Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018
Ο γάιδαρος του Χότζα
Και μια διδακτική ιστορία περί λιτότητας.
"Ο γάιδαρος του Χότζα"
O Χότζας αντιμετώπιζε κάποτε πολύ σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και αποφάσισε να λάβει μέτρα. Αποφάσισε να κάνει περικοπές δαπανών. Και άρχισε από το πιο εύκολο: αποφάσισε να περιορίσει το φαγητό του γαϊδάρου του!
Έκοψε λοιπόν την τροφή που έδινε στο ζώο από τρεις οκάδες, σε δυο οκάδες κάθε μέρα. Ο γάιδαρος άρχισε να αδυνατίζει αλλά το αδυνάτισμα ήταν σταδιακό και ο Χότζας δεν το πρόσεξε, μιας κι ο γάιδαρος εξακολουθούσε να τον μεταφέρει αδιαμαρτύρητα στη ράχη του.
Έτσι μετά από είκοσι μέρες ο Χότζας σκέφτηκε : «Μια χαρά τα πάει ο γάιδαρος και με τις δυο οκάδες. Άρα και μια οκά την ημέρα να του δώσω, δεν έχει ανάγκη».
Πράγματι από την επομένη, το κριθάρι περιορίστηκε στο μισό της προηγούμενης ποσότητας. Σε καμιά δεκαριά μέρες, ελάττωσε πάλι την ημερήσια δόση φτάνοντας στη μισή οκά την ημέρα.
Φυσικά ο γάιδαρος είχε καταντήσει «πετσί και κόκκαλο» και μόλις και μετά βίας μπορούσε να αντέξει το βάρος του αφεντικού του.
Ο Χότζας όμως ενθουσιασμένος από την «επιτυχία» του πειράματος, ούτε που πρόσεξε την κατάντια του ζώου. Αντίθετα, σκέφτηκε ότι αφού ο γάιδαρος άντεξε την περικοπή της τροφής κατά δυόμιση οκάδες, θα μπορούσε να αντέξει και μια μικρή περικοπή κατά μισή οκά ακόμη. Έτσι σε μια βδομάδα περίπου έκοψε εντελώς το κριθάρι.
Αλλά ενώ ο Χότζας ήταν ενθουσιασμένος που κατάφερε να εκπαιδεύσει το γάιδαρο να ζει χωρίς τροφή, ο γάιδαρος δεν άντεξε άλλο και μετά από 5 μέρες πέθανε από την πείνα.
O Χότζας πήγε να πεθάνει από τη στεναχώρια για τη συμφορά που τον βρήκε, και όταν τον επισκέφτηκαν φίλοι και γνωστοί για να τον παρηγορήσουν, αναφώνησε το σπαραξικάρδιο και αμίμητο:
«Τι ατυχία! Πάνω που έμαθα το γάιδαρο να μην τρώει, ψόφησε!».
Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018
Το πλοίο που βυθιζόταν και η βάρκα που χωρούσε μόνο ένα άτομο
Το πλοίο που βυθιζόταν και η βάρκα που χωρούσε μόνο ένα άτομο

Μια δασκάλα που δίδασκε στην τάξη της, αποφάσισε να πει στα παιδιά μια καταπληκτική ιστορία.
Η ιστορία της μιλούσε για ένα κρουαζιερόπλοιο που βυθίζονταν και για ένα ζευγάρι που προσπαθούσε να σωθεί μπαίνοντας σε μια σωστική λέμβο. Δυστυχώς όμως ανακάλυψαν ότι στη βάρκα υπήρχε χώρος μόνο για ένα άτομο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι ήθελε να διδάξει στα παιδιά της η δασκάλα με αυτή την ιστορία..
===
«Ένα κρουαζιερόπλοιο άρχισε να βουλιάζει στη θάλασσα και έπρεπε άμεσα να εκκενωθεί από τους επιβάτες. Ένα ζευγάρι έτρεξε γρήγορα προς τις σωσίβιες λέμβους. Όταν έφτασαν όμως, είδαν έντρομοι ότι υπήρχε χώρος για να σωθεί μόνο ένα άτομο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο άντρας έσπρωξε τη σύζυγό του και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, πήδηξε αυτός μέσα στη βάρκα.
Τότε η γυναίκα του, η οποία στέκονταν στο πλοίο που βυθίζονταν, φώναξε στον σύζυγό της μια φράση».
Η δασκάλα σταμάτησε την αφήγηση της, γύρισε προς τη τάξη και ρώτησε τα παιδιά:
«Τι νομίζετε ότι του φώναξε;»
Οι περισσότεροι από τους μαθητές με ενθουσιασμό απάντησαν ότι η σύζυγος φώναξε: «Σε μισώ!», «Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από εσένα» και «Νόμιζα ότι με αγαπούσες».
Η δασκάλα παρατήρησε ένα αγόρι που ήταν συνέχεια σιωπηλό. Τον ρώτησε τι πίστευε ότι φώναξε η σύζυγος και αυτός της απάντησε:
«Κυρία, νομίζω ότι του φώναξε: «Να προσέχεις το παιδί μας»».
Έκπληκτη η δασκάλα τον ρώτησε: «Έχεις ακούσει ξανά αυτή την ιστορία;»
Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά: «Όχι, αλλά αυτό ήταν που είπε και η δική μου μαμά στον μπαμπά μου, λίγο πριν πεθάνει από την αρρώστια της».
Η δασκάλα γύρισε προς τα παιδιά και τους είπε με χαμηλή φωνή:
«Η απάντηση είναι σωστή».
Το πλοίο τελικά βυθίστηκε και όλοι όσοι δεν κατάφεραν να ξεφύγουν σκοτώθηκαν. Ο άντρας πήγε στο σπίτι και μεγάλωσε την κόρη τους μόνος του. Πολλά χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του πατέρα της, η κόρη τους βρήκε τυχαία το ημερολόγιο του και διάβασε ολόκληρη την ιστορία. Ανακάλυψε ότι η μητέρα της, λίγο πριν επιβιβαστεί στο πλοίο, είχε διαγνωσθεί με μια ανίατη ασθένεια. Την κρίσιμη στιγμή, ο πατέρας έκανε αυτό που πίστευε ότι ήταν σωστό. Όχι για αυτόν, αλλά για την κόρη τους.
«Ήθελα τόσο να μείνω μαζί σου στο πλοίο αγαπημένη μου. Ήθελα να πεθάνουμε μαζί. Αλλά για χάρη της κόρης μας, επέλεξα να σε αφήσω μόνη», έγραφε στο ημερολόγιό του».
====

Τα παιδιά έμειναν για αρκετά λεπτά σιωπηλά μόλις η δασκάλα τελείωσε την ιστορία της.
Η δασκάλα τότε προσπάθησε να δώσει στα παιδιά να καταλάβουν το νόημα αυτής της ιστορίας:
«Το καλό και το κακό είναι περίπλοκα και πολλές φορές πολύ δύσκολο να τα κατανοήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν πρέπει να επικεντρώνεται κάποιος μόνο στην επιφάνεια και να κρίνει τον άλλον χωρίς να προσπαθήσει πρώτα να κατανοήσει τις πράξεις του.
Άν έχετε βγει να φάτε με κάποιον φίλο και προσφερθείτε να πληρώσετε τον λογαριασμό, δεν το κάνετε γιατί έχετε πολλά χρήματα αλλά γιατί βάζετε την φιλία σας πάνω από τα χρήματα.
Εκείνοι που παίρνουν πρωτοβουλίες στη δουλειά τους, δεν το κάνουν επειδή είναι χαζοί, αλλά επειδή καταλαβαίνουν την έννοια της ευθύνης.
Όσοι ζητούν συγγνώμη μετά από έναν καυγά, δεν το κάνουν επειδή ξέρουν ότι υποστήριζαν την λάθος άποψη, αλλά επειδή εκτιμούν περισσότερο τον άνθρωπο δίπλα τους.
Εκείνοι που είναι πρόθυμοι να σας βοηθήσουν, δεν το κάνουν επειδή σας χρωστάνε κάτι, αλλά επειδή σας βλέπουν ως ένα αληθινό φίλο.
Εκείνοι που σας τηλεφωνούν συχνά, δεν το κάνουν γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν, αλλά επειδή είστε στην καρδιά τους.
Μια ημέρα, όλοι θα αναγκαστούμε να χωρίσουμε από αυτούς που έχουμε σήμερα δίπλα μας. Θα χάσετε τις κουβέντες σας, θα ξεχάσετε τα όνειρο που κάνατε μαζί τους. Οι ημέρες θα περάσουν, τα χρόνια θα φύγουν και μια μέρα τα παιδιά σας θα δουν μερικές φωτογραφίες και θα σας ρωτήσουν:
«Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;»
Και εσείς θα χαμογελάσετε με αόρατα δάκρυα, και θα τους απαντήσετε:
«Είναι οι άνθρωποι με τους οποίους πέρασα τις καλύτερες μέρες της ζωής μου.»
_______________________
Πηγή: apotis4stis5.com
by Αντικλείδι , https://antikleidi.com
Ο Χιζίρης
Ναζίμ Χικμέτ – Ο Χιζίρης

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας βασιλιάς. Μια μέρα λοιπόν βγάζει τελάληδες και λέει στούς υπηκόους του:
– Όποιος μου βρει και μου φέρει τον Χιζίρη θα του κάνω ότι μου ζητήσει.
Ποιος μπορούσε όμως να ’βρει τον Χιζίρι; Γιατί ο Ριζάρης κατέβαινε στον κόσμο μια φορά το χρόνο στη γιορτή του Χιντρελέζ και δεν φτάνει μόνο αυτό, μα σαν κατέβαινε παρουσιαζότανε μονάχα στους καλόψυχους ανθρώπους! Κι όποιος τον έβλεπε μπροστά του ζητούσε ό,τι επιθυμούσε. Κι ο Χιζίρης εκτελούσε αμέσως την επιθυμία του. Πως ήταν λοιπόν μπορετό να βρούνε τον Χιζίρη μόνο και μόνο επειδή το θέλησε ο βασιλιάς…
Ένας από τούς υπηκόους του βασιλιά, με μεγάλη οικογένεια, ζούσε πολύ φτωχικά. Μόλις και τα φέρνανε βόλτα· πολλές βραδιές μάλιστα πέφτανε νηστικοί στο κρεβάτι. Σαν άκουσε λοιπόν την επιθυμία του βασιλιά λέει στη γυναίκα του:
– Έτσι κι αλλιώς όλοι εδώ θα πεθάνουμε της πείνας. Θα πάω στο βασιλιά και θα του πω ότι εγώ μπορώ να του βρω τον Χιζίρη. Θα του ζητήσω σαράντα μέρες καιρό και πολλά πολλά λεφτά που θα φτάσουνε να ζήσετε καλά για όλη τη ζωή σας. Ύστερα από τις σαράντα μέρες… για με κρεμάσει ο βασιλιάς για με κάψει, το ίδιο μου κάνει. Φτάνει πού θα ’χετε γλιτώσει εσύ και τα παιδιά από την πείνα .
Η γυναίκα αγαπούσε πολύ τον άντρα της. Και τί δεν έκανε να τον καταφέρει ν’ αλλάξει γνώμη. Του κάκου όμως. Ο άντρας της είχε πάρει την απόφασή του. Παρουσιάζεται λοιπόν στο βασιλιά και του λέει:
– Βασιλιά μου, εγώ θα σού βρω και θα φέρω εδώ μπροστά σου τον Χιζίρη. Χρειάζομαι όμως σαράντα μέρες καιρό και αρκετά λεφτά για την οικογένειά μου.
Ο βασιλιάς δίνει διαταγές στους Ανθρώπους του. Κι ο καλός μας άνθρωπος, με τα λεφτά που πήρε, έκανε προμήθειες σαράντα ολόκληρες μέρες σε τρόφιμα κι άλλα χρειαζούμενα για το σπίτι του.
Στις σαράντα πάνω ο βασιλιάς φωνάζει τον άνθρωπό μας:
– Βρήκες τον Χιζίρη; τον ρωτάει.
– Όχι, βασιλιά μου, του απαντάει εκείνος. Κι αν θες την αλήθεια δεν πρόκειται να τον βρω ποτέ. Σου είπα ψέματα, αφέντη μου, για να γλιτώσω την οικογένειά μου από την πείνα.

Ο βασιλιάς θύμωσε πολύ κι αποφάσισε να τον τιμωρήσει. Τί τιμωρία θα του έβαζε θα τ’ αποφάσιζε με τους βεζίρηδές του. Ρωτάει λοιπόν τον πρώτο:
– Πώς να τιμωρήσουμε τούτονε δώ που τόλμησε να ξεγελάσει τον βασιλιά;
– Να τον κόψουμε σε σαράντα μικρά κομμάτια και να κρεμάσουμε κάθε κομμάτι στο τσιγκέλι του χασάπη, απαντάει εκείνος.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή όμως βλέπουνε ξαφνικά μπροστά τους ένα παιδάκι πού λέει:
– Ο καθένας με την τέχνη του.
Ο βασιλιάς, που δεν κατάλαβε τι σημαίνανε τα λόγια του παιδιού, ρωτάει τον δεύτερο βεζίρη του:
– Εσύ πως λες να τιμωρήσουμε τούτονε δω τον άνθρωπο που τόλμησε να ξεγελάσει τον βασιλιά;
– Να τον γδάρουμε και να γεμίσουμε το τομάρι του με άχυρο, απαντάει ο δεύτερος.
Και το παιδάκι που παράστεκε:
– Ο καθένας με την τέχνη του, ξαναλέει.
Ο βασιλιάς όμως ρωτάει τώρα και τον τρίτο βεζίρη του:
– Εσύ τι λες;
Και ο τρίτος:
– Τι να σου πω, βασιλιά μου. Η αιτία που είπε ψέματα τούτος εδώ ο ανθρωπάκος είναι η πείνα. Σαν έχεις λίγη συμπόνια και καλοσύνη μέσα σου, πρέπει να τον συγχωρέσεις.
Και το παιδάκι:
– Ο καθένας με την τέχνη του, ξαναλέει.
Ο βασιλιάς τούτη τη φορά δεν άντεξε:
– Ποιος είσαι συ; Από πού ξεφύτρωσες; το ρωτάει. Όλο «ο καθένας με την τέχνη του» μας κοπανάς. Τι θες να πεις λοιπόν;
Τότε το παιδάκι αρχίζει και λέει:
– Θέλω να πω, βασιλιά μου, πως ο πρώτος σου βεζίρης, πριν τον πάρεις στην υπηρεσία σου, ήτανε χασάπης. Ζήτησε λοιπόν τιμωρία κατά την τέχνη του. Κι ο δεύτερος, πριν γίνει βεζίρης σου, ήτανε παπλωματάς. Κι αυτός ζήτησε τιμωρία κατά την τέχνη του. Ο τρίτος, όμως, πριν γίνει βεζίρης σου, ήτανε δούλος, και ξέρει πολύ καλά τι θα πει φτώχεια, τι θα πει πείνα. Γι’ αυτό ζήτησε να συγχωρέσεις τον ανθρωπάκο. Αν θες τώρα να μάθεις για μένα, είμαι ο Χιζίρης που ζητούσες- που παρουσιάζομαι μόνο στους καλούς ανθρώπους. Εδώ βέβαια δεν ήρθα για σένα και τους δύο βεζίρηδές σου, μα γι’ αυτόν τον φτωχό άνθρωπο και τον τρίτο βεζίρη σου. Άφησε λοιπόν ελεύθερο τον ανθρωπάκο’ όπως σου ’χε υποσχεθεί μ’ έφερε εδώ, μπροστά σου.
Κι ο Χιζίρης, σαν να ’ταν σίγουρος ότι ο βασιλιάς δεν θα τολμήσει να πειράξει τον άνθρωπό μας και τον τρίτο βεζίρη του, ξεμάκρυνε απ’ το παλάτι κουνώντας χαρούμενα τα χέρια του.
***
Ναζίμ Χικμέτ – Το ερωτευμένο σύννεφο
by Αντικλείδι , https://antikleidi.com
Ο σπόρος που απέφευγε ν’ αναπτυχθεί

Δυο σπόροι βρίσκονταν δίπλα δίπλα, μέσα στο γόνιμο ανοιξιάτικο έδαφος.
Ο πρώτος σπόρος είπε: «Θέλω να βλαστήσω! Θέλω να βυθίσω τις ρίζες μου βαθιά μέσα στο χώμα που βρίσκεται από κάτω μου και να σπρώξω το βλαστό μου να διαπεράσει το στρώμα του χώματος που βρίσκεται από πάνω μου. Θέλω ν’ ανοίξω τα τρυφερά μου μπουμπούκια σαν λάβαρα, για ν’ αναγγείλω τον ερχομό της άνοιξης… Θέλω να νιώσω τη ζεστασιά του ήλιου στο πρόσωπο μου και την ευλογία της πρωινής δροσούλας στα πέταλα μου!» Και βλάστησε.
Ο δεύτερος σπόρος είπε: «Φοβάμαι. Αν βυθίσω τις ρίζες μου κάτω στο έδαφος, δεν ξέρω τι θα συναντήσουν μέσα στα σκοτάδια. Αν σπρώξω για να διαπεράσω το σκληρό έδαφος που βρίσκεται από πάνω μου, μπορεί να χαλάσω τους τρυφερούς βλαστούς μου… Κι αν ανοίξω τα μπουμπούκια μου κι έρθει το σαλιγκάρι και μου τα φάει; Κι αν ανθίσουν τα λουλούδια μου κι έρθει κανένα παιδάκι και με ξεριζώσει; Όχι, είναι προτιμότερο να περιμένω ώσπου να σιγουρευτώ». Και περίμενε.
Μια κοτούλα που σκάλιζε εδώ κι εκεί το χώμα, στις αρχές της άνοιξης ψάχνοντας για τροφή, βρήκε το σπόρο και τον κατάπιε.
Το δίδαγμα της ιστορίας
Όσοι αποφεύγουν να ριψοκινδυνεύσουν και ν’ αναπτυχθούν, τους καταβροχθίζει η ζωή.
_______________________
~ Απόσπασμα από το βιβλίο «Βάλσαμο για την Ψυχή», Εκδόσεις Διόπτρα
Πηγή:enallaktikidrasi.com
by Αντικλείδι , https://antikleidi.com
Ο γέροντας και τ’ άλογο
Ο γέροντας και τ’ άλογο
- Τι είναι καλό και τι κακό;

Κάποτε ζούσε σ’ ένα χωριό κάποιος φτωχός γέροντας, ο οποίος είχε ένα όμορφο άλογο που τον βοηθούσε στις γεωργικές του ασχολίες και το οποίο ήταν τόσο όμορφο και δυνατό, ώστε ήταν γνωστό σε όλη τη γύρω περιοχή. Κάποια μέρα, ένας πρίγκιπας που εντυπωσιάστηκε από τη φήμη και το παρουσιαστικό του αλόγου, θέλησε να το αγοράσει, προσφέροντας στον γέροντα ένα υπέρογκο ποσό. Αυτός, όμως, αρνήθηκε να πουλήσει το αγαπημένο του άλογο, με το οποίο είχε δεθεί τόσα χρόνια, και επέστρεψε στο χωριό του.
- Μα καλά είσαι ανόητος; ρωτούσαν οι συγχωριανοί του. Πούλα το άλογο για το καλό σου, θα πιάσεις πολλά χρήματα και θα είσαι ευτυχισμένος!
- Ααα, εμένα το άλογο με βοηθά στην εργασία μου. Ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό; απαντούσε ο γέροντας, «Μόνο Ο Θεός το ξέρει!»
Οι μέρες περνούσαν και το άλογο παρέμενε αχώριστη συντροφιά του γέροντα. Ένα πρωΐ ξύπνησε και είδε ότι το άλογό του είχε φύγει.
Οι συγχωριανοί του μαζεύτηκαν για να του εκφράσουν τη λύπη τους:
- Τι μεγάλο κακό που σε βρήκε, τώρα ποιος θα σε βοηθά στις δουλειές σου; Ήσουν ανόητος που δεν πούλησες το άλογο. Τώρα δεν έχεις ούτε τα χρήματα, ούτε το άλογο.
Ο γέροντας με τη χαρακτηριστική ηρεμία του απαντούσε:
- Ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό; Μόνο Ο Θεός το ξέρει!
Οι χωριανοί απομακρύνονταν νομίζοντας ότι του γέρου του έχει σαλέψει.
Ύστερα από λίγες μέρες το άλογο επέστρεψε στη μάντρα του γέροντα, μαζί με μερικά άλλα πανέμορφα άγρια άλογα που είχε συναντήσει στο δάσος.
Μαζεύτηκαν ξανά οι συγχωριανοί και του έλεγαν:
- Τι τυχερός που είσαι! Σου έτυχε μεγάλο καλό, αφού τώρα έχεις περισσότερα άλογα να σε βοηθούν.
Ο γέροντας τους απάντησε:
- Ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό. Μόνο Ο Θεός το ξέρει! Πάντως, είμαι ευχαριστημένος που το άλογό μου γύρισε.
Οι συγχωριανοί του τον κοιτάζανε πάλι περιφρονητικά.
Μετά από λίγες μέρες, ο γιος του, καβαλικεύοντας ένα από τα άλογα, έπεσε κι έσπασε τα πόδια του, μένοντας ανήμπορος.
Μαζεύτηκαν πάλι οι χωριανοί λέγοντας:
- Τι κακό που σε βρήκε! Με τα άλογα που ήρθαν, έχασες τελικά το δεξί σου χέρι στις δουλειές - τον γιο σου - που υποφέρει τώρα από τους πόνους και ίσως υποφέρει για όλη του τη ζωή.
Ο γέρος απαντούσε πάλι:
- Ποιος ξέρει … μόνο Ο Θεός γνωρίζει τι είναι καλό και τι κακό!
Δεν πέρασε μια βδομάδα από αυτό το ατύχημα και μια γειτονική χώρα κήρυξε τον πόλεμο στη χώρα του. Πέρασε, λοιπόν, και από την πόλη του ο στρατός και επιστράτευσε όλους τους νέους άντρες της πόλης. Δεν πήραν, φυσικά, τον γιο του, που είχε σπασμένα πόδια, κι έτσι δεν έλαβε μέρος στις άγριες μάχες που ακολούθησαν.
Ήρθαν πάλι οι συγχωριανοί και έλεγαν:
- Είσαι πολύ τυχερός, αφού οι γιοι όλων μας πάνε να σκοτωθούν στον πόλεμο, ενώ εσύ θα έχεις τον γιο σου πάντα κοντά σου.
Και ο γέροντας τούς απάντησε με τρυφερότητα:
- Εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε ποτέ αρκετά, για να κρίνουμε αν κάτι είναι ευλογία ή συμφορά. Ακόμη αδελφοί μου δεν το καταλάβατε: Μόνο Ο Θεός γνωρίζει το καλό και το κακό μας!!
Πρέπει λοιπόν να δείχνουμε απόλυτη εμπιστοσύνη Στον Θεό μας, όχι στα λόγια αλλά έμπρακτα! Υπάρχει άραγε περίπτωση αν αφεθούμε όπως ένα μικρό παιδί στο Θέλημά του, να νιώσουμε ποτέ θλίψη, άγχος, στενοχώρια;
Κάποτε ζούσε σ’ ένα χωριό κάποιος φτωχός γέροντας, ο οποίος είχε ένα όμορφο άλογο που τον βοηθούσε στις γεωργικές του ασχολίες και το οποίο ήταν τόσο όμορφο και δυνατό, ώστε ήταν γνωστό σε όλη τη γύρω περιοχή. Κάποια μέρα, ένας πρίγκιπας που εντυπωσιάστηκε από τη φήμη και το παρουσιαστικό του αλόγου, θέλησε να το αγοράσει, προσφέροντας στον γέροντα ένα υπέρογκο ποσό. Αυτός, όμως, αρνήθηκε να πουλήσει το αγαπημένο του άλογο, με το οποίο είχε δεθεί τόσα χρόνια, και επέστρεψε στο χωριό του.
- Μα καλά είσαι ανόητος; ρωτούσαν οι συγχωριανοί του. Πούλα το άλογο για το καλό σου, θα πιάσεις πολλά χρήματα και θα είσαι ευτυχισμένος!
- Ααα, εμένα το άλογο με βοηθά στην εργασία μου. Ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό; απαντούσε ο γέροντας, «Μόνο Ο Θεός το ξέρει!»
Οι μέρες περνούσαν και το άλογο παρέμενε αχώριστη συντροφιά του γέροντα. Ένα πρωΐ ξύπνησε και είδε ότι το άλογό του είχε φύγει.
Οι συγχωριανοί του μαζεύτηκαν για να του εκφράσουν τη λύπη τους:
- Τι μεγάλο κακό που σε βρήκε, τώρα ποιος θα σε βοηθά στις δουλειές σου; Ήσουν ανόητος που δεν πούλησες το άλογο. Τώρα δεν έχεις ούτε τα χρήματα, ούτε το άλογο.
Ο γέροντας με τη χαρακτηριστική ηρεμία του απαντούσε:
- Ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό; Μόνο Ο Θεός το ξέρει!
Οι χωριανοί απομακρύνονταν νομίζοντας ότι του γέρου του έχει σαλέψει.
Ύστερα από λίγες μέρες το άλογο επέστρεψε στη μάντρα του γέροντα, μαζί με μερικά άλλα πανέμορφα άγρια άλογα που είχε συναντήσει στο δάσος.
Μαζεύτηκαν ξανά οι συγχωριανοί και του έλεγαν:
- Τι τυχερός που είσαι! Σου έτυχε μεγάλο καλό, αφού τώρα έχεις περισσότερα άλογα να σε βοηθούν.
Ο γέροντας τους απάντησε:
- Ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό. Μόνο Ο Θεός το ξέρει! Πάντως, είμαι ευχαριστημένος που το άλογό μου γύρισε.
Οι συγχωριανοί του τον κοιτάζανε πάλι περιφρονητικά.
Μετά από λίγες μέρες, ο γιος του, καβαλικεύοντας ένα από τα άλογα, έπεσε κι έσπασε τα πόδια του, μένοντας ανήμπορος.
Μαζεύτηκαν πάλι οι χωριανοί λέγοντας:
- Τι κακό που σε βρήκε! Με τα άλογα που ήρθαν, έχασες τελικά το δεξί σου χέρι στις δουλειές - τον γιο σου - που υποφέρει τώρα από τους πόνους και ίσως υποφέρει για όλη του τη ζωή.
Ο γέρος απαντούσε πάλι:
- Ποιος ξέρει … μόνο Ο Θεός γνωρίζει τι είναι καλό και τι κακό!
Δεν πέρασε μια βδομάδα από αυτό το ατύχημα και μια γειτονική χώρα κήρυξε τον πόλεμο στη χώρα του. Πέρασε, λοιπόν, και από την πόλη του ο στρατός και επιστράτευσε όλους τους νέους άντρες της πόλης. Δεν πήραν, φυσικά, τον γιο του, που είχε σπασμένα πόδια, κι έτσι δεν έλαβε μέρος στις άγριες μάχες που ακολούθησαν.
Ήρθαν πάλι οι συγχωριανοί και έλεγαν:
- Είσαι πολύ τυχερός, αφού οι γιοι όλων μας πάνε να σκοτωθούν στον πόλεμο, ενώ εσύ θα έχεις τον γιο σου πάντα κοντά σου.
Και ο γέροντας τούς απάντησε με τρυφερότητα:
- Εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε ποτέ αρκετά, για να κρίνουμε αν κάτι είναι ευλογία ή συμφορά. Ακόμη αδελφοί μου δεν το καταλάβατε: Μόνο Ο Θεός γνωρίζει το καλό και το κακό μας!!
Πρέπει λοιπόν να δείχνουμε απόλυτη εμπιστοσύνη Στον Θεό μας, όχι στα λόγια αλλά έμπρακτα! Υπάρχει άραγε περίπτωση αν αφεθούμε όπως ένα μικρό παιδί στο Θέλημά του, να νιώσουμε ποτέ θλίψη, άγχος, στενοχώρια;
Το άλογο
Ζαχαρίας Παπαντωνίου – Το άλογο

Σαν σήμερα 1 Φεβρουαρίου 1940 το απόγευμα πέθανε από συγκοπή καρδιάς μέσα σε τραμ, πηγαίνοντας σε συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Λογοτέχνης,ποιητής,διηγηματογράφος,δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης και ακαδημαϊκός (δείτε στο τέλος του άρθρου τη βιογραφία του). Ας απολαύσουμε ένα δείγμα γραφής του με το διήγημα “το άλογο”
Ένα κάρρο ανέβαινε από τα σφαγεία. Μέσα έφερνε ένα βώδι σφαγμένο με τα πόδια στον ουρανό. Απάνω στο σφαχτό καθόταν ο καρροτσέρης, ένας άνθρωπος μελαχροινός με ψαρά γένεια και το παιδί του. Το κάρρο κυλιώταν αργά, νωθρά μέσα στη γαλήνη.
Ήταν Απρίλης, είχε πέσει το βράδυ κι΄άναβαν τα φώτα. Από το καμουτσίκι, ένα μαδημένο σκοινί, μπορούσε να καταλάβη κανείς πως ο καρροτσέρης αγαπούσε τ΄άλογο. Το καμουτσίκι έπεφτε στα καπούλια πολύ ελαφρά σαν παιγνίδι. Και σ΄ όλον τον ανήφορο από τα σφαγεία ίσα με την πόλη αυτό το άλογο δεν άκουσε βρισιά, μήτε προσταγή, παρά τη φωνή: «Έλα Κύρκο, άϊντε Κύρκο». Έτσι μ΄αυτό το χάδι ανέβαινε και σέρνοντας το κάρρο, ένα σφαχτό και δυό ανθρώπους.
-Που λες, είπεν ο γέρος καρροτσέρης και φτύνοντας καπνό, που λες, ο Κύρκος έχει φιλότιμο. Να τ΄ακούς εσύ, που κάποτε το χτυπάς. Δεν τα δέρνουν τα ζα. Το ζω είναι άνθρωπος. Και τέτοιο άλογο που το βρίσκεις; Σαν τούτο! Μας τρέφει όλους, που λες. Δίνει ψωμί εμένα, εσένα και της μάνας σου, των αδελφιών σου, του σπιτιού. Ένα ζω να θρέφη οκτώ ανθρώπους!… Θα πης εγώ δουλεύω. Αμ΄αυτό δουλεύει πρώτα κ΄ύστερα ΄γω. Γιατί αυτό είναι δουλευτής που δε βρίσκεται. Είν΄από τη Σερβία. Χρεωθήκαμε να το πάρουμε. Δεν τα ξέρεις εσύ.
Πέρασε κάμποση ώρα σιωπής.
Το παιδί έπαιζε με την ουρά του βωδιού. Ο γέρος έφτυνε τον καπνό λέγοντας πότε-πότε: Φτου φαρμάκι! Έπειτα ξανάρχισε:
-Που λες…. Πόσες αραμπαδιές έφερε ο Κύρκος απ΄τα νταμάρια… Κανένα άλογο δεν κουβάλησε τόση πέτρα, τόσο λιθάρι. Δώδεκα δραχμές την ημέρα. Μας έσωσε. Κι΄απ΄την Πεντέλη, πριν πάρουμε κάρρο δικό μας, είχε ζευτεί και τράβαγε μάρμαρο και κακό. Να μάρμαρο! Θεώρατο, για αγάλματα, που λες. Και να πης πως δεν ήτανε άγριο! Ήταν, όμως εγώ του μιλώ. «Κύρκο», να του πης, ακούει αυτός, γιατί το ζω καταλαβαίνει. Τα βάσανά μας, τη φτώχεια… όλα. Και πως εγώ είμαι άρρωστος, το ξέρει κι΄αυτό.
Το κάρρο πήγαινε βαρειά. Οι ρόδες βροντούσαν με το ρυθμό τους, εκείνο το ρυθμό που ξέρετε, που τον ακούτε κάποτε τη νύχτα, μόνον αυτόν, μέσα στην πόλη. Ξανάρχισε ο γέρος:
– Άκου. Αύριο τα΄άλογο και το κάρρο και τη δουλειά θα την πάρης εσύ. Εγώ δεν μπορώ. Ξέρεις που η μέση μου πονεί. Να, θα πέσω. Μούπε ο γιατρός να μη δουλεύω. Και τι να κάμης, έλα ντε. Ζήσε χωρίς δουλειά μια φαμίλια οχτώ στόματα. Έ! Που καταντήσαμε. Να κουβαλούμε απ΄τα σφαγεία δυόμισυ δραχμές την ημέρα. Τι να κάμης, πως ν΄ανεβής σε νταμάρι, άρρωστο κορμί; Κ΄η αδελφή σου κίτρινη σε κακό χάλι! Ναι. Η Βγενιώ την είδες πως είναι; Αυτά θέλουν γιατρούς, παράδες… – Είμαστε δυστυχισμένοι, άκου παιδί μου. Κύττα να δουλέψης. Μην το κάνης σαν το αφιλότιμο το μεγαλείτερο. Ο Θεός να τον παιδέψη αυτόν. Κύτταξε συ να πάρης τη δουλειά. Να πάρης τον Κύρκο να τον ξαναπάς στα νταμάρια, να βγάλουμε ψωμί. Να γιατρευτώ κι΄εγώ. Και η μάννα σου να μη ξενοπλένη, κι΄η Βγενιώ να κάνη χρώμα που βήχει το κορίτσι…. Βήχει τα΄ακούς; Να τον βγάλης εδώ τον ανήφορο! Έλα σιγά! Χάϊδευέ τον στο λαιμό. Άϊντε Κύρκο…
Το παιδί πήδησε κάτω, έπιασε τα΄άλογο κα τραβούσε. Ο γέρος έβλεπε με ανάπαυση τη λιγερή σκιά του παιδιού, το τολμηρό του χέρι που κρατούσε τα λουριά, έβλεπε τη συνέχειά του. Αυτό το παιδί θα γενή καλός καρροτσέρης. Ναι! Είναι τόσο δύσκολο να ιδή κανείς το παιδί του να μπαίνει στον ίσιο δρόμο, να παίρνη την πατρική δουλειά και να την σέρνει στο μέλλον, να την κάνη κάτι αιώνιο, σαν νάναι ο ίδιος ο γέρος ξαναγεννημένος!
Πέρασαν εμπρός από κάποιο εικόνισμα του δρόμου. Ο γέρος έβγαλε την ψάθα του και σταυροκοπήθηκε μέσα στο σκοτάδι. Ήταν άρρωστος, σακατεμένος, όμως δε σταυροκοπήθηκε για τον εαυτό του. Είπε: «Θέ μου, κάμε να μη βήχη το κορίτσι η Βγενιώ. Κάμε τούτο το παιδί να πάρη στα χέρια του το κάρρο με τον Κύρκο. Και για μένα, ό,τι πεις».
Έπειτα συλλογίστηκε το σπίτι του, ένα άθλιο χάλασμα στους Αέρηδες και μέσα τα παιδιά του που φώναζαν, η γυναίκα του επάνω σε μια σκάφη, το κορίτσι του σ΄ένα κρεββάτι μ΄εκείνο το βήχα, που δεν μπορείς να τον ακούς, κι΄ο γιατρός νάρχεται να λέη «φάρμακα, αέρας, λουτρά», όλα τα πράμματα που δεν γίνονται. Τα συλλογίστηκε όλα.

Τα άλογα πρωτοεμφανίστηκαν στη Βόρεια Αμερική περίπου πέντε εκατομμύρια χρόνια πριν. Εξαφανίστηκαν και επανεμφανίστηκαν ως κατοικίδια πια το 1519.
Το κάρρο είχε προχωρήσει πολύ μέσα στη πόλη, όταν άκουσε μια φωνή:
-Άλτ!
Η φωνή ερχόταν από μακρυά και δεν κατάλαβε πως ήταν γι αυτόν. Όμως το «Άλτ»! ξανακούστηκε. Το κάρρο σταμάτησε. Τρεις στρατιώτες του πυροβολικού κι΄ένας δεκανέας με τα όπλα στον ώμο, πλησίασαν.
-Έλα, κατέβα κάτω, είπε ο δεκανέας.
-Σ΄εμένα το λες;
-Άειντε, γειά σου, κατέβα να μη χάνουμε καιρό.
-Και γιατί;
-Κουβέντα θέλεις, πατριώτη; Το κάρρο θα το πάμε στον στρατώνα. Επιστρατεία έχομε. Τώρα το μαθαίνεις;
-Επιστρατεία…
-Ναι, γειά σου. Αναγκαστική εισφορά. Πιάστε από κει να ξεφορτώσουμε…Άειντε γειά σου. Τι έχεις μέσα…
-Κοτζάμ βώδι!
-Να το ρίξης κάτω.
-Έτσι μες στο δρόμο; Για στάσου, βρέ παιδί, τ΄είναι τούτα; Θα το πάω στην αγορά. Έχω δουλειά, έχω μεροκάματο.
-Το μεροκάματο κυττάς, καημένε, ή που φεύγει απόψε το σύνταγμα; χωρατεύεις;
-Για εξήγα μου, χριστιανέ μου… Για πές… πως παίρνεις έτσι τα΄άλογο τ΄αλλουνού, απ΄το δρόμο… Έτσι το λέει ο νόμος.!
-Τώρα θα σου ξηγήσω και το νόμο; Εμπρός βοηθάτε από δω. Σύντομα.
Είπεν ο δεκανέας κι΄οι στρατιώτες ανέβηκαν στις ρόδες. Πιάνοντας κι΄οι τρεις έσυραν το βώδι προς τα έξω. Το μαύρο σφαχτό έπεσε με βρόντο βαρύ κάτω στο πεζοδρόμιο.
– Έλα μάρς! Είπεν ο δεκανέας. Κόπιασε κοντά, πατριώτη.
– Που κοντά;
– Στον στρατώνα να πάρης τον αριθμό σου. Κι΄ύστερ΄απ΄τον πόλεμο, αν γίνη πόλεμος, ύστερ΄απ΄την επιστρατεία τέλος πάντων, νάρθης να πάρης τ΄άλογό σου και το κάρρο, ή να πληρωθής απ΄το δημόσιο αν σκοτωθή το ζω.
Ο γέρος γύρισε και κύτταξε το βώδι πούταν πεσμένο στο δρόμο. Είπε στο παιδί του: «Κάτσε αυτού ως που ναρθώ».Το παιδί έπεσε απάνω στο βώδι και ξεκουραζόταν. Ο γέρος ακολουθούσε το κάρρο. Δεν έλεγε τίποτα. Ένας στρατιώτης εκεί που πήγαιναν χωρίς καμμιά κουβέντα, γύρισε και τούπε: -Άμ ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, πατριώτη, θα το δώσουμε για την πατρίδα.
Ο γέρος μετά κάμποση ώρα του απήντησε:
-Ποιος λέει όχι. Για την πατρίδα είν΄όλα. Μα ο Θεός δίνει σε κάποιους, βλέπεις, έξη παιδιά. Κ΄ετούτη η δόλια καρδιά που έχουμε, σάμπως μπορείς να την κάμης όποτε θέλεις πέτρα στο νταμάρι; Για να μην ακούη; Πάντα καρδιά είναι.
-Καραβάσης! Εφώναξε ο δεκανέας στον στρατιώτη πούσερνε το άλογο. Τράβα γρήγορα.
Φτάσανε στον στρατώνα κι΄έμπασαν το κάρρο στην αυλή φωνάζοντας «έ! ώ! ‘ιπ!». Το σύνταγμα ετοιμαζόταν. Θάφευγε τα μεσάνυχτα. Ο γέρος στάθηκε κι άκουγε το θόρυβο της αυλής. Οι έφεδροι χόρευαν, πηδούσαν, τάραζαν τον κόσμο από τις φωνές. Τα τραγούδια, τα λιανοτράγουδα, τα λησμονημένα, τα παληά, ηχούσαν τόσο χαρωπά, σε τόνο που ποτέ δεν τους έδωκε το κρασί, ποτέ τα πανηγύρια. Τούτο το μεθύσι και ο χάρος κεραστής, πρώτη φορά τώβλεπεν ο γέρος. Έβλεπε του χορού τους τρελλούς γύρους, το χορευτή πούτρεμε το κορμί του στον αέρα, το πηλήκιο που σφενδονιζότανε ψηλά. Ανάμεσα στο τραγούδι, χίλιοι θόρυβοι, της καινούργιας αρβύλας το βιαστικό πάτημα, η προσταγή, το κάρφωμα κασσονιών, το φόρτωμα, πετάλων χτυπήματα στη γη, προσταγές ωργισμένες, τρεξίματα άφηναν ν΄ακούγεται το μεγάλο λαχάνιασμα της επιστρατείας. Πολίτες έμπαιναν μέσα ψάχνοντας για δικούς των, φωνάζοντας ονόματα στο σωρό. Και διαβάτες και χαμίνια. Και φούστες μεταξένιες έκαναν θόρυβο, ακολουθώντας κάποιο παιδί, έφεδρο, που πήγαινε να φορέση το σάκκο, πλέοντας μέσα στην πλατειά στολή. Κάποιοι κρατούσαν εκεί στην άκρη μια σημαία. Ένας παππάς από κάτω, φορώντας φυσεκλίκια σταυρωτά στο στήθος, μιλούσε στους άλλους για την ελευθερία και το Χριστό. Ένας έφεδρος στο φανάρι διάβαζεν εφημερίδα. Κι΄άλλος έγραφε στο γόνα με το μολύβι. Το τραγούδι χυνόταν δυνατό από στόματα που γελούσαν.
Μέσα στο σάλαγο σκιές, δυό-δυό, γλιστρούσαν κοντά στο τοίχο, στο σκοτάδι, χέρια έπεφταν απάνω σε ώμους, απελπισμένα. Τα λόγια γίνονταν συντρίμματα μέσα στα δάκρυα, κι΄ένοιωθες τους μεγάλους χωρισμούς, που έχουν τη σιωπή και την επισημότητα του τέλος του θανάτου. Χέρια ζαρωμένα έσφιγγαν τα ζωντανά κορμιά των εφέδρων μ΄όση δύναμη αγκαλιάζει κανείς μια ενθύμηση, ένα σημάδι, μια σκιά, κάτι που έπαυσε ποια να υπάρχη. Τα δάκρυα έτρεχαν και τα μαντήλια έπιναν. Άκουγες ένα φιλί, μια καρδιά που χτυπούσε στο σκοτάδι.
Ο γέρος ήταν μόνος σ΄αυτό το πανηγύρι. Κανένα δεν ήξερε και δεν τον ήξερε κανένας. Όμως προχώρησε στο βάθος εκεί που ήταν αραδιασμένα κάμποσα κάρρα και το δικό του μαζί. Ο Κύρκος σήκωσε το κεφάλι προς αυτόν και φύσηξε με τα πλατιά του ρουθούνια. Ο γέρος άπλωσε τα χέρια και τον έπιασε απ΄το λαιμό.
Κι΄εκεί στη γωνιά παράμερα, ένας άνθρωπος μιλούσε μ΄ένα άλογο.
-Δε θα σε ξαναϊδώ… ‘Ε, δουλευτή… Έ, παλληκάρι… Και στο σπίτι δεν ξέρουν τίποτα. Μήτε η κυρά σου. Μήτε η Βγενιώ, κατάλαβες. Μια φαμίλια σε χάνει… Ήμουν άρρωστος, βρε Κύρκο, μα τώρα είμαι πεθαμένος. Πας στο καλό. Κι΄ό,τι θα σ΄έδινα στο γιό μου, κατάλαβες… Στα νταμάρια ν΄ανεβής…Να κατεβάσης αραμπαδιές. Δουλευτή, έ δουλευτή… Θα σε πάρουνε… Και ποιός ξέρει που θα πεθάνης… και πως…στρατιώτης … Κύρκο… βρε… έ, Κύρκο, που μας αφίνεις!
Ένας στρατιώτης πλησιάζει ψάχνοντας στο σκοτάδι:
-Άειντε, καϋμένε γέρο! Τη δουλειά σου θάχωμε; Άειντε να πάρης τον αριθμό.
Ο γέρος μπήκε σ΄ένα γραφείο, πήρε κάποιο χαρτί, το έβαλε στον κόρφο. Έπειτα βρέθηκε στο δρόμο. Πήγαινε αργά, νωχελικά με το κεφάλι κάτου προς το μέρος που άφησε το σφαχτό με το παιδί.
Πολλοί γύριζαν απ΄το στρατώνα, μοναχοί, μα μέσα σ΄αυτούς ο καρροτσέρης ο πεζός, ο γέρος, ήταν ο πιο μοναχός.
Ζαχαρίας Παπαντωνίου – Το άλογο

Ένα κάρρο ανέβαινε από τα σφαγεία. Μέσα έφερνε ένα βώδι σφαγμένο με τα πόδια στον ουρανό. Απάνω στο σφαχτό καθόταν ο καρροτσέρης, ένας άνθρωπος μελαχροινός με ψαρά γένεια και το παιδί του. Το κάρρο κυλιώταν αργά, νωθρά μέσα στη γαλήνη.
Ήταν Απρίλης, είχε πέσει το βράδυ κι΄άναβαν τα φώτα. Από το καμουτσίκι, ένα μαδημένο σκοινί, μπορούσε να καταλάβη κανείς πως ο καρροτσέρης αγαπούσε τ΄άλογο. Το καμουτσίκι έπεφτε στα καπούλια πολύ ελαφρά σαν παιγνίδι. Και σ΄ όλον τον ανήφορο από τα σφαγεία ίσα με την πόλη αυτό το άλογο δεν άκουσε βρισιά, μήτε προσταγή, παρά τη φωνή: «Έλα Κύρκο, άϊντε Κύρκο». Έτσι μ΄αυτό το χάδι ανέβαινε και σέρνοντας το κάρρο, ένα σφαχτό και δυό ανθρώπους.
-Που λες, είπεν ο γέρος καρροτσέρης και φτύνοντας καπνό, που λες, ο Κύρκος έχει φιλότιμο. Να τ΄ακούς εσύ, που κάποτε το χτυπάς. Δεν τα δέρνουν τα ζα. Το ζω είναι άνθρωπος. Και τέτοιο άλογο που το βρίσκεις; Σαν τούτο! Μας τρέφει όλους, που λες. Δίνει ψωμί εμένα, εσένα και της μάνας σου, των αδελφιών σου, του σπιτιού. Ένα ζω να θρέφη οκτώ ανθρώπους!… Θα πης εγώ δουλεύω. Αμ΄αυτό δουλεύει πρώτα κ΄ύστερα ΄γω. Γιατί αυτό είναι δουλευτής που δε βρίσκεται. Είν΄από τη Σερβία. Χρεωθήκαμε να το πάρουμε. Δεν τα ξέρεις εσύ.
Πέρασε κάμποση ώρα σιωπής.
Το παιδί έπαιζε με την ουρά του βωδιού. Ο γέρος έφτυνε τον καπνό λέγοντας πότε-πότε: Φτου φαρμάκι! Έπειτα ξανάρχισε:
-Που λες…. Πόσες αραμπαδιές έφερε ο Κύρκος απ΄τα νταμάρια… Κανένα άλογο δεν κουβάλησε τόση πέτρα, τόσο λιθάρι. Δώδεκα δραχμές την ημέρα. Μας έσωσε. Κι΄απ΄την Πεντέλη, πριν πάρουμε κάρρο δικό μας, είχε ζευτεί και τράβαγε μάρμαρο και κακό. Να μάρμαρο! Θεώρατο, για αγάλματα, που λες. Και να πης πως δεν ήτανε άγριο! Ήταν, όμως εγώ του μιλώ. «Κύρκο», να του πης, ακούει αυτός, γιατί το ζω καταλαβαίνει. Τα βάσανά μας, τη φτώχεια… όλα. Και πως εγώ είμαι άρρωστος, το ξέρει κι΄αυτό.
Το κάρρο πήγαινε βαρειά. Οι ρόδες βροντούσαν με το ρυθμό τους, εκείνο το ρυθμό που ξέρετε, που τον ακούτε κάποτε τη νύχτα, μόνον αυτόν, μέσα στην πόλη. Ξανάρχισε ο γέρος:
– Άκου. Αύριο τα΄άλογο και το κάρρο και τη δουλειά θα την πάρης εσύ. Εγώ δεν μπορώ. Ξέρεις που η μέση μου πονεί. Να, θα πέσω. Μούπε ο γιατρός να μη δουλεύω. Και τι να κάμης, έλα ντε. Ζήσε χωρίς δουλειά μια φαμίλια οχτώ στόματα. Έ! Που καταντήσαμε. Να κουβαλούμε απ΄τα σφαγεία δυόμισυ δραχμές την ημέρα. Τι να κάμης, πως ν΄ανεβής σε νταμάρι, άρρωστο κορμί; Κ΄η αδελφή σου κίτρινη σε κακό χάλι! Ναι. Η Βγενιώ την είδες πως είναι; Αυτά θέλουν γιατρούς, παράδες… – Είμαστε δυστυχισμένοι, άκου παιδί μου. Κύττα να δουλέψης. Μην το κάνης σαν το αφιλότιμο το μεγαλείτερο. Ο Θεός να τον παιδέψη αυτόν. Κύτταξε συ να πάρης τη δουλειά. Να πάρης τον Κύρκο να τον ξαναπάς στα νταμάρια, να βγάλουμε ψωμί. Να γιατρευτώ κι΄εγώ. Και η μάννα σου να μη ξενοπλένη, κι΄η Βγενιώ να κάνη χρώμα που βήχει το κορίτσι…. Βήχει τα΄ακούς; Να τον βγάλης εδώ τον ανήφορο! Έλα σιγά! Χάϊδευέ τον στο λαιμό. Άϊντε Κύρκο…
Το παιδί πήδησε κάτω, έπιασε τα΄άλογο κα τραβούσε. Ο γέρος έβλεπε με ανάπαυση τη λιγερή σκιά του παιδιού, το τολμηρό του χέρι που κρατούσε τα λουριά, έβλεπε τη συνέχειά του. Αυτό το παιδί θα γενή καλός καρροτσέρης. Ναι! Είναι τόσο δύσκολο να ιδή κανείς το παιδί του να μπαίνει στον ίσιο δρόμο, να παίρνη την πατρική δουλειά και να την σέρνει στο μέλλον, να την κάνη κάτι αιώνιο, σαν νάναι ο ίδιος ο γέρος ξαναγεννημένος!
Πέρασαν εμπρός από κάποιο εικόνισμα του δρόμου. Ο γέρος έβγαλε την ψάθα του και σταυροκοπήθηκε μέσα στο σκοτάδι. Ήταν άρρωστος, σακατεμένος, όμως δε σταυροκοπήθηκε για τον εαυτό του. Είπε: «Θέ μου, κάμε να μη βήχη το κορίτσι η Βγενιώ. Κάμε τούτο το παιδί να πάρη στα χέρια του το κάρρο με τον Κύρκο. Και για μένα, ό,τι πεις».
Έπειτα συλλογίστηκε το σπίτι του, ένα άθλιο χάλασμα στους Αέρηδες και μέσα τα παιδιά του που φώναζαν, η γυναίκα του επάνω σε μια σκάφη, το κορίτσι του σ΄ένα κρεββάτι μ΄εκείνο το βήχα, που δεν μπορείς να τον ακούς, κι΄ο γιατρός νάρχεται να λέη «φάρμακα, αέρας, λουτρά», όλα τα πράμματα που δεν γίνονται. Τα συλλογίστηκε όλα.

Τα άλογα πρωτοεμφανίστηκαν στη Βόρεια Αμερική περίπου πέντε εκατομμύρια χρόνια πριν. Εξαφανίστηκαν και επανεμφανίστηκαν ως κατοικίδια πια το 1519.
Το κάρρο είχε προχωρήσει πολύ μέσα στη πόλη, όταν άκουσε μια φωνή:
-Άλτ!
Η φωνή ερχόταν από μακρυά και δεν κατάλαβε πως ήταν γι αυτόν. Όμως το «Άλτ»! ξανακούστηκε. Το κάρρο σταμάτησε. Τρεις στρατιώτες του πυροβολικού κι΄ένας δεκανέας με τα όπλα στον ώμο, πλησίασαν.
-Έλα, κατέβα κάτω, είπε ο δεκανέας.
-Σ΄εμένα το λες;
-Άειντε, γειά σου, κατέβα να μη χάνουμε καιρό.
-Και γιατί;
-Κουβέντα θέλεις, πατριώτη; Το κάρρο θα το πάμε στον στρατώνα. Επιστρατεία έχομε. Τώρα το μαθαίνεις;
-Επιστρατεία…
-Ναι, γειά σου. Αναγκαστική εισφορά. Πιάστε από κει να ξεφορτώσουμε…Άειντε γειά σου. Τι έχεις μέσα…
-Κοτζάμ βώδι!
-Να το ρίξης κάτω.
-Έτσι μες στο δρόμο; Για στάσου, βρέ παιδί, τ΄είναι τούτα; Θα το πάω στην αγορά. Έχω δουλειά, έχω μεροκάματο.
-Το μεροκάματο κυττάς, καημένε, ή που φεύγει απόψε το σύνταγμα; χωρατεύεις;
-Για εξήγα μου, χριστιανέ μου… Για πές… πως παίρνεις έτσι τα΄άλογο τ΄αλλουνού, απ΄το δρόμο… Έτσι το λέει ο νόμος.!
-Τώρα θα σου ξηγήσω και το νόμο; Εμπρός βοηθάτε από δω. Σύντομα.
Είπεν ο δεκανέας κι΄οι στρατιώτες ανέβηκαν στις ρόδες. Πιάνοντας κι΄οι τρεις έσυραν το βώδι προς τα έξω. Το μαύρο σφαχτό έπεσε με βρόντο βαρύ κάτω στο πεζοδρόμιο.
– Έλα μάρς! Είπεν ο δεκανέας. Κόπιασε κοντά, πατριώτη.
– Που κοντά;
– Στον στρατώνα να πάρης τον αριθμό σου. Κι΄ύστερ΄απ΄τον πόλεμο, αν γίνη πόλεμος, ύστερ΄απ΄την επιστρατεία τέλος πάντων, νάρθης να πάρης τ΄άλογό σου και το κάρρο, ή να πληρωθής απ΄το δημόσιο αν σκοτωθή το ζω.
Ο γέρος γύρισε και κύτταξε το βώδι πούταν πεσμένο στο δρόμο. Είπε στο παιδί του: «Κάτσε αυτού ως που ναρθώ».Το παιδί έπεσε απάνω στο βώδι και ξεκουραζόταν. Ο γέρος ακολουθούσε το κάρρο. Δεν έλεγε τίποτα. Ένας στρατιώτης εκεί που πήγαιναν χωρίς καμμιά κουβέντα, γύρισε και τούπε: -Άμ ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, πατριώτη, θα το δώσουμε για την πατρίδα.
Ο γέρος μετά κάμποση ώρα του απήντησε:
-Ποιος λέει όχι. Για την πατρίδα είν΄όλα. Μα ο Θεός δίνει σε κάποιους, βλέπεις, έξη παιδιά. Κ΄ετούτη η δόλια καρδιά που έχουμε, σάμπως μπορείς να την κάμης όποτε θέλεις πέτρα στο νταμάρι; Για να μην ακούη; Πάντα καρδιά είναι.
-Καραβάσης! Εφώναξε ο δεκανέας στον στρατιώτη πούσερνε το άλογο. Τράβα γρήγορα.
Φτάσανε στον στρατώνα κι΄έμπασαν το κάρρο στην αυλή φωνάζοντας «έ! ώ! ‘ιπ!». Το σύνταγμα ετοιμαζόταν. Θάφευγε τα μεσάνυχτα. Ο γέρος στάθηκε κι άκουγε το θόρυβο της αυλής. Οι έφεδροι χόρευαν, πηδούσαν, τάραζαν τον κόσμο από τις φωνές. Τα τραγούδια, τα λιανοτράγουδα, τα λησμονημένα, τα παληά, ηχούσαν τόσο χαρωπά, σε τόνο που ποτέ δεν τους έδωκε το κρασί, ποτέ τα πανηγύρια. Τούτο το μεθύσι και ο χάρος κεραστής, πρώτη φορά τώβλεπεν ο γέρος. Έβλεπε του χορού τους τρελλούς γύρους, το χορευτή πούτρεμε το κορμί του στον αέρα, το πηλήκιο που σφενδονιζότανε ψηλά. Ανάμεσα στο τραγούδι, χίλιοι θόρυβοι, της καινούργιας αρβύλας το βιαστικό πάτημα, η προσταγή, το κάρφωμα κασσονιών, το φόρτωμα, πετάλων χτυπήματα στη γη, προσταγές ωργισμένες, τρεξίματα άφηναν ν΄ακούγεται το μεγάλο λαχάνιασμα της επιστρατείας. Πολίτες έμπαιναν μέσα ψάχνοντας για δικούς των, φωνάζοντας ονόματα στο σωρό. Και διαβάτες και χαμίνια. Και φούστες μεταξένιες έκαναν θόρυβο, ακολουθώντας κάποιο παιδί, έφεδρο, που πήγαινε να φορέση το σάκκο, πλέοντας μέσα στην πλατειά στολή. Κάποιοι κρατούσαν εκεί στην άκρη μια σημαία. Ένας παππάς από κάτω, φορώντας φυσεκλίκια σταυρωτά στο στήθος, μιλούσε στους άλλους για την ελευθερία και το Χριστό. Ένας έφεδρος στο φανάρι διάβαζεν εφημερίδα. Κι΄άλλος έγραφε στο γόνα με το μολύβι. Το τραγούδι χυνόταν δυνατό από στόματα που γελούσαν.
Μέσα στο σάλαγο σκιές, δυό-δυό, γλιστρούσαν κοντά στο τοίχο, στο σκοτάδι, χέρια έπεφταν απάνω σε ώμους, απελπισμένα. Τα λόγια γίνονταν συντρίμματα μέσα στα δάκρυα, κι΄ένοιωθες τους μεγάλους χωρισμούς, που έχουν τη σιωπή και την επισημότητα του τέλος του θανάτου. Χέρια ζαρωμένα έσφιγγαν τα ζωντανά κορμιά των εφέδρων μ΄όση δύναμη αγκαλιάζει κανείς μια ενθύμηση, ένα σημάδι, μια σκιά, κάτι που έπαυσε ποια να υπάρχη. Τα δάκρυα έτρεχαν και τα μαντήλια έπιναν. Άκουγες ένα φιλί, μια καρδιά που χτυπούσε στο σκοτάδι.
Ο γέρος ήταν μόνος σ΄αυτό το πανηγύρι. Κανένα δεν ήξερε και δεν τον ήξερε κανένας. Όμως προχώρησε στο βάθος εκεί που ήταν αραδιασμένα κάμποσα κάρρα και το δικό του μαζί. Ο Κύρκος σήκωσε το κεφάλι προς αυτόν και φύσηξε με τα πλατιά του ρουθούνια. Ο γέρος άπλωσε τα χέρια και τον έπιασε απ΄το λαιμό.
Κι΄εκεί στη γωνιά παράμερα, ένας άνθρωπος μιλούσε μ΄ένα άλογο.
-Δε θα σε ξαναϊδώ… ‘Ε, δουλευτή… Έ, παλληκάρι… Και στο σπίτι δεν ξέρουν τίποτα. Μήτε η κυρά σου. Μήτε η Βγενιώ, κατάλαβες. Μια φαμίλια σε χάνει… Ήμουν άρρωστος, βρε Κύρκο, μα τώρα είμαι πεθαμένος. Πας στο καλό. Κι΄ό,τι θα σ΄έδινα στο γιό μου, κατάλαβες… Στα νταμάρια ν΄ανεβής…Να κατεβάσης αραμπαδιές. Δουλευτή, έ δουλευτή… Θα σε πάρουνε… Και ποιός ξέρει που θα πεθάνης… και πως…στρατιώτης … Κύρκο… βρε… έ, Κύρκο, που μας αφίνεις!
Ένας στρατιώτης πλησιάζει ψάχνοντας στο σκοτάδι:
-Άειντε, καϋμένε γέρο! Τη δουλειά σου θάχωμε; Άειντε να πάρης τον αριθμό.
Ο γέρος μπήκε σ΄ένα γραφείο, πήρε κάποιο χαρτί, το έβαλε στον κόρφο. Έπειτα βρέθηκε στο δρόμο. Πήγαινε αργά, νωχελικά με το κεφάλι κάτου προς το μέρος που άφησε το σφαχτό με το παιδί.
Πολλοί γύριζαν απ΄το στρατώνα, μοναχοί, μα μέσα σ΄αυτούς ο καρροτσέρης ο πεζός, ο γέρος, ήταν ο πιο μοναχός.
Ζαχαρίας Παπαντωνίου – Το άλογο

Βιογραφία
Γεννήθηκε στη Γρανίτσα Ευρυτανίας τον Φεβρουάριο του 1877 και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Γρανίτσα, όπου υπηρετούσε ως δάσκαλος ο πατέρας του. Το 1890 έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Τελείωσε το γυμνάσιο και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, την οποία δεν τελείωσε ποτέ. Παράλληλα σπουδάζει ζωγραφική. Αφοσιώθηκε από νωρίς στη δημοσιογραφία (που ήταν το μεγάλο του πάθος), ως πολιτικός αρθρογράφος, χρονογράφος και συγγραφέας τεχνοκριτικών άρθρων. “Ακρόπολις”, “Εφημερίδα των Συζητήσεων”, “Σκριπ”, “Χρόνος”, “Εμπρός” ως ανταποκριτής της στο Παρίσι για τρία χρόνια στην οποία και δημοσίευσε τα Παρισινά Γράμματα τα οποία έκαναν μεγάλη εντύπωση όταν κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατο του σε τόμο ως Φιλολογικά Χρονογραφήματα. “Παναθήναια”, “Νουμάς”, “Καλλιτέχνης”, “Νέα Ζωή”, “Νέα Εστία”, “Ελεύθερο Βήμα” κλπ., είναι τα έντυπα που φιλοξένησαν γραπτά του. Αφοσιώθηκε από νωρίς στη δημοσιογραφία (που ήταν το μεγάλο του πάθος), ως πολιτικός αρθρογράφος, χρονογράφος και συγγραφέας τεχνοκριτικών άρθρων.
Το 1912 έως το 1917 γίνεται Νομάρχης στη Ζάκυνθο, στην Καλαμάτα και άλλες πόλεις από την κυβέρνηση Βενιζέλου και το 1919 διορίζεται διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, όπου παρέμεινε 20 χρόνια. Το 1923 έλαβε το Αριστείον των Γραμμάτων και Τεχνών και το 1938 έγινε ακαδημαϊκός στην έδρα της Λογοτεχνίας, οπότε και εκφώνησε τον εισιτήριο λόγο του για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο στη δημοτική γλώσσα.
Τον χαρακτήρισαν “πρίγκιπα του νεοελληνικού λόγου”, ενώ αποτύπωσε στο χαρτί την ελληνική επαρχία, με έμφαση στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Υπηρέτησε όλα τα είδη του λόγου. Ιδιαίτερη ήταν η επίδοση του στο δοκίμιο και την
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αντικλείδι , https://antikleidi.com
Γεννήθηκε στη Γρανίτσα Ευρυτανίας τον Φεβρουάριο του 1877 και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Γρανίτσα, όπου υπηρετούσε ως δάσκαλος ο πατέρας του. Το 1890 έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Τελείωσε το γυμνάσιο και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, την οποία δεν τελείωσε ποτέ. Παράλληλα σπουδάζει ζωγραφική. Αφοσιώθηκε από νωρίς στη δημοσιογραφία (που ήταν το μεγάλο του πάθος), ως πολιτικός αρθρογράφος, χρονογράφος και συγγραφέας τεχνοκριτικών άρθρων. “Ακρόπολις”, “Εφημερίδα των Συζητήσεων”, “Σκριπ”, “Χρόνος”, “Εμπρός” ως ανταποκριτής της στο Παρίσι για τρία χρόνια στην οποία και δημοσίευσε τα Παρισινά Γράμματα τα οποία έκαναν μεγάλη εντύπωση όταν κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατο του σε τόμο ως Φιλολογικά Χρονογραφήματα. “Παναθήναια”, “Νουμάς”, “Καλλιτέχνης”, “Νέα Ζωή”, “Νέα Εστία”, “Ελεύθερο Βήμα” κλπ., είναι τα έντυπα που φιλοξένησαν γραπτά του. Αφοσιώθηκε από νωρίς στη δημοσιογραφία (που ήταν το μεγάλο του πάθος), ως πολιτικός αρθρογράφος, χρονογράφος και συγγραφέας τεχνοκριτικών άρθρων.
Το 1912 έως το 1917 γίνεται Νομάρχης στη Ζάκυνθο, στην Καλαμάτα και άλλες πόλεις από την κυβέρνηση Βενιζέλου και το 1919 διορίζεται διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, όπου παρέμεινε 20 χρόνια. Το 1923 έλαβε το Αριστείον των Γραμμάτων και Τεχνών και το 1938 έγινε ακαδημαϊκός στην έδρα της Λογοτεχνίας, οπότε και εκφώνησε τον εισιτήριο λόγο του για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο στη δημοτική γλώσσα.
Τον χαρακτήρισαν “πρίγκιπα του νεοελληνικού λόγου”, ενώ αποτύπωσε στο χαρτί την ελληνική επαρχία, με έμφαση στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Υπηρέτησε όλα τα είδη του λόγου. Ιδιαίτερη ήταν η επίδοση του στο δοκίμιο και την
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αντικλείδι , https://antikleidi.com
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)