«Η μαμά μου είχε πολλά προβλήματα. Δεν κοιμόταν και ένιωθε εξαντλημένη. Ήταν ευέξαπτη, γκρινιάρα και πικρόχολη. Ήταν πάντα άρρωστη, μέχρι που μια μέρα, ξαφνικά, άλλαξε.
Η κατάσταση ήταν η ίδια, αλλά ήταν με καποιον τροπο διαφορετική.
Κάποια μέρα, ο μπαμπάς μου είπε:
Αγάπη μου, ψάχνω για δουλειά εδώ και τρεις μήνες και δεν έχω βρει τίποτα, θα πιω λίγη μπύρα με φίλους.
Η μαμά μου απάντησε: - Εντάξει.
Ο αδερφός μου είπε: - Μαμά, εχω πολυ κακους βαθμους στο κολλεγιο...
Η μαμά μου απάντησε: - Εντάξει, θα γυρίσεις πίσω, και αν δεν τα καταφερεις, τότε επανέλαβε το εξάμηνο, αλλά θα το πληρώσεις εσυ...
Η αδερφή μου είπε: - Μαμά, χτύπησα το αμάξι.
Η μαμά μου απάντησε: - Εντάξει, κόρη μου, πήγαινέ το στο συνεργείο, ψάξε για το πώς να το πληρώσεις και μέχρι να το φτιάξουν, πήγαινε με λεωφορείο ή μετρό.
Η νύφη της είπε: - Πεθερά, ήρθα να περάσω μερικούς μήνες μαζί σου.
Η μαμά μου απάντησε: - Εντάξει, κάτσε στον καναπέ στο σαλόνι και βρες μερικές κουβέρτες στην ντουλάπα.
Όλοι στο σπίτι της μαμάς μου ανησυχούν με αυτές τις αντιδράσεις της. Δεν ηταν ετσι η μαμα μου.... γινόταν χαλί για όλους...
Σκέφτομαι οτι θα πήγε στο γιατρό και θα της εγραψε 1000 mg σε χάπια. Φοβηθηκαμε οτι μπορει να κινδυνευει απο εθισμο στα χαπια... Αλλά όταν μαζευτήκαμε όλοι γύρω της και η μαμά μου μας εξήγησε ήταν για όλους μας μεγάλη η έκπληξη:
" μου πήρε πολύ καιρό να συνειδητοποιήσω ότι κάθε άτομο ευθύνεται για τη ζωή του, μου πήρε χρόνια να ανακαλύψω ότι η αγωνία μου, η ταπείνωση μου, η κατάθλιψη μου, το θάρρος μου, η αϋπνία μου και το άγχος μου, δεν έλυσε τα προβλήματά σας αλλά αντιθετα επιδεινωθηκαν τα δικά μου - Ναι!! Δεν είμαι υπεύθυνη για τις ενέργειες των άλλων, αλλά είμαι υπεύθυνη για τις αντιδράσεις που εκφράζω, σε αυτές!
Ως εκ τούτου, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το καθήκον μου προς τον εαυτό μου είναι να παραμείνω ήρεμη και να αφήσω όλους να επιλύσουν αυτό που συμβαίνει στον εαυτό τους.
Έχω κάνει γιόγκα, διαλογισμό, ανθρώπινη ανάπτυξη και ψυχοθεραπεία, νευροανάδραση και πολλά άλλα, και σε όλες τις μεθόδους βρήκα έναν κοινό παρονομαστή: Τελικά όλοι οι δρόμοι οδηγούν σε ένα κοινό σημείο... Ότι μόνο μπορω να αλλάξω πραγματα στον εαυτό μου, και εσεις έχετε όλα τα απαραίτητα μέσα για να λύσετε τα δικά σας θέματα!!!
Θα είμαι σε θέση να σας δώσω τη συμβουλή μου μόνο αν με ρωτήσετε και, από εσάς εξαρτάται από το αν θα το κάνετε ή όχι!!!
Έτσι, από τώρα και στο εξής, θα πάψω να είμαι: Η υποδοχή των ευθυνών σας , ο σάκος της ενοχής σας, η πλύστρα των τύψεων σας, ο συνήγορος των λαθών σας, η κατάθεση των καθηκόντων σας, ή αυτη που λύνει τα προβλήματά σας ή το ... «εφεδρικό σας λάστιχο» η ρεζερβα για να εκπληρώσετε τις ευθύνες σας...!!! ΑΠΟ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΞΗΣ ΣΑΣ ΑΝΑΚΗΡΡΥΣΩ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥΣ ΕΝΗΛΙΚΕΣ!!!
Όλοι στο σπίτι της μαμάς μου έμειναν σαν χαζοί με το στόμα ανοιχτό....
Από εκείνη τη μέρα η οικογένεια άρχισε να δουλεύει καλύτερα, γιατί όλοι στο σπίτι ξέρουν ακριβώς τι πρέπει να κάνουν.»
Συγγραφέας: Μια ευτυχισμένη γυναίκα!!! (απο ποστ κοινοποιημένο σε ισπανικο ιδιωτικο προφιλ)
Ένας ερημίτης προσευχόταν πολύ σκληρά και επίμονα, ζητώντας να συναντηθεί με τον Θεό. Επιτέλους κατάφερε να κλείσει ένα ραντεβού μαζί του. «Αύριο, πάνω στο όρος» του είπε ένας άγγελος. Την επόμενη ημέρα ο ερημίτης σηκώθηκε πολύ πρωί και κοίταξε το όρος, ήταν τελείως καθαρό από σύννεφα.
Ξεκίνησε, λοιπόν, χαρούμενος και με δέος, προς την κορυφή του βουνού. Κάποια στιγμή, εκεί που περπάταγε κατά μήκος του μονοπατιού συνάντησε έναν άνθρωπο που είχε πέσει κάτω μέσα στα αγκάθια και του ζήτησε βοήθεια. «Λυπάμαι, βιάζομαι, έχω «ραντεβού» με τον Θεό» απάντησε ο ερημίτης και συνέχισε τον δρόμο του.
Λίγο πιο κάτω συνάντησε μια γυναίκα που έκλαιγε δίπλα στο άρρωστο παιδί της «Βοήθησε με σε παρακαλώ». «Λυπάμαι, δεν έχω χρόνο, ο Θεός με περιμένει στην κορυφή του βουνού». Προχώρησε ακόμα πιο γρήγορα για να μην αργήσει, αλλά εκεί που το μονοπάτι έγινε πιο δύσκολο, είδε ένα ηλικιωμένο εξαντλημένο, που του έδινε ένα ασκί «Δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο, σε παρακαλώ πήγαινε να μου γεμίσεις το ασκί με νερό από την πηγή εδώ πιο κάτω. «Κάνε υπομονή, καλέ μου άνθρωπε, έχω ένα ραντεβού με τον Θεό και δεν θέλω να αργήσω!»
Όταν ο ερημίτης έφτασε επιτέλους στην κορυφή του βουνού, στην πόρτα της καλύβας, όπου επρόκειτο να συναντηθεί με τον Θεό, βρήκε κρεμασμένο ένα μήνυμα: «Συγχώρεσε με που δεν είμαι εδώ, αλλά πήγα να βοηθήσω εκείνους που δεν βοήθησες εσύ στο διάβα σου».
Δεν είναι δυνατόν να ζήσουμε χωρίς αγάπη. Την λαχταρούμε και την ποθούμε για να φέρει στη ζωή μας πληρότητα, ομορφιά κι ευτυχία. Η αγάπη έχει πάμπολλες μορφές και είναι μια αλήθεια διαρκής που την βλέπεις παντού και πάντα. Η γονεική αγάπη, η ρομαντική αγάπη, η αγάπη μεταξύ αδερφών και φίλων, η αγάπη απέναντι σ’ενα ζώο, η αγάπη μεταξύ συνανθρώπων. Κι ενώ μοιάζει σα να είναι αναπόσπαστο κομμάτι από το ανθρώπινο είναι, πολλοί από εμάς παραπονιούνται για την έλλειψη της ή αμφισβητούν πόσο πραγματική είναι η αγάπη που έχουν στη ζωή τους.
Εάν θέλεις να φέρεις περισσότερη αγάπη στη ζωή σου,
1. Δώσε Η αγάπη μεγαλώνει με το να δίνεις. Η αγάπη που δίνουμε, είναι η μοναδική αγάπη που κρατάμε. Ο μόνος τρόπος για να διατηρήσεις την αγάπη είναι να την δώσεις.» E. Hubbard Τι νόημα έχει το ν’αγαπάμε χωρίς να είμαστε γενναιόδωροι; Όσο πιο πολύ εκφράζουμε και δινόμαστε με αγάπη, τόσο εκείνη γίνεται πιο πραγματική και για εμάς και για τον άλλο. Συνήθεις αμφιβολίες που μπορεί να έχουμε είναι πως όσο περισσότερο δινόμαστε , τόσο πιο πολύ διακινδυνεύουμε να εκτεθούμε. Σωστά. Όμως θα μπορούσε να ισχύει και το εξής: όσο περισσότερο φοβόμαστε να δώσουμε όταν αγαπάμε, τόσο πιο πολύ στερούμε τον εαυτό μας από το να βιώσει την αγάπη.
2. Συμφιλιώσου με το φόβο σου «Η καρδιά φτιάχτηκε για να σπάσει» – Oscar Wilde Μπορεί να φοβόμαστε ν’αγαπήσουμε ή ν’αφήσουμε τους άλλους να μας αγαπήσουν. Ίσως με το να βάζουμε περιορισμούς στην αγάπη, να νομίζουμε ότι προστατεύουμε τον εαυτό μας από τον πόνο. Ίσως ενδόμυχα να φοβόμαστε ότι δεν αξίζουμε την αγάπη. Το δίλημμα τελικά είναι τι διαλέγουμε, τον φόβο ή την αγάπη;
3. Άρχισε με τον εαυτό σου “ Δεν εμπιστεύομαι ανθρώπους που δεν αγαπούν τους εαυτούς τους κι όμως μου λένε Σ’αγαπώ. Υπάρχει μια αφρικάνικη παροιμία που λέει : Πρόσεχε ότι ένας γυμνός άνθρωπος σου προσφέρει το πουκάμισο του».― Maya Angelou Τι σημαίνει «αγαπώ τον εαυτό μου»; Για τον καθένα από εμάς, η αγάπη προς τον εαυτό εκφράζεται διαφορετικά. Ο αυτοσεβασμός, η αυτοεκτίμηση, η μη κριτικότητα, η διάθεση για βελτίωση, η συγχώρεση του εαυτού μας, η προσωπική φροντίδα (ο σωστός ύπνος, διατροφή) είναι διαστάσεις της αγάπης προς τον εαυτό.
4. Αποδέξου τους άλλους με τις ατέλειες και τα λάθη τους «Η μεγαλύτερη ευτυχία της ζωής είναι η πεποίθηση ότι αγαπιόμαστε. Ότι αγαπιόμαστε γι’αυτό που είμαστε ή παρά αυτό που είμαστε». – Victor Hugo Η ομορφιά των ανθρώπων βρίσκεται όχι μόνο στα χαρίσματα τους αλλά και στις αδυναμίες τους. Όχι μόνο δεν γίνεται να είμαστε τέλειοι , δεν χρειάζεται να είμαστε γιατί η πραγματική αγάπη δεν γίνεται ν’αγαπά την τελειότητα, που είναι κάτι άπιαστο. Αγαπώ σημαίνει αποδέχομαι και τις λαμπρές και τις σκοτεινές πλευρές του άλλου, κι όσο πιο πολύ αποδέχομαι, τόσο πιο πολύ μαλακώνει η κριτικότητα μέσα μου, τόσο περισσότερο ανοίγει η καρδιά μου, τόσο περισσότερο αγαπώ.
5. Πίστεψε ότι αξίζεις την αγάπη “ Αποδεχόμαστε την αγάπη που νομίζουμε ότι αξίζουμε». ― Stephen Chbosky Πιστεύεις ότι αξίζεις την αγάπη των άλλων; Διεκδικείς ν’αγαπηθείς;Δέχεσαι βοήθεια όταν σου προσφέρεται; Ίσως να αμφιβάλλεις για το αν αξίζεις την αγάπη κάποιες φορές. Μέσα μας υπάρχει συχνά το ερώτημα «είμαι αρκετά καλός για να μ’αγαπούν;». Η απάντηση είναι ναι, όποιος και να είσαι, όπως και να είσαι, αξίζεις την αγάπη. Όπως είδαμε και παραπάνω, η ομορφιά που έχουμε ως άνθρωποι βρίσκεται στην ατέλεια μας..
6. Συμπόνεσε » Ένα άνθρωπινο ον είναι μέρος ενός όλου, το οποίο ονομάζουμε σύμπαν, ένα μέρος που περιορίζεται από το χρόνο και το χώρο. Βιώνει τον εαυτό του, τις σκέψεις του και τα συναισθήματα του σαν κάτι ξέχωρο από τους υπόλοιπους, ένα είδος οπτικής ψευδαίσθησης της συνειδητότητας του. Αυτή η ψευδαίσθηση είναι κάτι σαν φυλακή για εμάς που μας περιορίζει στις προσωπικές μας επιθυμίες και τη στοργή για λίγους ανθρώπους γύρω μας. Το καθήκον μας είναι να ελευθερώσουμε τους εαυτούς μας από αυτή τη φυλακή ευρύνοντας τον κύκλο της συμπόνιας μας για ν’αγκαλιάσουμε όλα τα ζώντα όντα και τη φύση». — AlbertEinstein Όλα στη φύση συνδέονται μ’εναν δεσμό, αόρατο στο γυμνό μάτι, αλλά ορατό στα μάτια της αγάπης. Ανεξάρτητα από πια χώρα προερχόμαστε, το μορφωτικό μας επίπεδο, την οικονομική μας κατάσταση, η βασική έκφραση των συναισθημάτων είναι κοινή για όλους τους ανθρώπους. Όλοι μας λυπόμαστε, χαιρόμαστε, θυμώνουμε, πονάμε, αγάπαμε. Η εμπειρία που ζείς εσύ σήμερα μπορεί αύριο να συμβεί στο διπλανό σου. Είμαστε όλοι συνδεδεμένοι, φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό. Όταν καταλάβουμε πόσο συνδεδεμένοι είμαστε ο ένας με τον άλλο , νιώθουμε λιγότερο μόνοι, συμπονάμε τον άλλο κι αγαπάμε βαθύτερα.
7. Πίστεψε στη δύναμη της αγάπης » ‘Οταν απελπίζομαι, θυμάμαι ότι κατά τη διάρκεια της ιστορίας ο δρόμος της αλήθειας και της αγάπης πάντα νικούσε. Πάντα υπήρχαν τύραννοι και δολοφόνοι, και για κάποια στιγμή, ίσως μοιάζουν αήτηττοι, αλλά στο τέλος πάντα χάνουν. Σκεφτείτε το- πάντα.— Mahatma Gandhi Μερικές φορές πιστεύουμε ότι η σκληρότητα ή η ψυχρή λογική μπορεί να μας δώσει περισσότερη δύναμη απ’ότι μια συμπεριφορά αγάπης και δοτικότητας. Θεωρούμε ίσως ότι η ψυχρότητα ή η αδιαφορία μας δίνει μεγαλύτερη αυτοκυριαρχία. Η αλήθεια είναι όμως πως το μίσος μπορεί να δημιουργήσει μόνο περισσότερο μίσος. Η ψυχρότητα μόνο περισσότερη ψυχρότητα. Μόνο η αγάπη μπορεί να μεταμορφώσει όλα τα προηγούμενα, όπως μiα δροσερή βροχή μεταμορφώνει τα κουρασμένα φυτά ενός κήπου.
8. Συγχώρεσε Η συγχώρεση είναι η υψηλότερη, ομορφότερη μορφή αγάπης. Σε αντάλλαγμα, θα πάρεις ανείπωτη γαλήνη κι ευτυχία» – Robert Muller Η συγχώρεση είναι μια πράξη αγάπης,κατανόησης κι άφεσης. Η συγχώρεση μπορεί να μας απελευθερώσει από τον πόνο του θυμού και να βοηθήσει στην επούλωση των πληγών μας. Δεν γίνεται ν’αγαπάμε χωρίς να συγχωρούμε γιατί η αγάπη μας δε θα είναι πλήρης , κι ίσως να είναι πιο επώδυνη παρά λυτρωτική.
9. Έχε υπομονή και επιμονή στο να την δημιουργήσεις «Χάνουμε το χρόνο μας ψάχνοντας τον τέλειο εραστή αντί να δημιουργούμε την τέλεια αγάπη».- Tom Robbins Η αγάπη είναι πέρα απ’όλα τ’άλλα μια συμπεριφορά αφοσίωσης. Η αγάπη δεν είναι πάντα στην πιο τέλεια μορφή της και συχνά χρειάζεται να την δουλέψουμε, να την χτίσουμε, να την δημιουργήσουμε. Η αγάπη δεν είναι πάντα εύκολη και ίσως κάποιες φορές να χρειάζεται να προσπαθήσουμε για εκείνην. Ίσως να χρειάζεται να προσπαθήσουμε για τον άνθρωπο δίπλα μας. Αξίζει όμως τον κόπο.
Από τη 1η ως τις 31 του Μάρτη, συνηθίζεται να φοριέται στον καρπό του χεριού ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον «Μάρτη» ή «Μαρτιά». Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, το «Μάρτης» το φορούν κυρίως τα παιδιά για να προστατεύει τα πρόσωπά του από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην καούν.
Ο "Μάρτης" φτιάχνεται την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου και φοριέται είτε σαν δαχτυλίδι στα δάχτυλα, είτε σαν βραχιόλι στον καρπό του χεριού. Καμμιά φορά φοριέται ακόμα και στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, ώστε να μην σκοντάφτει ο κατοχός του.
"Μάρτη" δεν φορούσαν μόνο οι άνθρωποι. Σε κάποιες περιοχές της χώρας κρεμούσαν την κλωστή όλη τη νύχτα στα κλαδιά μιας τριανταφυλλιάς για να χαρίσουν ανθοφορία, ενώ σε άλλες περιοχές την έβαζαν γύρω από τις στάμνες για να προστατέψουν το νερό από τον ήλιο και να το διατηρήσουν κρύο. Σε άλλες περιοχές το φορούσαν μέχρι να φανούν τα πρώτα χελιδόνια, οπότε και το άφηναν πάνω σε τριανταφυλλιές, ώστε να τον πάρουν τα πουλιά για να χτίσουν τη φωλιά τους. Αλλού πάλι το φορούν ως την Ανάσταση, οπότε και το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καεί μαζί του.
Ο «Μάρτης» ή «Μαρτιά» είναι ένα παμπάλαιο έθιμο εξαπλωμένο σε όλα τα βαλκάνια, λόγω της υιοθέτησής του από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι και το διατήρησαν. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια, επειδή οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων συνήθιζαν να δένουν μια κλωστή, την «Κρόκη», στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι. «ΜΑΡΤΗΣ»
Κατά τις ηλιόλουστες ημέρες του Μαρτίου που ακολουθούσαν τα κρύα του χειμώνα, τα παιδιά έβγαιναν από τα σπίτια και έπεζαν έξω στις αυλές. Οι μητέρες, για να τα προφυλάξουν από τις ακτίνες του μαρτιάτικου ήλιου που θεωρούνται επικίνδυνες, έφτιαχναν και φορούσαν στο χέρι ή στο πόδι των παιδιών τον "Μάρτη", ένα κορδόνι από λευκό και κόκκινο νήμα.
Ο ήλιος το μάρτιο συνήθως καίει και μαυρίζει τα πρόσωπα των παιδιών: “Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε δεν ξεβάφει”. Η μαυρίλα όμως σήμαινε και ασχήμια, προπάντων για τα κορίτσια που η παράδοση τα ήθελε άσπρα και ροδομάγουλα: «Ο πόχει κόρη ακριβή, το Μάρτη ο ήλιος μη την ιδεί». Για να αποτρέψουν την επίδραση του ήλιου λοιπόν, έφτιαχναν και φορούσαν τον «μάρτη», ώστε να προστατεύσει τα πρόσωπα των παιδιών από τον ήλιο και να μην καούν. Όταν τον έβγαζαν τον κρεμούσαν σε τριανταφυλλιές, ώστε να γίνουν τα μάγουλά τους κόκκινα σαν τριαντάφυλλα.
Ο "Μάρτης" ουσιαστικά αποτελείται από δύο κλωστές, άσπρη και μία κόκκινη, στριμένες μεταξύ τους, που συμβόλιζαν την αγνότητα και τα χαρά. Σε κάποιες παραδόσεις αναφέρεται και μία χρυσή κλωστή ώστε να συμβολίζεται και η αφθονία.
Συνηθίζεται να φοριέται μέχρι το τέλος του μήνα. Σε ορισμένες περιοχές το μαρτιάτικο βραχιολάκι θεωρείται ιερό από τη λαϊκή παράδοση που δεν είναι πρέπον να πεταχτεί. Για αυτό το φορούσαν μέχρι το Πάσχα και το έδενα στην Αναστάσιμη λαμπάδα για να καεί. Σε άλλες περιοχές έκαιγαν το βραχιολάκι στις φωτιές που άναβαν για να κάψουν τον Ιούδα.
Η πιο διαδεδομένη όμως αντίληψη φέρει το "Μάρτη" να φοριέται μέχρι να εμφανιστούν τα πρώτα χελιδόνια. Τότε έβγαζαν το Μάρτη και τον αφήναν σε κλαδιά για να τον πάρουν τα πουλιά και να το χρησιμοποιήσουν στην κατασκευή της φωλιάς τους. Οι Δρίμες του Μάρτη
Η παράδοση θεωρεί τις Δρίμες ως ημέρες γρουσούζικες και κακότυχες, τις λεγόμενες και ως αποφράδες. Θεωρείται ότι δαιμονικά όντα τριγυρίζουν τον κόσμο αυτές τις ημέρες και έκαναν κακό σε όποιον συναντούσαν.
Δρίμες είναι όλο το Δωδεκαήμερο από τα Χριστούγεννα μέχρι και τον Αγιασμό των Φώτων (την περίοδο δηλαδή που αλωνίζουν οι Καλικάντζαροι), όλα τα Σάββατα του Μαρτίου, όλες οι Δευτέρες του Αυγούστου, οι έξι πρώτες ημέρες τ' Αυγούστου (τις ημέρες που κοιτάνε τα ημερομήνια), οι τρεις πρώτες αλλά και οι τρεις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου (που λέγονται και ημέρες της γριάς)
Αυτές τις ημέρες οι άνθρωποι προσπαθούσαν να προφυλαχτούν για να μην πάθουν κανένα κακό, είτε αυτοί οι ίδιοι, είτε η οικογένεια και το βιός τους. Έμεναν λοιπόν στα σπίτια τους, δεν πήγαιναν στα χωράφια, και δεν έκαναν καμιά δουλειά που μπορούσε να γίνει άλλες ημέρες. Όποιος πήγαινε για δουλειά πάθαινε κάποιο ατύχημα. Εάν πήγαινες στα χωράφια, η σοδειά θα καταστρεφόταν. Ό,τι πλύνεις αυτές τις ημέρες θα λειώσει, όσα ξύλα και να κόψεις θα σαπίσουν, αν λουστείς θα πάθεις κακό. Γι' αυτό ή αποφεύγουν ολότελα να πλύνουν τις μέρες αυτές ρούχα ή, αν πλύνουν, ρίχνουν στο νερό πέταλο, γιατί το σίδερο, όπως πιστεύεται, είναι γιατρικό και αποτρέπει τα δαιμόνια.
ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Ο Μάρτης πήρε το όνομα του από το λατινικό όνομα του θεού Άρη (Mars = Άρης). Είναι ο πρώτος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου και αντιστοιχεί με τον Ελαφηβολιώνα των Αρχαίων Ελλήνων.
Στο βυζάντιο γιόρταζαν την πρώτη Μαρτίου με σπουδαίες δραστηριότητες. Ο μεγάλος λαογραφος Λουκάτος αναφέρει τα <χελιδονίσματα> που προέρχονται απο την αρχαιότητα. Την Πρώτη Μαρτίου οι μικροί έφτιαχναν ένα ομοίωμα χελιδονιού και τραγουδώντας το ανάλογο τραγούδι πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι για να μαζέψουν αυγά.
Το έθιμο του Μάρτη γιορτάζεται ίδιο και απαράλλαχτο στα Σκόπια με την ονομασία «Μάρτινκα» και στην Αλβανία ως «Βερόρε». Οι κάτοικοι των δυο γειτονικών μας χωρών φορούν βραχιόλια από κόκκινη και άσπρη κλωστή για να μην τους «πιάσει» ο ήλιος, τα οποία και βγάζουν στα τέλη του μήνα ή όταν δουν το πρώτο χελιδόνι. Άλλοι πάλι, δένουν τον «Μάρτη» σε κάποιο καρποφόρο δέντρο, ώστε να του χαρίσουν ανθοφορία, ενώ μερικοί τον τοποθετούν κάτω από μια πέτρα κι αν την επόμενη ημέρα βρουν δίπλα της ένα σκουλήκι, σημαίνει ότι η υπόλοιπη χρονιά θα είναι πολύ καλή.
Τηρώντας παραδόσεις και έθιμα αιώνων, οι Βούλγαροι, την πρώτη ημέρα του Μάρτη, φορούν στο πέτο τους στολίδια φτιαγμένα από άσπρες και κόκκινες κλωστές που αποκαλούνται «Μαρτενίτσα». Σε ορισμένες περιοχές της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι τοποθετούν έξω από τα σπίτια τους ένα κομμάτι κόκκινου υφάσματος για να μην τους «κάψει η γιαγιά Μάρτα» (Μπάμπα Μάρτα, στα βουλγαρικά), που είναι η θηλυκή προσωποποίηση του μήνα Μάρτη. Η «Μαρτενίτσα» λειτουργεί στη συνείδηση του βουλγαρικού λαού ως φυλαχτό, το οποίο μάλιστα είθισται να προσφέρεται ως δώρο μεταξύ των μελών της οικογένειας, συνοδευόμενο από ευχές για υγεία και ευημερία.
Το ασπροκόκκινο στολίδι της 1ης του Μάρτη φέρει στα ρουμανικά την ονομασία «Μαρτιζόρ». Η κόκκινη κλωστή συμβολίζει την αγάπη για το ωραίο και η άσπρη την αγνότητα του φυτού χιονόφιλος, που ανθίζει τον Μάρτιο και είναι στενά συνδεδεμένο με αρκετά έθιμα και παραδόσεις της Ρουμανίας. Σύμφωνα με την μυθολογία, ο Θεός - Ήλιος μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα και κατέβηκε στη Γη για να πάρει μέρος σε μια γιορτή. Τον απήγαγε, όμως, ένας δράκος, με αποτέλεσμα να χαθεί και να βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι. Μια ημέρα ένας νεαρός, μαζί με τους συντρόφους του σκότωσε τον δράκο και απελευθέρωσε τον Ήλιο, φέροντας την άνοιξη. Ο νεαρός έχασε τη ζωή του και το αίμα του -λέει ο μύθος- έβαψε κόκκινο το χιόνι. Από τότε, συνηθίζεται την 1η του Μάρτη όλοι οι νεαροί να πλέκουν το «Μαρτισόρ», με κόκκινη κλωστή που συμβολίζει το αίμα του νεαρού άνδρα και την αγάπη προς τη θυσία και άσπρη που συμβολίζει την αγνότητα. ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Η λαϊκή φαντασία έδωσε στο Μάρτιο ένα σωρό παρατσούκλια, όπως Ανοιξιάτης (γιατί είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης), Γδάρτης, Παλουκοκάφτης Κλαψομάρτης, Πεντάγνωμος (για το ευμετάβλητο του καιρού), Βαγγελιώτης (λόγω της γιορτής του Ευαγγελισμού), Φυτευτής, και άλλα δηλωτικά της φυσιογνωμίας του, που έχουν σχέση με ιδιότητες ή πράξεις που του αποδίδονται.
Τα πιο πολλά από αυτά βρίσκονται μέσα στις παραδόσεις και τις παροιμίες που έπλασε ο λαός για να εξηγήσει τις απότομες μεταβολές του καιρού ή τις βαρυχειμωνιές που παρατηρούνται μέσα στο Μάρτη και που πάντα είναι επικίνδυνες για τη γεωργία και την κτηνοτροφία.
«Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης, τα παλιά παλούκια καίει, τα καινούργια ξεριζώνει». στην οποία και χρωστάει τα παρατσούκλια γδάρτης και παλουκοκάφτης.
Για τις μεγάλες του παγωνιές λένε: «Τον Μάρτη χιόνι βούτυρο, μα σαν παγώσει μάρμαρο». ενώ για την αντιμετώπιση του κρύου άλλες παροιμίες συμβουλεύουν:
«Φύλλα ξύλα για το Μάρτη να μην κάψεις τα παλούκια».
«Το Μάρτη φύλα άχερα μη χάσεις το ζευγάρι».
«Τσοπάνη μου την κάπα σου το Μάρτη φύλαγε την».
«Ο Αύγουστος για τα πανιά κι ο Μάρτης για τα ξύλα». Η ΚΑΤΕΡΓΑΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ
Στα πολύ παλιά χρόνια ο Μάρτης ήταν ο πρώτος μήνας του έτους. Μια κατεργαριά όμως που έκαμε σε βάρος των άλλων μηνών που ήταν τα αδέλφια του στάθηκε αιτία για να του πάρει την πρωτοκαθεδρία ο Γενάρης.
«Μια φορά κι έναν καιρό αποφασίσανε οι δώδεκα μήνες να φτιάξουνε κρασί σε ένα βαρέλι ώστε να μπορούν να πίνουν όποτε τους ερχόταν η όρεξη.
Έτσι λοιπόν είπε ο Μάρτης: - Εγώ θα ρίξω πρώτος μούστο στο βαρέλι για να γίνει κρασί και ύστερα ρίχνετε κι εσείς. - Καλά, ρίξε εσύ πρώτος του είπαν οι άλλοι.
Ετσι και έγινε. Έριξε πρώτα εκείνος στο βαρέλι το μούστο και ύστερα ακολούθησαν και οι άλλοι μήνες.
Όταν λοιπόν ζυμώθηκε ο μούστος και έγινε το κρασί, είπε πάλι ο Μάρτης. - Εγώ που έριξα πρώτος το μούστο, πρώτος θ' αρχίσω και να πίνω. - Βέβαια, είπαν οι άλλοι, έτσι είναι το σωστό.
Έτσι λοιπόν τρύπησε το βαρέλι στο κάτω μέρος, και άρχισε να πίνει, ως που ήπιε όλο το κρασί και δεν άφησε ούτε στάλα. Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει να πιεί κρασί. Πηγαίνει και το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους. Τ' ακούνε εκείνοι θυμώνουνε και σκέφτωνται τι να κάνουν. Συμφωνούν όλοι λοιπόν να τον τιμωρήσει ο Γενάρης που ήταν και ο μεγαλύτερος αδελφός. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα γερό χέρι ξύλο. Του αφαιρεί και το πρωτείο που είχε, να αρχίζει δηλαδή το έτος κάθε Μάρτη, και έγινε να αρχίζει το έτος από το Γενάρη.
Από τότε όταν ο Μάρτης θυμάται το παιχνίδι που έκανε στα αδέλφια του και τους ήπιε όλο το κρασί, γελάει και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν πάλι θυμάται το ξύλο που έφαγε κλαίει και βρέχει».
Η παράδοση, που με μικρές παραλλαγές τη συναντάμε και αλλού είναι αιτιολογική και σκοπεύει στην εξήγηση της ακασταστασίας του καιρού που συνήθως χαρακτηρίζει το Μάρτη. Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ
Το ίδιο φαινόμενο εξηγούν και άλλες παραδόσεις που αναφέρονται στη γυναίκα του Μάρτη.
Κάποτε οι μήνες αποφάσισαν να παντρευτούν. Ο καθένας βρήκε μια γυναίκα που του άρεσε και την παντρεύτηκε. Ο Μάρτης δε φρόντισε το ζήτημα μόνος του και έβαλε προξενητάδες να του βρούνε μια γυναίκα. Εκείνοι του φέρανε μια κοπέλα η οποία ήταν τυλιγμένη με ένα μαντίλι και του είπαν ότι είναι πολύ όμορφη. Ευκολόπιστος όπως ήταν, την παντρεύτηκε. Όταν όμως έμειναν μόνοι και έβγαλε το μαντίλι της, τι να δει; Δεν υπήρχε πιο άσχημη στον κόσμο!
Από τότε κάθε φορά που τη θυμόταν άστραφτε, βροντούσε, έβρεχε, έριχνε μπόρες, έκανε παγωνιές. Μόνο όταν ξεχνιόταν μερικές φορές, ηρεμούσε, γαλήνευε κι έκανε καλό καιρό!
Στη Μεσσηνία, λόγου χάρη, λένε ότι η γυναίκα που παντρεύτηκε ο Μάρτης, από μπροστά ήταν πολύ άσχημη, ενώ από πίσω ήταν πολύ όμορφη. Όταν ο Μάρτης τη βλέπει καταπρόσωπο κλαίει και ο καιρός χαλάει, όταν όμως την κοιτάζει από τις πλάτες ευχαριστιέται και ο καιρός καλοσυνεύει. Γι' αυτό λέγεται και η παροιμία: «Ο Μάρτης πότε κλαίει και πότε γελάει».
Σε άλλες περιοχές η παράδοση θέλει το Μάρτη νε έχει δύο γυναίκες, τη μια πολύ όμορφη και φτωχή και την άλλη πολύ άσχημη και πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση και όταν γυρίζει κατά την άσχημη, κατσουφιάζει και ο καιρός χαλάει, όταν όμως γυρίζει κατά την όμορφη, χαίρεται και γελάει, και ο καιρός είναι καλός. ζεστός με ήλιο. Τις περισσότερες φορές όμως γυρίζει κατά την άσχημη επειδή αυτή είναι η πλούσια που τρέφει και την φτωχή, την όμορφη.
Έτσι άλλωστε προτιμούν το Μάρτιο και οι χωρικοί, βροχερό, επειδή η σοδειά τους θα είναι καλύτερη. Άλλωστε το βεβαιώνουν και αρκετές παροιμίες.
«Μάρτης έβρεχε, θεριστής χαιρότανε».
«Μάρτης βρέχει; Ποτέ μην πάψει».
«Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές παρά Μάρτης στις αυλές».
«Κάλλιο Μάρτης καρβουνιάρης παρά Μάρτης λιοπυριάρης».
«Μάρτης βροχερός θεριστής κουραστικός».
«Μάρτης κλαψής θεριστής χαρούμενος».
«Μάρτης πουκαμισάς δεν σου δίνει να μασάς».
«Σαν ρίξει ο Μάρτης μια βροχή κι Απριλης αλλη μία, να δεις κουλούρες στρογγυλές και πίττες σαν αλώνι».
και η πασίγνωστη, που είναι παραλλαγή της προηγούμενης:
«Σαν ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα, χαράς σ' εκείνο το ζευγά πόχει πολλά σπαρμένα». Η παράδοση της λιθωμένης γριάς
Τα απρόοπτα της βαρυχειμωνιάς που συνήθως επιφυλάσσουν οι τελευταίες ημέρες του Μάρτη, οι «μέρες της γριάς» όπως λέγονται, θέλει να εξηγήσει η παράδοση της «λιθωμένης γριάς».
"Ητανε μια φορά μια γριά κι είχε κάτι κατσικάκια. Ο Μάρτης τότε είχε εικοσιοχτώ ημέρες και ο Φλεβάρης τριανταμία.
Ήρθε λοιπόν εκείνη την εποχή ο Μάρτης κι επέρασε χωρίς να κάμει χειμώνα και η γριά από τη χαρά της που βγήκανε πέρα καλά τα πράματα της, ξεγελάστηκε και είπε:
«Πρίτσι Μάρτη μου, στην πομπή σου. Μπήκες, βγήκες τίποτα δε μου έκανες. Τα αρνάκια και τα κατσικάκια μου τα ξεχείμασα».
Τότε ο Μάρτης πείσμωσε και δανείστηκε τρεις ημέρες απ' το Φλεβάρη και έριξε χιόνια πολλά.
Ήταν τόσο άσχημος ο καιρός, που η γριά και τα ζωντανά της πέτρωσαν από το κρύο.
Για αυτό που έπαθε εκείνη η γριά, τις τρεις τελευταίες ημέρες του Μάρτη τις λένε ημέρες των γριών.
Σε κάποια χωριά ονοματίζουνε κάθε μία από αυτές τις ημέρες με το όνομα μίας από τις πιο ηλικιωμένες γριές του χωριού. Αν τύχει καλή ημέρα θεωρούν πως η γριά είναι καλή, ενώ αν τύχει κακοκαιρία λένε πως έγινε από την κακία της γριάς.
Από τότε λένε ότι έχει ο Μάρτης τριανταμία ημέρες και ο Φλεβάρης εικοσιοχτώ. Για αυτό άλλωστε το λένε κουτσό και κουτσοφλέβαρο.
Μια άνοιξη ένας αγρότης διασκέδαζε καθημερινά μ’ ένα ζευγάρι αετών που τους έβλεπε να πετούν, να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν κοντά στο κτήμα του.
Όταν μετά από μερικές μέρες τους έχασε, πήγε στον τόπο όπου είχε εντοπίσει ότι κατέβαιναν, για να δει τι υπήρχε εκεί, βρήκε μια εγκαταλειμμένη φωλιά μ’ ένα αυγό μέσα. Πήρε το αυγό, το πήγε στο κοτέτσι και το έβαλε μαζί με τα αυγά μιας κότας, με την ελπίδα να το κλωσήσει εκείνη, να γεννηθεί το αετόπουλο, να μεγαλώσει και να πετάξει. Σε δύο βδομάδες το αυγό άνοιξε και ένα υγιέστατο αετόπουλο γεννήθηκε. Ζώντας ανάμεσα στα κοτόπουλα, άρχισε σιγά σιγά να μαθαίνει και να συνηθίζει τους τρόπους τους και να θρέφεται με το καλαμπόκι που ο αγρότης τα τάιζε. Ξαφνικά ένα ηλιόλουστο πρωινό βλέπει από πάνω του πουλιά να πετάνε. ‘Τι θαυμάσιο είναι να πετάς έτσι! Θα ήθελα πολύ να μπορέσω να πετάξω κι εγώ’ σκέφτηκε. Μόλις είπε την ιδέα του στα κοτόπουλα, εκείνα γέλασαν και του απάντησαν: ‘Τι ηλίθια ιδέα! Εσύ είσαι κοτόπουλο. Τα κοτόπουλα δεν πετούν! . Ποτέ δε θα μπορέσεις να πετάξεις,! ό,τι κι αν κάνεις’. Η μητέρα του φοβισμένη του είπε: ‘Αν προσπαθήσεις να πετάξεις, θα πέσεις πάνω στα σύρματα του κοτετσιού και θα σπάσεις τα φτερά σου’. Ο κόκκορας πατέρας του συμπλήρωσε με το λογικό επιχείρημα: ‘Ακόμα κι αν πετάξεις, θα είναι πολύ δύσκολο να βρεις τροφή, θα πεινάσεις και θα πεθάνεις’.
Όλα τα κοτόπουλα συμφώνησαν ότι το μικρό αετόπουλο δεν έπρεπε να προσπαθήσει να πετάξει. ‘Είναι ονειρεμένα να πετάς ψηλά όπως τα πουλιά’ έλεγε και ξαναέλεγε στον εαυτό του. ‘Επιθυμώ τόσο πολύ να το καταφέρω’. Κοίταζε και ξανακοίταζε τα πουλιά που πετούσαν στον αέρα και άρχισε να μελαγχολεί. Αλλά ποτέ δεν προσπάθησε. Πίστεψε τα κοτόπουλα. Όσο οι μέρες περνούσαν, το αετόπουλο όλο και λιγότερο μίλαγε για το πέταγμα. Δεν μπορούσε όμως να βγάλει από την καρδιά του τη μεγάλη του επιθυμία να πετάξει. Η θλίψη κι ο καημός του άρχισαν σιγά σιγά να κατασπαράζουν το σώμα του. Η τροφή και η επιθυμία για ζωή έχασαν κάθε νόημα για εκείνο. Πέρναγε όλο και περισσότερες ώρες μόνο του, συχνά μέσα στο πέτρινο κοτέτσι. Κάποια μέρα ο αγρότης παρατήρησε ότι έλειπε από την αυλή του κοτετσιού. Πίστεψε ότι το αετόπουλο μεγάλωσε και πέταξε, αλλά! πήγε να το επαληθεύσει. Το κοτέτσι ήταν σκοτεινό, αλλά όταν άναψε το φως, μέσα σε μια γωνία είδε ένα σωρό από μαύρα φτερά. Τα σήκωσε και ήταν το αετόπουλο. Είχε πεθάνει από τη θλίψη του.” __ Το δίδαγμα της ιστορίας λοιπόν είναι να μην πάψει ποτέ κανείς να πιστεύει ότι είναι αετόπουλο και ότι μπορεί να ανοίξει τα φτερά του και να πετάξει. Το να βρει κανείς τους δρόμους της ζωής δεν είναι ποτέ ζήτημα γνώσης και συμβουλών, αλλά η ανακάλυψη της ίδιας της ψυχής μας.Και αυτό μόνο ο εαυτός μας μπορεί να το επιτύχει.
Πολλοί από εμάς αν κάνουμε την εσωτερική αναζήτηση μας, θα συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε αετόπουλα που ζούμε σε κοτέτσι, και ψάχνοντας γύρω μας για κοτόπουλα, θα δούμε πολλά. Στο χέρι μας είναι να ανακαλύψουμε λύσεις και τρόπους να πετάξουμε μακριά από το δικό μας κοτέτσι. Πρέπει να πιστέψουμε στον εαυτό μας και να δοκιμάσουμε. Αν δοκιμάσουμε, θα πετύχουμε κάτι. Κι αν πετύχουμε, θα πιστέψουμε στον εαυτό μας. Κανείς δεν γεννιέται με πίστη, με τσαγανό, με κουράγιο και όνειρα. Όλα αυτά είναι αποτέλεσμα της ίδιας της ζωής μας. Αρκεί να ζούμε το ταξίδι της μαθησιακά. Να μαθαίνουμε και να βελτιωνόμαστε συνεχώς από τις εμπειρίες μας, τα λάθη, τις αποτυχίες, τις επιτυχίες, τις δικές μας και των άλλων. Να παρατηρούμε και να καταλαβαίνουμε το περιβάλλον μας. Να εντοπίζουμε τους περιορισμούς, τις ευκαιρίες, και τις απειλές που υπάρχουν μέσα σε αυτό. ΠΗΓΗ http://www.ksipnistere.com ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΚΔΟΧΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.
Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του, το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.
Να λάμψω από τη λάμψη του κι’ εγώ σαν διαμαντάκι κι’ από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.
Να μοσκοβοληθώ κι’ εγώ από την ευωδία, που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.
Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ,
“ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ”
Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός! και το κορμί μου γίνεται ναός, δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή· μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
το μέτωπο μου λάμπει σαν αστέρι… Στο Θεό φανείτε τώρα, ήρθεν η ώρα, από τ’ άγνωστα μυστικά σας μέρη, Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.
Φέρτε μου Μάγοι —θεία βουλή το γράφει— τη σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!
Και σεις, Θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια, στην καρδιά μου —στην κούνια του— σκυμμένα, με της αθανασίας τα τραγούδια υμνολογείτε εσείς τη θεία τη γέννα.
Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί, και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή, βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός· ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ,
“ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ”
Χριστέ μου, κράτα με μακριά απ’ τις κακίες του κόσμου, Στην φάτνη βρέφος, όσο ζω να σε λατρεύω δος μου. Κι όσο θα ‘ρθει από Σε σταλτός ο χάρος να με πάρει, κάμε συ, βρέφος, να σταθώ μπροστά στη θεία Σου χάρη. Και κάμε λόγια τα έργα μου σαν των αγρών τα κρίνα, προφητικά, φεγγοβόλα κάμε τα σαν εκείνα, της νύκτας των απλών βοσκών. Γεννιόσουν και γρηκούσαν. Τους ουρανούς ολάνοικτους που σε δοξολογούσαν.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ,
“ΑΣΤΕΡΙ ΘΕΪΚΟ”
Τι φως και χρώμα κι ομορφιά να σκόρπιζε το αστέρι όπου στην κούνια του Χριστού τους Μάγους έχει φέρει; Ποιος άγγελος το διάλεξε για τέτοιο ταχυδρόμο; Τα άλλα τα αστέρια θάβλεπαν το φωτεινό του δρόμο κι από τη ζήλια θάτρεμαν… Αστέρι, σε ποια χώρα του απέραντου σου ουρανού να λαμπυρίζεις τώρα; Η παντοδύναμη φθορά μην έσβησε το φως σου ή μήπως είσ’ αθάνατο κι εσύ, σαν το Χριστό σου; Δεν κατεβαίνει η λάμψη σου εδώ στα χώματα μας; Για όλα τα άστρα αλίμονο! δεν είναι η ματιά μας… Τι φως και χρώμα κι ομορφιά να σκορπίζει το αστέρι, όπου την κούνια του Θεού τους Μάγους έχει φέρει;
ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ,
“ΞΗΜΕΡΩΝΑΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ”
Ξημέρωναν Χριστούγεννα. Οι εκκλησιές σημαίνουν, κουνιούνται τα καμπαναριά, κι οι φωνές που βγαίνουν απ’ το βαθύ και δίπλα το κάθε καμπάνας στόμα, μοιάζουν χερουβικούς ψαλμούς, σαν απ’ το ουράνιο δώμα. Χιλιάδες τα Χριστούγεννα τα τραγουδούν οι άγγελοι, και κάθε αχτίδα από ψηλά, που κάθε αστέρι στέλλει, μοιάζει αγγελική ματιά. Θρησκεία! Γλυκιά μάνα, τι όμορφη δίνεις εσύ λαλιά και στην καμπάνα, και πόσο εκείνη η λαλιά σαλεύει την καρδιά μας! Πόσες εκείνος ο σταυρός απ’ τα καμπαναριά μας στην αντιλιάδα χύνοντας, τόσες χρυσές αχτίδες, χύνει βαθιά μας στην ψυχή, γλυκές χρυσές ελπίδες! Κ’ οι δυο εκείνες χαραυγές που οι άγγελοι κατεβαίνουν μες’ απ’ τον ουρανό ψηλά κι έρχονται και σημαίνουν Χριστούγεννα κι ανάσταση, ω! τι μυστήριο χύνουν. Τι χαραυγούλες είναι αυτές, πόση ζωή μας δίνουν! Λάμπουνε τ’ ασυγνέφιαστατα ουράνια Σα ζαφείρια, Σαν μάτια π’ αγρυπνήσανε φέγγουν τα παραθύρια. Χαρούμενες και σιγανές μιλιές σμίγονται γύρα, και από κάθε θύραπου ανοίγεται, βγάνουν μορφές γελούμενες, λουσμένες, γλυκές , καλοντυμένες. Κρατούν στα χέρια τους κεριά λαμπάδες .Στη ματιά τους λάμπ’ η χαρά που νιώθουνε βαθιά μες στις καρδιά τους. Ξημέρωσαν Χριστούγεννα! Θύρες ολούθε ανοίγουν κι ολούθε τώρα οι Χριστιανοί στις εκκλησιές μας σμίγουν.
ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ,
“ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ”
Όξω πέφτει αδιάκοπα και πυκνό το χιόνι, κρύα και κατασκότεινη κι αγριωπή η νυχτιά. Είναι η στέγη ολόλευκη, γέρνουν άσπροι κλώνοι, μες το τζάκι απόμερα ξεψυχά η φωτιά.
Τρέμει στα εικονίσματα το καντήλι πλάγι και φωτάει στη σκυθρωπή, στη θαμπή εμορφιά. Να η φάτνη, οι άγγελοι κι ο Χριστός κι οι Μάγοι και το αστέρι ολόλαμπρο μες στη συννεφιά!
Κι οι ποιμένες, που έρχονται γύρω από τη στάνη κι η μητέρα του Χριστού στο Χριστό μπροστά. Το μικρό το εικόνισμα όλ’ αυτά τα φτάνει, μαζεμένα όλα μαζί και σφιχτά-σφιχτά.
Πέφτει ακόμη αδιάκοπο κι άφθονο το χιόνι, όλα ξημερώνονται μ’ άσπρη φορεσιά στον αγέρα αντιλαλούν του σημάντρου οι στόνοι, κάτασπρη, γιορτάσιμη λάμπει η εκκλησιά.
ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ,
“ΕΙΔΑ ΧΤΕΣ ΒΡΑΔΥ ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ”
Είδα χτες το βράδυ στ’ όνειρό μου, το γεννημένο μας Χριστό, τα βόδια επάνω του εφυσούσαν, όλο το χνώτο τους ζεστό.
Το μέτωπό του ήταν σαν ήλιος, και μέσα η φάτνη η φτωχική, άστραφτε πιο καλά από μέρα, με κάποια λάμψη μαγική.
