως έπεσε χειμώνας βαρύς, το χιόνι σκέπασε
το δάσος κι ο άντρας δεν μπορούσε να πάει να κόψει ξύλα κι ούτε άλλη δουλειά να κάνει, γιατί με το χιόνι οι δουλειές σταματάνε, οι άν­τρες μαστορεύουν στα σπίτια τους κι οι γυναίκες πιάνουν τη ρόκα.
Η γυναίκα του ξυλοκόπου δεν είχε ούτε μαλλί να γνέσει ούτε νή­μα να υφάνει. Και σε λίγες μέρες δεν είχε ούτε σταγόνα λάδι το μπου­κάλι τους, ούτε χούφτα αλεύρι η σακούλα. Κάθονταν λοιπόν ένα βράδυ δίπλα στη φωτιά με το λυχνάρι σβηστό κι ήταν όλοι τόσο πει- νασμένοι, που δεν είχαν καρδιά να μιλήσουν. Και το μικρό στην κού­νια.
Έξαφνα, εκεί που κάθονταν, χτύπησε η πόρτα τους κι ο ξυλοκό­πος πήγε ν' ανοίξει. Είδαν τότε να μπαίνει μια γυναίκα αδύνατη και ζαρωμένη μ' ένα ταγάρι στην πλάτη της.
Καλησπέρα, είπε δειλά - δειλά. Έξω πέφτει χιόνι και δεν μπορώ να περπατήσω, να πάω στο χωριό μου, που είναι δυο ώρες μακριά. Με αφήνετε, καλοί μου άνθρωποι, να μείνω τη νύχτα στο αχούρι;
Στο αχούρι μας; είπε ο ξυλοκόπος. Τι λες, κυρά μου; Θα σου στρώσουμε να κοιμηθείς εδώ, δίπλα στη φωτιά. Κάτσε τώρα να ζε­σταθείς λιγάκι, γιατί φαίνεσαι παγωμένη και κουρασμένη από το δρόμο. Η γυναίκα έκατσε κοντά στη φωτιά και τους είπε:
Καλοί μου άνθρωποι, δε μου δίνετε τίποτα να φάω; ας είναι και ένα κομματάκι ψωμί. Νόμιζα πως θα φτάσω απόψε στο σπίτι μου.
Αχ, κυρά μου, αποκρίθηκε η γυναίκα του ξυλοκόπου, δεν έχουμε τίποτα να σου δώσουμε, ούτε κι ένα κομματάκι ψωμί. Ήσουν άτυχη και χτύπησες τη δική μας πόρτα, γιατί εμείς είμαστε οι πιο φτωχοί.
Χτύπησα κι άλλες πόρτες, μ' αυτές δεν άνοιξαν καθόλου.
Άρχισαν τότε να κουβεντιάζουν κι από λόγο σε λόγο η γυναίκα του ξυλοκόπου τής είπε την κακοτυχία που τους ήρθε εκείνες τις η­μέρες:
Να με συμπαθάς, κυρά μου, μα δε σε πιστεύω. Γιατί από το ντουλάπι έρχεται μυρωδιά φρέσκου ψωμιού, είπε η ξένη γελώντας.
Ο ξυλοκόπος κι η γυναίκα του χαμογέλασαν κι αυτοί.
Μακάρι ν' αλήθευε ο λόγος σου, κυρά μου, της είπαν. Το ντου­λάπι μας δεν έχει παρά ένα άδειο μπουκάλι και μια άδεια σακούλα.
Για ανοίχτε να δούμε! έκανε η γυναίκα.
Το ανοίγω, για να μη σου χαλάσω το χατήρι, είπε ο ξυλοκόπος και πήγε στο ντουλάπι και το άνοιξε.
Τι να δουν! Τρία καρβέλια ψωμί ζε­στά και μυρωδάτα, ένα ταψί γεμάτο κρέας ψητό, ένα τσουκάλι με αχνι­στή σούπα, μια κάδη με τυρί κι ένα σωρό άλλα ωραία πράγματα.
Τα 'χασαν τότε οι κακόμοιροι και δεν ήξεραν τι να πουν.
Αχ! θα βάλεις με το νου σου πως δε θέλαμε να σου δώσουμε να φας, της είπε η γυναίκα του ξυλοκόπου, όμως η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουμε, πάει να σαστίσει το μυαλό μας, πως βρέθηκαν αυτά τα πράγματα.
Όπως και να βρέθηκαν, έκανε η ξένη, φέρτε να φάμε.
Τα παιδιά έφεραν τότε γρήγορα - γρήγορα το σοφρά, η μάνα τους κι ο πατέρας τους έβαλαν πάνω τα φαγιά κι άρχισαν να τρώνε τα παιδιά μάλιστα ξεφώνιζαν και γελούσαν από τη χαρά τους.
Σαν έφαγαν και χόρτασαν καλά, η γυναίκα του ξυλοκόπου είπε:
Κρίμα που δεν μπορεί να φάει και το μωρό απ' αυτά τα φαγιά.
Άρμεξε την αγελάδα και δώσ' του γαλατάκι, είπε η ξένη.
Δεν έχουμε αγελάδα, μακάρι να 'χαμε, απάντησε ο ξυλοκόπος. Μια κατσίκα είχαμε, αλλά μας αρρώστησε και ψόφησε.
Πώς δεν έχετε αγελάδα! είπε η ξένη. Δεν την ακούτε που μουγ­κρίζει στο αχούρι σας;
Ο ξυλοκόπος τότε σηκώθηκε, σηκώθηκε κι η γυναίκα του και τα παιδιά του κι έτρεξαν στο αχούρι τους. Και τι να δουν! Μια πελώρια αγελάδα δίπλα στο μουλάρι μασούσε το χορτάρι της και το αχούρι ήταν μεγάλο κι όμορφο και στην άκρη ένας σωρός από σανό.
Σάστισαν οι κακόμοιροι πιο πολύ κι έμειναν μ' ανοιχτό το στόμα.






Όπου ξαφνικά η γυναίκα του ξυλοκόπου φώναξε:
Αντρα μου να ξέρεις πως η ξένη που ήρθε στο σπίτι μας μας τα 'δώσε όλα. Θα 'ναι κάποια καλή νεράιδα και μας λυπήθηκε.
Δίκιο έχεις γυναίκα, είπε ο ξυλοκόπος. Πάμε να την ευχαριστή­σουμε.
Και γύρισαν κατά την καλύβα. Η καλύβα όμως τώρα είχε χαθεί και στη θέση της ήταν ένα όμορφο πεντακάθαρο σπιτάκι μ' έναν πεν­τάμορφο κήπο γύρω του, γεμάτο δέντρα και λαχανικά. Και μέσα το σπιτάκι είχε απ' όλα, κρεβάτια και ρούχα και κιλίμια στο πάτωμα και κουζίνα μ' όλα της τα καλά κι ό,τι άλλο χρειαζόταν στο νοικοκυριό τους. Η ξένη όμως δεν ήταν πουθενά.
Καλά το κατάλαβες, γυναίκα! είπε ο ξυλοκόπος. Κάποια καλή
νε­ράιδα ήταν και μας λυπήθηκε. Κρίμα που έφυγε τόσο ξαφνικά.
Κοίταξε, πατέρα, πάνω στο τραπέζι είναι ένα σακουλάκι, είπε το μεγάλο παιδί. Τι να 'χει μέσα;
Ο πατέρας πήρε το σακουλάκι και το άνοιξε κι είδε πως ήταν γεμάτο φλουριά! Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


«50 Νέα παραμύθια» Πιπίνας Τσιμικάλη
Εκδόσεις Αστήρ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου