Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2018

Τα Χριστούγεννα ενός αγοριού


Τα Χριστούγεννα ενός αγοριού (Συγκλονιστικό)


Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι- Κάπου, κάποτε, ακριβώς παραμονές Χριστουγέννων, συνέβη σε μία τεράστια πόλη και με τρομερή παγωνιά. 
Έχω την εντύπωση, λοιπόν, ότι υπήρχε στο υπόγειο ένα αγόρι, όμως πολύ μικρό ακόμα, έξι χρονών ή μπορεί και μικρότερο.
Αυτό το αγόρι ξύπνησε το πρωί μέσα σε ένα υγρό, κρύο υπόγειο. Φορούσε κάτι σαν ρομπάκι και τουρτούριζε. Η ανάσα του έβγαινε από το στόμα του σαν άσπρος αχνός,
κι εκείνο, καθισμένο πάνω σε ένα σεντούκι στη γωνίτσα, διασκέδαζε παρατηρώντας την να πετάει και να χάνεται.

Όμως, ήθελε τόσο πολύ να φάει κάτι. Είχε πλησιάσει κάμποσες φορές από το πρωί το σανιδένιο κρεβάτι, όπου πάνω σε ένα λεπτό σαν φύλλο στρώμα και με έναν μπόγο
για μαξιλάρι κειτόταν η άρρωστη μητέρα του.

Πως βρέθηκε άραγε εδώ; Θα πρέπει να ήρθε με το αγοράκι της από κάποια άλλη πόλη και αρρώστησε ξαφνικά. Την ιδιοκτήτρια των κρεβατιών την είχαν συλλάβει δύο μέρες πριν.

Οι ένοικοι σκόρπισαν στα πόστα τους, λόγω γιορτών, κι ένας ακαμάτης που έμεινε κειτόταν ήδη μεθυσμένος του θανατά ολόκληρα εικοσιτετράωρα, χωρίς να περιμένει καν τη γιορτή.

Στην άλλη άκρη του δωματίου βογκούσε μία ογδοντάχρονη γριούλα, που έζησε κάποτε, κάπου, σαν γκουβερνάντα, και τώρα πέθαινε μόνη, βογκώντας, μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας στο αγόρι, που άρχισε να φοβάται πιά να πλησιάσει προς τη γωνιά της.

Κάπου σε μία πεζούλα ανακάλυψε κάτι για να πιεί, αλλά δε βρήκε ούτε μία κόρα ψωμί για να φάει, και πήγαινε τώρα για δέκατη φορά να ξυπνήσει τη μητέρα του. Τελικά, μέσα στο σκοτάδι ενίωσε να φοβάται: είχε βραδιάσει εδώ και ώρα, αλλά κανείς δεν άναψε φως.

Ψηλαφώντας το πρόσωπο της μαμάς του, παραξενεύτηκε που εκείνη δεν κουνήθηκε καθόλου και ήταν τόσο παγωμένη όσο κι ο τοίχος.

«Πολύ κρύο κάνει εδώ μέσα», σκέφτηκε, στάθηκε λίγο ακόμα, ξεχνώντας ασυναίσθητα το χέρι του στον ώμο της μακαρίτισσας, μετά χουχούλιασε τα δαχτυλάκια του, για να τα ζεστάνει, και ξαφνικά, ξετρυπώνοντας από το κρεβάτι το κασκετάκι του, σιγά σιγά, ψηλαφητά, βγήκε από το υπόγειο.

Θα είχε φύγει νωρίτερα, αλλά φοβόταν εκεί πάνω στη σκάλα το μεγάλο σκυλί που στεκόταν ολημερίς έξω από την πόρτα των γειτόνων. Όμως, τώρα πιά το σκυλί δεν ήταν εκεί, κι αυτός βγήκε γρήγορα στο δρόμο.

Θεέ μου, τι πόλη ήταν αυτή! Ποτέ άλλοτε δεν είχε δεί κάτι παρόμοιο. Εκεί απ’ όπου ερχόταν, τις νύχτες πέφτει μαύρο σκοτάδι, ένας φανοστάτης φωτίζει όλο το δρόμο. Τα ξύλινα, χαμηλούτσικα σπιτάκια κλειδαμπαρώνονται με παντζούρια.

Έξω, με το που θα πάρει να σουρουπώνει, δε θα δείς κανέναν —κλείνονται όλοι στα σπίτια τους, και το μόνο που ακούς είναι το ουρλιαχτό από ολόκληρα κοπάδια σκυλιών, εκατοντάδες και χιλιάδες από αυτά αλυκτούν και γαβγίζουν όλη τη νύχτα.

Ωστόσο, εκεί κάτω ήταν τόσο ζεστά και του έδιναν να φάει, ενώ εδώ, ω Θεέ μου, ας έτρωγε μία στάλα! Και τι θόρυβος και φασαρία είναι αυτή, πόσο φως και πόσοι άνθρωποι, άλογα και άμαξες, και παγωνιά, παγωνιά!

Παγωμένος αχνός βγαίνει από τα καταπονημένα άλογα, από τις καυτές ανάσες τους. Κάτω από το λιωμένο χιόνι βροντοκοπούν πάνω στην πέτρα τα πέταλά τους, κι όλοι σπρώχνονται τόσο και, ω Θεέ μου, πόσο θέλει να φάει, ένα κομματάκι οτιδήποτε έστω, και τα δάχτυλα άρχισαν ξαφνικά να πονάνε τόσο.

Δίπλα του πέρασε το όργανο της τάξης που έστρεψε αλλού το πρόσωπό του, για να μη δεί το μικρό.

Να κι άλλος δρόμος, τόσο πλατύς! Εδώ σίγουρα μπορούν να σε ποδοπατήσουν. Πως φωνάζουν όλοι, πως τρέχουν και τι φώτα, τι φώτα! Ω, αυτό τι είναι; Α, ένα μεγάλο τζάμι, και πίσω από το τζάμι ένα δωμάτιο, και στο δωμάτιο ένα δέντρο ίσαμε το ταβάνι.

Είναι ένα έλατο, και πάνω στο έλατο τόσα φωτάκια, τόσα χρυσαφένια χαρτάκια και μήλα και κουκλάκια και μικρά αλογάκια. Πέρα δώθε στο δωμάτιο τρέχουν παιδιά, στολισμένα και καθαρά, γελούν και παίζουν και κάτι τρώνε και πίνουν.

Να, το κοριτσάκι εκείνο άρχισε να χορεύει με το αγοράκι, τι όμορφη κοπελίτσα! Ορίστε κι η μουσική που ακούγεται πίσω από το τζάμι.

Κοιτάζει ο μικρός και θαυμάζει, γελάει μάλιστα, τώρα του πονάνε ήδη και τα δαχτυλάκια των ποδιών, ενώ των χεριών έγιναν πιά κατακόκκινα, δεν κλείνουν και πονάνε όταν τα κουνάει.

Ξάφνου το αγόρι θυμήθηκε ότι του πονάνε τόσο πολύ τα δάχτυλα, έβαλε τα κλάματα και συνέχισε το δρόμο του, αλλά να που πάλι βλέπει, μέσα από ένα άλλο τζάμι, ένα άλλο δωμάτιο κι ένα δέντρο, και στα τραπέζια πάνω γλυκίσματα κάθε είδους —αμυγδαλωτά, κόκκινα, κίτρινα, και κάθονται εκεί τέσσερις πλούσιες κυρίες, που δίνουν σε όσους μπαίνουν γλυκά, κι ανοίγει για μία στιγμή η πόρτα και μπαίνουν απ’ έξω κάμποσοι κύριοι.

Πλησίασε στα κλεφτά ο μικρός, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Οχ, τι φωνές ήταν αυτές και τι χειρονομίες!

Μία κυρία έτρεξε γρήγορα, του έβαλε στο χέρι ένα καπίκι και του άνοιξε την πόρτα για να βγεί. Πόσο φοβήθηκε ο μικρός! Το καπίκι του έπεσε την ίδια στιγμή και κύλησε πάνω στα σκαλοπάτια, γιατί δεν μπορούσε, βλέπετε, να κλείσει τα κόκκινα δάχτυλά του και να το σφίξει.

Το έβαλε στα πόδια ο μικρός κι έτρεξε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς να ξέρει προς τα που. Πάλι θέλει να κλάψει, αλλά φοβάται, και τρέχει, τρέχει χουχουλιάζοντας τα χεράκια του. Τότε τον πιάνει μία θλίψη, γιατί ξαφνικά ένιωσε τόσο μόνος και τόσο απαίσια.

Όμως, ξάφνου, Θεέ και Κύριε! Τι είναι αυτό πάλι; Ένα πλήθος ανθρώπων στέκεται και κάτι κοιτάζει: σε ένα παράθυρο, πίσω από το τζάμι, τρεις κούκλες, μικρές, με κόκκινα και πράσινα ρουχαλάκια, και εντελώς σαν ζωντανές!

Ένα γεροντάκι κάθεται και σαν να παίζει ένα μεγάλο βιολί, δύο άλλοι στέκονται όρθιοι και παίζουν μικρότερα βιολιά, και κουνάνε τα κεφάλια τους με ρυθμό, κι έπειτα κοιτάνε ο ένας τον άλλο και τα χείλη τους κουνιούνται, μιλάνε, πραγματικά μιλάνε, μόνο που λόγω του τζαμιού δεν ακούγονται.

Στην αρχή ο μικρός σκέφτηκε ότι είναι ζωντανοί, αλλά, μόλις κατάλαβε ότι είναι κούκλες, έβαλε τα γέλια. Δεν είχε δεί ποτέ τέτοιες κούκλες και δεν ήξερε καν ότι υπάρχουν τέτοιες! Του έρχεται να κλάψει, αλλά είναι τόσο αστείες αυτές οι κούκλες.

Ξάφνου του φάνηκε ότι κάποιος πίσω του τον άρπαξε από το ρομπάκι του: ένα ψηλό κακιωμένο αγόρι στάθηκε δίπλα του, του έδωσε μία καρπαζιά, του πέταξε το κασκέτο και του έχωσε μία κλοτσιά.

Κυλίστηκε ο μικρός στο έδαφος, κάποιοι έβαλαν τις φωνές, τα έχασε τότε, πετάχτηκε πάνω και όπου φύγει φύγει, μέχρι που έφτασε κάπου, άγνωστο που, σε μία αυλή, μία άγνωστη αυλή. Στάθηκε να πάρει ανάσα πίσω από ένα σωρό ξύλων. «Εδώ δε θα με βρούν, είναι κατασκότεινα».

Κάθισε μαζεμένος, χωρίς να μπορεί να συνέλθει από το φόβο, και τότε απρόσμενα, εντελώς απρόσμενα, ενίωσε τόσο ευχάριστα: τα χεράκια και τα ποδαράκια του σταμάτησαν να πονάνε κι αισθάνθηκε μία τέτοια ζεστασιά, τέτοια ζεστασιά, σαν να βρισκόταν δίπλα στη σόμπα.

Νάτος, τρεμουλιάζει ολόκληρος, αχ, μα ναί, μοιάζει να αποκοιμιέται! Τι ωραία να κοιμόταν εδώ: «Θα κάτσω λίγο και θα πάω να δω πάλι τις κούκλες», σκέφτηκε ο μικρός και χαμογέλασε, φέρνοντάς τες στο μυαλό του, εντελώς σαν αληθινές!…

Αλλά τότε άκουσε τη μητέρα του να του τραγουδάει ένα νανούρισμα. «Μαμάκα, κοιμάμαι, αχ, τι ωραία κοιμάμαι εδώ πέρα!»

«Πάμε σπίτι μου, στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, αγοράκι», ψιθύρισε από πάνω του μία σιγανή φωνή.

Σκέφτηκε ότι θα ήταν η μητέρα του, αλλά όχι, δεν ήταν. Ποιος είναι αυτός που τον καλεί, δεν τον βλέπει, όμως ναί, κάποιος έσκυψε πάνω του και τον αγκαλίασε μέσα στο σκοτάδι, και ο μικρός του έτεινε το χέρι και… και τότε, ω, τι φως! Ω, τι έλατο είναι αυτό!

Μα δεν είναι καν έλατο, τέτοια δέντρα δεν είχε ξαναδεί ποτέ! Που βρίσκεται τώρα; Όλα λάμπουν, όλα ακτινοβολούν και γύρω τόσες κούκλες, αγοράκια και κοριτσάκια, τόσο λαμπερά, όλο στριφογυρνάνε γύρω του, πετάνε, τον φιλάνε, τον πιάνουν από το χέρι, τον παίρνουν μαζί τους, ναί, τώρα πετάει κι ο ίδιος, και βλέπει τη μητέρα του να τον κοιτάζει και να του χαμογελάει τόσο χαρούμενη.

«Μαμά! Μαμά! Αχ, τι ωραία που είναι εδώ, μαμά!» της φωνάζει ο μικρός και ξαναφιλιέται με τα παιδάκια και θέλει να τους μιλήσει αμέσως για τις κούκλες εκείνες πίσω από το τζάμι. «Ποια είστε εσείς, αγοράκια; Ποιες είστε εσείς, κοριτσάκια;» ρωτάει γελώντας και αγκαλιάζοντάς τα.

«Αυτό είναι το Δέντρο του Χριστού», του απαντάνε. «Στο σπίτι του Χριστού πάντα τη μέρα αυτή υπάρχει ένα δέντρο για τα μικρά παιδάκια που δεν έχουν δικά τους δέντρα…»

Έμαθε τότε ότι τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδάκια σαν κι αυτόν, που κάποια ξεπάγιασαν μέσα στα καλαθάκια τους, όταν τα εγκατέλειψαν στα σκαλιά των σπιτιών των αξιωματούχων της Πετρούπολης, άλλα πέθαναν στο βρεφοκομείο, κάποια τρίτα ξεψύχισαν πάνω στο στεγνό στήθος της μητέρας τους (την εποχή του λοιμού της Σαμάρας), και κάποια άλλα έσκασαν στα βαγόνια της τρίτης θέσης από τις αναθυμιάσεις, κι όλα είναι τώρα εδώ, όλα είναι τώρα άγγελοι, κοντά στον Χριστό, κι Εκείνος, ανάμεσά τους, τους απλώνει το χέρι και τα ευλογεί, όπως και τις αμαρτωλές μητέρες τους…

Ναί, οι μητέρες των παιδιών στέκονται εδώ δίπλα στην ακρούλα και κλαίνε. Όλες αναγνωρίζουν το αγοράκι τους ή το κοριτσάκι τους, το πλησιάζουν και το φιλάνε, του σκουπίζουν τα δάκρυα με τα χέρια τους και του ζητάνε να μην κλαίει, γιατί εδώ είναι καλά τώρα…

Κάτω, το πρωί, οι οδοκαθαριστές βρήκαν το μικρό πτωματάκι του ξεπαγιασμένου αγοριού πίσω από τα ξύλα. Αναζήτησαν και τη μητέρα του… Εκείνη είχε πεθάνει νωρίτερα. Συναντήθηκαν κοντά στον Κύριο και Θεό, στους ουρανούς.
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: “Τα Χριστούγεννα ενός αγοριού” Από το ημερολόγιο του συγγραφέα


Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2018

Στο θάλαμο 426.


 Î‘ποτέλεσμα εικόνας για Το καροτσι νοσηλειας πλησιαζει το θαλαμο 426. Δικλινο. Ενας ασθενης μεσα. 12 χρονων. Αγορι.    Î‘ποτέλεσμα εικόνας για ΚΛΟΟΥΝ

2 μ.μ.: Το καρότσι νοσηλείας πλησιάζει το θάλαμο 426. Δίκλινο. Ένας ασθενής μέσα. 12 χρονών. Αγόρι. Λευχαιμία. Δεύτερο σχήμα χ/ο. Οι παρενέργειες έχουν αρχίσει πια να εκδηλώνονται πιο συχνά.
Ο Νοσηλευτής μπαίνει στο θάλαμο. Ο μικρός Α. απουσιάζει. Μόνο η μάνα στην καρέκλα σκυφτή. Σηκώνει το κεφάλι. Σηκώνει το χέρι και με δυσκολία δείχνει το μπάνιο.
-«Πάλι εμετοί»; ρωτάει ο Νοσηλευτής.
-«Όχι. Κλαίει.»
-«Γιατί; Του είπαν κάτι άσχημο οι γιατροί;»
-«Όχι παιδί μου», απαντά η μάνα. «Δεν είδες;»
-«Όχι, τι να δω;»
-«Να, πριν από λίγο, πέρασε από εδώ ένας κλόουν, μπήκε στο θάλαμο, είδε τον Α. κι έφυγε. Είχε κάνει λάθος όροφο.»
-«Μάλιστα. Και ο μικρός απογοητεύθηκε και τώρα κλαίει», είπε ο Νοσηλευτής με φωνή, που μόλις έβγαινε από μέσα του.
Η μάνα έγνεψε καταφατικά δακρυσμένη.
-«Και αύριο έχουμε το κρίσιμο χειρουργείο», είπε η μάνα με πνιχτή φωνή.
Σφίγγοντας τα δόντια, ο Νοσηλευτής εκτελεί τη νοσηλεία και βρίσκοντας μια δικαιολογία πηγαίνει στα αποδυτήρια.

6 μ.μ.: Θάλαμος 426. Ο μικρός Α. ξαπλωμένος, κοιτάζει το ταβάνι. Ακούει το καρότσι νοσηλείας να πλησιάζει. «Πάλι θα μου βάλουν νερό με τη σύριγγα από το ροζ κουμπάκι, σκέπτεται». «Και γιατί δε μου το δίνουν να το πιω να τελειώνουμε;»
Η πόρτα ανοίγει. Ο μικρός Α. γυρνά προς το μέρος του καροτσιού και βλέπει μια μεγάλη κόκκινη στρογγυλή μύτη πίσω από αυτό.
-«Συγγνώμη που άργησα», είπε ο κλόουν. «Μου είπαν, ότι είχα παρκάρει παράνομα το δελφίνι, που με έφερε.»
-«Ποιο δελφίνι;»
-«Αυτό», είπε ο κλόουν κι έφτιαξε ένα μπαλονένιο δελφίνι και το πρόσφερε στον μικρό Α..
Ο μικρός γέλασε για πρώτη φορά ύστερα από μήνες. Η μάνα του έκλαιγε γοερά στη γωνία. Γιατί ήξερε. Δεν υπήρχε κανένας επαγγελματίας κλόουν. Ο Νοσηλευτής ήταν.

8 μ.μ.: Η μάνα πηγαίνει στην αλλαγή. -«Πως θα σου ξεπληρώσω παιδί μου αυτό, που έκανες σήμερα;»
-«Δεν έκανα τίποτα εγώ. Όλα τα έκανε ο κλόουν. Αλλά... ναι, υπάρχει ένα πράγμα, που θα ήθελα να κάνετε για μένα.»
-«Τι παιδί μου;»
-«Όταν ο Α. βγει από δω όρθιος και γερός, θέλω να του πείτε ότι όταν τον τρύπησα για να του περάσω τον ορό, πόνεσα κι εγώ μαζί μ’ αυτόν. Δεν το έκανα επίτηδες, πείτε του, ούτε για να του κάνω κακό. Αυτό να του πείτε.»
Στη μάνα του μικρού όμως, φαίνεται να της λείπει μια εξήγηση…
-«Αλήθεια παιδί μου, γιατί επέλεξες να κάνεις αυτή τη δουλειά;»
Ο Νοσηλευτής προσπάθησε να απαντήσει. Δεν τα κατάφερε. Δεν έβγαινε λέξη. Μονάχα έδειξε τον μικρό Α., που χαμογελούσε, κρατώντας αγκαλιά το μπαλονένιο δελφίνι. Και, καθώς, ο ουρανός ντυνόταν με την επίσημη βραδινή του ενδυμασία, ο Νοσηλευτής με βήμα αργό, ταλαιπωρημένο, πήρε το δρόμο για το σπίτι. Κανείς δε ξέρει και κανείς δε μπορεί να ανταμείψει τέτοιες πράξεις και τέτοια επαγγέλματα.Και κανένας δε θα μάθει ποτέ, πως αισθάνεται και πως ενεργεί ένας Νοσηλευτής. Όλοι όμως μαθαίνουν απ’ αυτόν, πώς να γίνονται καλύτεροι άνθρωποι. Ή άπλα άνθρωποι.
απλά ευχαριστούμε…Σημείωση: το κείμενο αποτελεί κατάθεση αληθινής, επαγγελματικής εμπειρίας του κ. Λ. Λιάπη. Πρόκειται για πραγματική ιστορία. Ο μικρός Α. συνέχισε δυνατά και έγινε Νοσηλευτής.

ΠΗΓΗ https://www.eleftheria.gr

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018

Ένας αγρότης καλλιεργούσε εξαιρετικής ποιότητας καλαμπόκι



Ήταν κάποτε ένας αγρότης που καλλιεργούσε εξαιρετικής ποιότητας καλαμπόκι. Κάθε χρόνο κέρδιζε το πρώτο βραβείο για το καλύτερο καλαμπόκι. Μια χρονιά  ένας δημοσιογράφος από μία εφημερίδα του  πήρε  συνέντευξη, και έμαθε κάτι πολύ  ενδιαφέρον για  τον τρόπο που καλλιεργούσε. 

Ο δημοσιογράφος  ανακάλυψε ότι ο αγρότης μοιραζόταν το σπόρο του καλαμποκιού του  με τους γείτονές του. «Μα, σε παίρνει να μοιράζεσαι τον καλύτερό σου σπόρο με τους γείτονές σου τη στιγμή που κι αυτοί παίρνουν μέρος στον ίδιο διαγωνισμό;» τον ρώτησε.

«Μα βέβαια, κύριε», είπε ο αγρότης, «δεν το ξέρετε; Ο αέρας  παίρνει τη γύρη από το καλαμπόκι που ωριμάζει και την τριγυρνάει από χωράφι σε χωράφι. Αν οι γείτονές μου καλλιεργούν κατώτερης ποιότητας καλαμπόκι, και το δικό μου καλαμπόκι σταδιακά θα υποβαθμιστεί μέσω της  σταυρογονιμοποίησης. Εφόσον θέλω να καλλιεργώ καλής  ποιότητας καλαμπόκι πρέπει να βοηθήσω και τους γείτονές  μου να καλλιεργούν καλή  ποιότητα καλαμποκιού.»

Έτσι γίνεται και με τη ζωή μας. Όσοι θέλουμε να ζούμε καλά και με  νόημα θα πρέπει να εμπλουτίσουμε  τις  ζωές  των γύρω μας, γιατί η αξία της  ζωής μετριέται με τις ζωές που αγγίζει. Και όσοι επιλέγουν να  ζουν χαρούμενοι και ευτυχείς πρέπει να βοηθήσουν και άλλους να βρούν χαρά και ευτυχία, γιατί η ευημερία του ενός συναρτάται με  την ευημερία όλων μας…

Πέστε το η δύναμη της  συλλογικότητας
Πέστε το η αρχή της επιτυχίας
Πέστε το ο νόμος της ζωής
Η αλήθεια είναι ότι κανείς μας δεν κερδίζει αληθινά παρά μόνο όταν κερδίζουμε όλοι.

Ο γάιδαρος του Χότζα



Σχετική εικόνα

Και μια διδακτική ιστορία περί λιτότητας.

"Ο γάιδαρος του Χότζα"

O Χότζας αντιμετώπιζε κάποτε πολύ σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και αποφάσισε να λάβει μέτρα. Αποφάσισε να κάνει περικοπές δαπανών. Και άρχισε από το πιο εύκολο: αποφάσισε να περιορίσει το φαγητό του γαϊδάρου του! 

Έκοψε λοιπόν την τροφή που έδινε στο ζώο από τρεις οκάδες, σε δυο οκάδες κάθε μέρα. Ο γάιδαρος άρχισε να αδυνατίζει αλλά το αδυνάτισμα ήταν σταδιακό και ο Χότζας δεν το πρόσεξε, μιας κι ο γάιδαρος εξακολουθούσε να τον μεταφέρει αδιαμαρτύρητα στη ράχη του.
Έτσι μετά από είκοσι μέρες ο Χότζας σκέφτηκε : «Μια χαρά τα πάει ο γάιδαρος και με τις δυο οκάδες. Άρα και μια οκά την ημέρα να του δώσω, δεν έχει ανάγκη». 
Πράγματι από την επομένη, το κριθάρι περιορίστηκε στο μισό της προηγούμενης ποσότητας. Σε καμιά δεκαριά μέρες, ελάττωσε πάλι την ημερήσια δόση φτάνοντας στη μισή οκά την ημέρα. 
Φυσικά ο γάιδαρος είχε καταντήσει «πετσί και κόκκαλο» και μόλις και μετά βίας μπορούσε να αντέξει το βάρος του αφεντικού του. 
Ο Χότζας όμως ενθουσιασμένος από την «επιτυχία» του πειράματος, ούτε που πρόσεξε την κατάντια του ζώου. Αντίθετα, σκέφτηκε ότι αφού ο γάιδαρος άντεξε την περικοπή της τροφής κατά δυόμιση οκάδες, θα μπορούσε να αντέξει και μια μικρή περικοπή κατά μισή οκά ακόμη. Έτσι σε μια βδομάδα περίπου έκοψε εντελώς το κριθάρι. 
Αλλά ενώ ο Χότζας ήταν ενθουσιασμένος που κατάφερε να εκπαιδεύσει το γάιδαρο να ζει χωρίς τροφή, ο γάιδαρος δεν άντεξε άλλο και μετά από 5 μέρες πέθανε από την πείνα. 
O Χότζας πήγε να πεθάνει από τη στεναχώρια για τη συμφορά που τον βρήκε, και όταν τον επισκέφτηκαν φίλοι και γνωστοί για να τον παρηγορήσουν, αναφώνησε το σπαραξικάρδιο και αμίμητο:

«Τι ατυχία! Πάνω που έμαθα το γάιδαρο να μην τρώει, ψόφησε!».



Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Το πλοίο που βυθιζόταν και η βάρκα που χωρούσε μόνο ένα άτομο

Το πλοίο που βυθιζόταν και η βάρκα που χωρούσε μόνο ένα άτομο

Μια δασκάλα που δίδασκε στην τάξη της, αποφάσισε να πει στα παιδιά μια καταπληκτική ιστορία.
Η ιστορία της μιλούσε για ένα κρουαζιερόπλοιο που βυθίζονταν και για ένα ζευγάρι που προσπαθούσε να σωθεί μπαίνοντας σε μια σωστική λέμβο. Δυστυχώς όμως ανακάλυψαν ότι στη βάρκα υπήρχε χώρος μόνο για ένα άτομο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι ήθελε να διδάξει στα παιδιά της η δασκάλα με αυτή την ιστορία..
===
«Ένα κρουαζιερόπλοιο άρχισε να βουλιάζει στη θάλασσα και έπρεπε άμεσα να εκκενωθεί από τους επιβάτες. Ένα ζευγάρι έτρεξε γρήγορα προς τις σωσίβιες λέμβους. Όταν έφτασαν όμως, είδαν έντρομοι ότι υπήρχε χώρος για να σωθεί μόνο ένα άτομο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο άντρας έσπρωξε τη σύζυγό του και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, πήδηξε αυτός μέσα στη βάρκα.
Τότε η γυναίκα του, η οποία στέκονταν στο πλοίο που βυθίζονταν, φώναξε στον σύζυγό της μια φράση».
Η δασκάλα σταμάτησε την αφήγηση της, γύρισε προς τη τάξη και ρώτησε τα παιδιά:
«Τι νομίζετε ότι του φώναξε;»
Οι περισσότεροι από τους μαθητές με ενθουσιασμό απάντησαν ότι η σύζυγος φώναξε: «Σε μισώ!», «Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από εσένα» και «Νόμιζα ότι με αγαπούσες».
Η δασκάλα παρατήρησε ένα αγόρι που ήταν συνέχεια σιωπηλό. Τον ρώτησε τι πίστευε ότι φώναξε η σύζυγος και αυτός της απάντησε:
«Κυρία, νομίζω ότι του φώναξε: «Να προσέχεις το παιδί μας»».
Έκπληκτη η δασκάλα τον ρώτησε: «Έχεις ακούσει ξανά αυτή την ιστορία;»
Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά: «Όχι, αλλά αυτό ήταν που είπε και η δική μου μαμά στον μπαμπά μου, λίγο πριν πεθάνει από την αρρώστια της».
Η δασκάλα γύρισε προς τα παιδιά και τους είπε με χαμηλή φωνή:
«Η απάντηση είναι σωστή».
Το πλοίο τελικά βυθίστηκε και όλοι όσοι δεν κατάφεραν να ξεφύγουν σκοτώθηκαν. Ο άντρας πήγε στο σπίτι και μεγάλωσε την κόρη τους μόνος του. Πολλά χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του πατέρα της, η κόρη τους βρήκε τυχαία το ημερολόγιο του και διάβασε ολόκληρη την ιστορία. Ανακάλυψε ότι η μητέρα της, λίγο πριν επιβιβαστεί στο πλοίο, είχε διαγνωσθεί με μια ανίατη ασθένεια. Την κρίσιμη στιγμή, ο πατέρας έκανε αυτό που πίστευε ότι ήταν σωστό. Όχι για αυτόν, αλλά για την κόρη τους.
«Ήθελα τόσο να μείνω μαζί σου στο πλοίο αγαπημένη μου. Ήθελα να πεθάνουμε μαζί. Αλλά για χάρη της κόρης μας, επέλεξα να σε αφήσω μόνη», έγραφε στο ημερολόγιό του».
====
Τα παιδιά έμειναν για αρκετά λεπτά σιωπηλά μόλις η δασκάλα τελείωσε την ιστορία της.
Η δασκάλα τότε προσπάθησε να δώσει στα παιδιά να καταλάβουν το νόημα αυτής της ιστορίας:
«Το καλό και το κακό είναι περίπλοκα και πολλές φορές πολύ δύσκολο να τα κατανοήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν πρέπει να επικεντρώνεται κάποιος μόνο στην επιφάνεια και να κρίνει τον άλλον χωρίς να προσπαθήσει πρώτα να κατανοήσει τις πράξεις του.
Άν έχετε βγει να φάτε με κάποιον φίλο και προσφερθείτε να πληρώσετε τον λογαριασμό, δεν το κάνετε γιατί έχετε πολλά χρήματα αλλά γιατί βάζετε την φιλία σας πάνω από τα χρήματα.
Εκείνοι που παίρνουν πρωτοβουλίες στη δουλειά τους, δεν το κάνουν επειδή είναι χαζοί, αλλά επειδή καταλαβαίνουν την έννοια της ευθύνης.
Όσοι ζητούν συγγνώμη μετά από έναν καυγά, δεν το κάνουν επειδή ξέρουν ότι υποστήριζαν την λάθος άποψη, αλλά επειδή εκτιμούν περισσότερο τον άνθρωπο δίπλα τους.
Εκείνοι που είναι πρόθυμοι να σας βοηθήσουν, δεν το κάνουν επειδή σας χρωστάνε κάτι, αλλά επειδή σας βλέπουν ως ένα αληθινό φίλο.
Εκείνοι που σας τηλεφωνούν συχνά, δεν το κάνουν γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν, αλλά επειδή είστε στην καρδιά τους.
Μια ημέρα, όλοι θα αναγκαστούμε να χωρίσουμε από αυτούς που έχουμε σήμερα δίπλα μας. Θα χάσετε τις κουβέντες σας, θα ξεχάσετε τα όνειρο που κάνατε μαζί τους. Οι ημέρες θα περάσουν, τα χρόνια θα φύγουν και μια μέρα τα παιδιά σας θα δουν μερικές φωτογραφίες και θα σας ρωτήσουν:
«Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;»
Και εσείς θα χαμογελάσετε με αόρατα δάκρυα, και θα τους απαντήσετε:
«Είναι οι άνθρωποι με τους οποίους πέρασα τις καλύτερες μέρες της ζωής μου.»
_______________________
   Πηγή: apotis4stis5.com
by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ο Χιζίρης

Ναζίμ Χικμέτ – Ο Χιζίρης


Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας βασιλιάς. Μια μέρα λοιπόν βγάζει τελάληδες και λέει στούς υπηκόους του:
– Όποιος μου βρει και μου φέρει τον Χιζίρη θα του κάνω ότι μου ζητήσει.
Ποιος μπορούσε όμως να ’βρει τον Χιζίρι; Γιατί ο Ριζάρης κατέβαινε στον κόσμο μια φορά το χρόνο στη γιορτή του Χιντρελέζ και δεν φτάνει μόνο αυτό, μα σαν κατέβαινε παρουσιαζότανε μονάχα στους καλόψυχους ανθρώπους! Κι όποιος τον έβλεπε μπροστά του ζητούσε ό,τι επιθυμούσε. Κι ο Χιζίρης εκτελούσε αμέσως την επιθυμία του. Πως ήταν λοιπόν μπορετό να βρούνε τον Χιζίρη μόνο και μόνο επειδή το θέλησε ο βασιλιάς…
Ένας από τούς υπηκόους του βασιλιά, με μεγάλη οικογένεια, ζούσε πολύ φτωχικά. Μόλις και τα φέρνανε βόλτα· πολλές βραδιές μάλιστα πέφτανε νηστικοί στο κρεβάτι. Σαν άκουσε λοιπόν την επιθυμία του βασιλιά λέει στη γυναίκα του:
– Έτσι κι αλλιώς όλοι εδώ θα πεθάνουμε της πείνας. Θα πάω στο βασιλιά και θα του πω ότι εγώ μπορώ να του βρω τον Χιζίρη. Θα του ζητήσω σαράντα μέρες καιρό και πολλά πολλά λεφτά που θα φτάσουνε να ζήσετε καλά για όλη τη ζωή σας. Ύστερα από τις σαράντα μέρες… για με κρεμάσει ο βασιλιάς για με κάψει, το ίδιο μου κάνει. Φτάνει πού θα ’χετε γλιτώσει εσύ και τα παιδιά από την πείνα .
Η γυναίκα αγαπούσε πολύ τον άντρα της. Και τί δεν έκανε να τον καταφέρει ν’ αλλάξει γνώμη. Του κάκου όμως. Ο άντρας της είχε πάρει την απόφασή του. Παρουσιάζεται λοιπόν στο βασιλιά και του λέει:
– Βασιλιά μου, εγώ θα σού βρω και θα φέρω εδώ μπροστά σου τον Χιζίρη. Χρειάζομαι όμως σαράντα μέρες καιρό και αρκετά λεφτά για την οικογένειά μου.
Ο βασιλιάς δίνει διαταγές στους Ανθρώπους του. Κι ο καλός μας άνθρωπος, με τα λεφτά που πήρε, έκανε προμήθειες σαράντα ολόκληρες μέρες σε τρόφιμα κι άλλα χρειαζούμενα για το σπίτι του.
Στις σαράντα πάνω ο βασιλιάς φωνάζει τον άνθρωπό μας:
– Βρήκες τον Χιζίρη; τον ρωτάει.
– Όχι, βασιλιά μου, του απαντάει εκείνος. Κι αν θες την αλήθεια δεν πρόκειται να τον βρω ποτέ. Σου είπα ψέματα, αφέντη μου, για να γλιτώσω την οικογένειά μου από την πείνα.
Ο βασιλιάς θύμωσε πολύ κι αποφάσισε να τον τιμωρήσει. Τί τιμωρία θα του έβαζε θα τ’ αποφάσιζε με τους βεζίρηδές του. Ρωτάει λοιπόν τον πρώτο:
– Πώς να τιμωρήσουμε τούτονε δώ που τόλμησε να ξεγελάσει τον βασιλιά;
– Να τον κόψουμε σε σαράντα μικρά κομμάτια και να κρεμάσουμε κάθε κομμάτι στο τσιγκέλι του χασάπη, απαντάει εκείνος.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή όμως βλέπουνε ξαφνικά μπροστά τους ένα παιδάκι πού λέει:
– Ο καθένας με την τέχνη του.
Ο βασιλιάς, που δεν κατάλαβε τι σημαίνανε τα λόγια του παιδιού, ρωτάει τον δεύτερο βεζίρη του:
–  Εσύ πως λες να τιμωρήσουμε τούτονε δω τον άνθρωπο που τόλμησε να ξεγελάσει τον βασιλιά;
–  Να τον γδάρουμε και να γεμίσουμε το τομάρι του με άχυρο, απαντάει ο δεύτερος.
Και το παιδάκι που παράστεκε:
– Ο καθένας με την τέχνη του, ξαναλέει.
Ο βασιλιάς όμως ρωτάει τώρα και τον τρίτο βεζίρη του:
– Εσύ τι λες;
Και ο τρίτος:
–  Τι να σου πω, βασιλιά μου. Η αιτία που είπε ψέματα τούτος εδώ ο ανθρωπάκος είναι η πείνα. Σαν έχεις λίγη συμπόνια και καλοσύνη μέσα σου, πρέπει να τον συγχωρέσεις.
Και το παιδάκι:
– Ο καθένας με την τέχνη του, ξαναλέει.
Ο βασιλιάς τούτη τη φορά δεν άντεξε:
– Ποιος είσαι συ; Από πού ξεφύτρωσες; το ρωτάει. Όλο «ο καθένας με την τέχνη του» μας κοπανάς. Τι θες να πεις λοιπόν;
Τότε το παιδάκι αρχίζει και λέει:
– Θέλω να πω, βασιλιά μου, πως ο πρώτος σου βεζίρης, πριν τον πάρεις στην υπηρεσία σου, ήτανε χασάπης. Ζήτησε λοιπόν τιμωρία κατά την τέχνη του. Κι ο δεύτερος, πριν γίνει βεζίρης σου, ήτανε παπλωματάς. Κι αυτός ζήτησε τιμωρία κατά την τέχνη του. Ο τρίτος, όμως, πριν γίνει βεζίρης σου, ήτανε δούλος, και ξέρει πολύ καλά τι θα πει φτώχεια, τι θα πει πείνα. Γι’ αυτό ζήτησε να συγχωρέσεις τον ανθρωπάκο. Αν θες τώρα να μάθεις για μένα, είμαι ο Χιζίρης που ζητούσες- που παρουσιάζομαι μόνο στους καλούς ανθρώπους. Εδώ βέβαια δεν ήρθα για σένα και τους δύο βεζίρηδές σου, μα γι’ αυτόν τον φτωχό άνθρωπο και τον τρίτο βεζίρη σου. Άφησε λοιπόν ελεύθερο τον ανθρωπάκο’ όπως σου ’χε υποσχεθεί μ’ έφερε εδώ, μπροστά σου.
Κι ο Χιζίρης, σαν να ’ταν σίγουρος ότι ο  βασιλιάς δεν θα τολμήσει να πειράξει τον άνθρωπό μας και τον τρίτο βεζίρη του, ξεμάκρυνε απ’ το παλάτι κουνώντας χαρούμενα τα χέρια του.

***

Ναζίμ Χικμέτ – Το ερωτευμένο σύννεφο 
by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ο σπόρος που απέφευγε ν’ αναπτυχθεί





Δυο σπόροι βρίσκονταν δίπλα δίπλα, μέσα στο γόνιμο ανοιξιάτικο έδαφος.
Ο πρώτος σπόρος είπε: «Θέλω να βλαστήσω! Θέλω να βυθίσω τις ρίζες μου βαθιά μέσα στο χώμα που βρίσκεται από κάτω μου και να σπρώξω το βλαστό μου να διαπεράσει το στρώμα του χώματος που βρίσκεται από πάνω μου. Θέλω ν’ ανοίξω τα τρυφερά μου μπουμπούκια σαν λάβαρα, για ν’ αναγγείλω τον ερχομό της άνοιξης… Θέλω να νιώσω τη ζεστασιά του ήλιου στο πρόσωπο μου και την ευλογία της πρωινής δροσούλας στα πέταλα μου!» Και βλάστησε.
Ο δεύτερος σπόρος είπε: «Φοβάμαι. Αν βυθίσω τις ρίζες μου κάτω στο έδαφος, δεν ξέρω τι θα συναντήσουν μέσα στα σκοτάδια. Αν σπρώξω για να διαπεράσω το σκληρό έδαφος που βρίσκεται από πάνω μου, μπορεί να χαλάσω τους τρυφερούς βλαστούς μου… Κι αν ανοίξω τα μπουμπούκια μου κι έρθει το σαλιγκάρι και μου τα φάει; Κι αν ανθίσουν τα λουλούδια μου κι έρθει κανένα παιδάκι και με ξεριζώσει; Όχι, είναι προτιμότερο να περιμένω ώσπου να σιγουρευτώ». Και περίμενε.
Μια κοτούλα που σκάλιζε εδώ κι εκεί το χώμα, στις αρχές της άνοιξης ψάχνοντας για τροφή, βρήκε το σπόρο και τον κατάπιε.
Το δίδαγμα της ιστορίας
Όσοι αποφεύγουν να ριψοκινδυνεύσουν και ν’ αναπτυχθούν, τους καταβροχθίζει η ζωή.
_______________________
  ~ Απόσπασμα από το βιβλίο «Βάλσαμο για την Ψυχή», Εκδόσεις Διόπτρα
   Πηγή:enallaktikidrasi.com
by Αντικλείδι , https://antikleidi.com