Στα πόδια του έσκυβαν οι Μάγοι, κι’ έμοιαζε τ’ άστρο από ψηλά, πως θα καθίσει σαν κορώνα, στης Παναγίτσας τα μαλλιά.
Βοσκοί πολλοί και βοσκοπούλες, τον προσκυνούσαν ταπεινά, ξανθόμαλλοι άγγελοι εστεκόνταν, κι’ έψελναν γύρω του «ωσαννά».
Μα κι’ από αγγέλους κι’ από μάγους, δεν ζήλεψα άλλο πιο πολύ, όσο της Μάνας Του το στόμα, και το ζεστό – ζεστό φιλί.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ,
“ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ”
Μες την αχνόφεγγη βραδιά πέφτει ψιλό-ψιλό το χιόνι, γύρω στην έρμη λαγκαδιά στρώνοντας κάτασπρο σεντόνι.
Ούτε πουλιού γροικάς λαλιά, ούτ’ ένα βέλασμα προβάτου, λες κι απλωμένη σιγαλιά είναι κει ολόγυρα θανάτου.
Μα ξάφνου πέρα απ’ το βουνό γλυκός σημάντρου ήχος γροικιέται, ωσάν βαθιά απ’ τον ουρανό μέσα στη νύχτα να σκορπιέται.
Κι αντιλαλεί τερπνά-τερπνά γύρω στην άφωνη την πλάση, και το χωριό γλυκοξυπνά την Άγια μέρα να γιορτάσει.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ,
“ΝΥΧΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ”
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη λυγούν τα πόδια και προσκυνούν γονατιστά στη φάτνη τους τα άδολα βόδια.
Κι ο ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα σταυροκοπιέται και λέει με πίστη απ’ της ψυχής τ’ απόβαθα Χριστός γεννιέται!
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη κάποιοι ποιμένες ξυπνούν από φωνές ύμνων μεσούρανες στη γη σταλμένες.
Κι ακούοντας τα Ωσαννά απ΄ αγγέλων στόματα στον σκόρπιο αέρα τα διαλαλούν σε χειμαδιά λιοφώτιστα με την φλογέρα.
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη ποιος δεν το ξέρει των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα λάμπει το αστέρι.
Κι όποιος το βρει μες στ΄ άλλα αστέρια ανάμεσα και δεν το χάσει, σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το μπορεί να φτάσει.
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ,
ΑΠΟ ΤΟ “ΠΑΣΧΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ” (1917)
Στη συλλογή Πάσχα των Ελλήνων ο Σικελιανός συμπεριέλαβε δύο εκτενή αριστουργηματικά ποιήματα με τίτλους “Στον Ξενώνα της Βηθλεέμ” και “Η Γέννηση”.
Επειδή κάθε ανθολόγηση δεν μπορεί παρά να αδικήσει τα έργα αυτά, σας παραπέμπω εδώ, όπου μπορείτε να τα διαβάσετε ολοκληρωμένα.
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ,
“ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ” (1927)
Μια λιόλουστη μέρα του χειμώνα η Παναγιά, στενεμένη από τους πόνους, αφήνει το σπιτικό της και βγαίνει στον κάμπο τρεκλίζοντας κι αγκομαχώντας. Κάθεται χάμου στο πράσινο χορτάρι, που το φωτίζουνε δω κι εκεί άγριες βιολέτες, κυκλάμινα, κρόκοι· και σφίγγοντας την κοιλιά της με τα δυο της χέρια κλαίει και δέρνεται, κουνώντας τ’ άμαθο κορμί της δεξιά κι αριστερά, όπως οι μοιρολογίστρες της Ανατολής.
Σπιτάκι μου — στανάχωρο, και κάμαρά μου, — χαμηλή! Πόνοι μού σφάζουν το κορμί, μα την ψυχή μου πιο πολλοί. Πήρα το δρόμο το δρομί στον κάμπο να καθίσω. Αντρούλη μου, σα δε με βρεις με την καρδιά σου την καλή, ο πόνος, που με κυνηγά, θε να με φέρει πίσω.
Ω χώμα, που τραγουδιστά σε πίνει ο πεύκος ο βαθύς, όσο που μπάρσαμο πικρό στα φύλλα του να σουρωθείς, μέσα σου χώνομαι κι εγώ, τα σπλάχνα γλύκανέ μου. Αχ, χάιδεψέ μου τα μαλλιά της κεφαλής μου της ξανθής, πάρε τη σκέψη μου πολύ μακριά, πνοή του ανέμου!
Σαν καρδερίνα του Μαρτιού με τα φτερά τ’ αστραφτερά, που σε βαθιά τριανταφυλλιά, πλάι σε τρεχάμενα νερά, μ’ άχερα, λάσπη και μαλλί ζεστή φωλιά κρεμάει, την κούνια σου, παιδάκι μου, με ξύλα φκιάνω ευωδερά και βάνω προσκεφάλι σου τον ήλιο του Ανθομάη.
Ονείρατα, που γαλανά στο μισοξύπνι τ’ αυγινό από τα μάτια τα γλαρά σαν τον αφρό, σαν τον αχνό περνάτε μια και χάνεστε, σκήμα χωρίς και θώρι, ελάτε κι άλλη μια φορά, πείτε μου να μην το ξεχνώ, πως το παιδί, που καρτερώ, το πρώτο, θα ’ν’ αγόρι.
(Εδώ η Παναγιά μιλά για το όραμα του Αγγέλου).
Κάνε ψαρά, πεζόβολο στ’ ακροθαλάσσι να πετάς, κάνε σε κάδο τρυγητή γλυκά σταφύλια να πατάς· κάνε γκαμήλες να ποτίζεις σ’ έρημο πηγάδι· καν’ αναγνώστη στο Ναό να ψέλνεις και να θυμιατάς — πού σ’ είδα, γνώριμη αστραψιά στου νου μου το σκοτάδι;
Ήσουν ωραίος σαν άγγελος με δυο φτερούγες ανοιχτές, η μια βυθούσε στ’ αύριο, η άλλη χανότανε στο χτες· κάτι στο χέρι κράταγες, γιά φλάμπουρο γιά κρίνο —χορός, που ζεστοκόπησε τις φλέβες μου τις τιναχτές!— ό,τι ποθώ με πότισες κι ως αγιασμό το πίνω.
Μα γιατί μου ’δειξες, καλέ, δόξα πολλή για το παιδί; Αχ, η καρδιά μου δε βαστά, το μέγα ψήλος να το δει! Δεν τον αφήνω η Μάνα του μιαν πιθαμή να φύγει! Μη μεγαλώσει μου ποτές κι όλα τα χρόνια, αυγή – βραδύ, πάντα μωρό να σφίγγεται στου κόρφου μου τα ρίγη. ……………………………………………………………. Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί; Σε ποιό νησί του Ωκεανού, σε ποιάν κορφή ερημική; Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις. Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή, που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις.
Συ θα ’χεις μάτια γαλανά, θα ’χεις κορμάκι τρυφερό, θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό, από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης. Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό. Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.
Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ, να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακούω, πουλάκι μου ζεστό, να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ που θα παγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…
Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής, κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις. Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν. Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής. Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.
Όχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά. Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά! —Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο…— Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!
ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΠΕΡΑΝΤΖΑΣ,
“ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ”
Στην γωνιά μας κόκκινο τ΄αναμμένο τζάκι Τούφες χιόνι πέφτουνε στο παραθυράκι!
Όλο απόψε ξάγρυπνο μένει το χωριό και χτυπά Χριστούγεννα το καμπαναριό!
Έλα, Εσύ που Αρχάγγελοι σ’ανυμνούνε απόψε πάρε από την πίτα μας, που ευωδιά και κόψε!
Έλα κι η γωνίτσα μας καρτερεί να ‘ρθεις…… Σου ‘στρωσα, Χριστούλη μου, για να ζεσταθείς!
ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ,
“ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ” (1940)
Το ποίημα ολοκληρώνεται σε πέντε μέρη. Μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο εδώ. Παρατίθεται το τέταρτο μέρος:
Αμήν αμήν λέγω, Κύριε, συγχώρησε την αδυναμία μου, χώρον χάρισε στην αδυναμία μου, Κύριε, με την αδυναμία μου να χωρέσω στην έκκληση της ψυχής μου. Συγχώρεσε την σκληρή κατάπτωση, της σκληρότητας ψυχρής την κατάσταση, της στείρας ψυχρότητας την κατάκτηση, της σκληρότατης πτώσης τη στάση, της ψυχής τη στειρότητα.
Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται, δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε, της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί», ο την Σάρραν και την Ελισσάβετ γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν.
ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ, “ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ” (1955)
Έπρεπε νάμαστε τρεις. Αν δεν ήταν τόσο σκοτάδι, θα καταλάβαινα ίσως, γιατί έχω μείνει τόσο μονάχος.
Πόσο έχω ξεχάσει. Πρέπει απ’ αρχής πάλι το ταξίδι ν’ αρχίσει. Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οι τρεις; Ή μήπως, κάποτε, είχαμε ανταμώσει… Μαζύ πορευτήκαμε ένα διάστημα, όσο μας οδηγούσε άστρο λαμπρό. Αυτό άλλαξε την οδό ή εγώ τίποτα πια να δω δεν μπορώ; Πού βρίσκομαι τώρα, σε τέτοιον καιρό, σκληρό, ανένδοτο, δύσκολο, εγώ, ανήσυχος, βιαστικός. Μήπως κι’ η ώρα πλησίασε; Πού να το ξέρω!
Πού είναι τα δώρα; είχαμε τότε τοιμάσει δώρα ήμερα, ήσυχα δώρα ημών των ταπεινών, χρυσόν λίβανον και σμύρναν άλλοτε με θαυμασμό κι’ ευλάβεια τού φέρναμε.
Τώρα σ’ αυτόν τον καιρό σίδερο, κεραυνό και φωτιά.
Ήμασταν τρεις, τώρα κανέναν άλλον δε βλέπω κι’ αισθάνομαι τα χέρια μου πότε άδεια, πότε βαριά. Βασιλείς τότε προς τον βασιλέα του κόσμου, τώρα κανείς δε βασιλεύει με βεβαιότητα. Σκοτάδι βαρύ. Ποιος μ’ οδηγεί; Δίχως συντροφιά, δίχως άστρο κανένα πηγαίνω. Μόνη προσφορά, η μεγάλη που γνωρίζω, συμφορά της στέρησής Του. Τι να προσφέρω σημάδι ευλάβειας κι’ υποταγής; Εμείς, άνθρωποι της παράφορης τούτης εποχής, τι μπορούμε, δικό μας, ευτυχείς να Του δώσουμε; Είναι ανάγκη να βρούμε την προσφορά. Τίποτα δεν προσφέρει της ψυχής μας ο τόσος αγώνας. Χρυσόν, λίβανον και σμύρναν άλλοτε, δώρα απλά. Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά. Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι, χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος, δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.
Εν συντριβή βαδίζοντα.
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, “ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ” (1956, γραμμενο στη Μακρόνησο το 1950)
Παγωνιά στον ουρανό ένα χρώμα βρώμικης φανέλλας στεκόμαστε στη γραμμή όρθιοι κάποιος χνωτίζει τα νύχια του κάποιος δαγκώνει τα δάχτυλά του ένα παιδί με σπυριά δίπλα σου δε μιλάει κρυώνει ένα χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα κ’ εκείνο κρυώνει καθώς μας πλευρίζουν τα καμιόνια μια μυρουδιά μπενζίνας οι πόρτες που ξανακλείνουνε ο λοχαγός έχει δυο μάτια από κατράμι η φωνή του μες απ’ τις μύτες του σηκωμένου γιακά ένας – ένας ακούει τ’ όνομά του και βγαίνει αντίο, αντίο το χώμα τρίζει κάτω απ’ τις αρβύλες κάποιος σηκώνει το χέρι του τίποτ’ άλλο το παιδί με τα σπυριά προχωράει στη θέση του μένουν δυο χνάρια από αρβύλες που σε λίγο θα σβήσει η βροχή ένα χέρι γλυστράει το ρολόι του στην παλάμη σου δε θα μου χρειαστεί, λέει – αντίο το χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα κρυώνει ακόμα.
Ξεκινάνε τα φορτηγά.
Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ’ ένα αντίσκηνο δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου μα είναι πολλά τα χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή. Έχει αρκετή θέση για να πεθάνεις.
Θα κουβαλήσουμε κι απόψε το σακκί της νύχτας θα κολλήσουμε τ’ αποτσίγαρο στη μύτη της αρβύλας μας θ’ ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανή καρδιά όπως το βράδυ ακουμπάνε οι κουβέρτες και τα όνειρά μας.
Ελάτε λοιπόν όλοι μαζί να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι στη χόβολη της ελπίδας τώρα που η λάμπα μας έσβησε που νυστάζει η σκοπιά και το στρατόπεδο φόρεσε την κουρελιασμένη χλαίνη της ομίχλης.
Μας ήρθε μ’ ένα χαμόγελο και μια τραμβαγέρικη πατατούκα. Του κάναμε τόπο άπλωσε μια λινάτσα, την έστρωσε καλά καλά και μας κοίταξε. Φυσούσε ένας αγέρας δυνατός απ’ το Νοτιά και το μούτρο του ήταν βλογιοκομένο σαν ψιχαλισμένος δρόμος. Ύστερα βράδιασε και βγάζοντας τα χέρια από τις τσέπες μας έδωσε κάτι φτηνές μέντες πασαλειμένες χνούδια και καπνό. Τον πήραν νύχτα ξαφνικά και τον σκοτώσαν στο προαύλιο η πατατούκα του πεταμένη πάνω στο χώμα μα δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του μη του το πάρουν.
Μη με λες λοιπόν σύντροφο έχω ένα σταχτί ουρανό μέσα μου κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο σφίγγω στα χέρια τ’ άγνωστο όνομά μου σαν το παιδάκι που αγκαλιάζει ένα ξύλινο πόδι ακουμπισμένο σε μια γωνιά.
Μη με λες λοιπόν σύντροφο. Την ώρα που οι συντρόφοι μας πεθαίνουνε τραγουδώντας την ώρα που εσύ ακονίζεις στο μίσος τη σκληρή σου παλάμη εγώ σε προδίνω καθώς μέσα στη νύχτα κρυώνω και φοβάμαι τη λησμονιά.
Το ξέρω, ένας σύντροφος πρέπει να ζήσει μιαν άλλη ζωή και να πεθάνει απλά όπως κανείς τραβάει την κουβέρτα ως τα μάτια του κι αποκοιμιέται.
Μα όταν εγώ κι αυτούς εδώ τους στίχους τους γράφω μήπως μιλήσουν για μένα – όχι, μη με λες σύντροφο. Είμαι ένα τσαλακωμένο χαρτί που κόλλησε στην αρβύλα σου καθώς προχωράς.
Η ασετυλίνη που σφυρίζει στη γωνιά ένα σπασμένο παράθυρο φιμωμένο με σκοτάδι. Η σκεπή του μαγειρείου μπάζει νερά. Βουίζει μες στις χαραμάδες ο άνεμος. – Θωμά, πάρε τσιγάρο και μη σκαλίζεις τα δόντια σου, Θωμά. Μάταια ψάχνεις για ένα τριματάκι απ’ το παλιό παιδικό χριστόψωμο. Βουίζουνε τα φλόγιστρα του πετρελαίου. Ο Θωμάς σφίγγει στα γόνατά του μια πατάτα και καθαρίζει ήσυχα ήσυχα. Τ’ άλλο του χέρι είναι κομένο.
Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει μ’ ένα φύσημα παγωμένου αέρα. Το σαγώνι του θα τρέμει πίσω απ’ το χακί κασκόλ.
Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει. Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα. Συλλογιέσαι τ’ άστρα πίσω απ’ την καταχνιά σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν. Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη χώσε τα χέρια σου. – Καληνύχτα, Θωμά, καλά Χριστούγεννα.
Κ’ η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.
Μακρόνησος 1950
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, “ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΗ ΣΑΛΠΙΓΓΑ” (1969)
Αν μπορούσες να ακουστείς θα σου έδινα την ψυχή μου να την πας ως την άκρη του κόσμου. να την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα αναμμένα για τα Χριστούγγενα – στο τζάκι του Νέγρου ή του Έλληνα χωρικού. Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά στα παράθυρα των φυλακισμένων. Εγώ μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο. Αν μπορούσες να ακουστείς θα σου έδινα την ψυχή μου να την κάνεις τις νύχτες ορατές νότες, έγχρωμες, στον αέρα του κόσμου.
Να την κάνεις αγάπη.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, “Ο ΗΛΙΟΣ Ο ΗΛΙΑΤΟΡΑΣ” (1971)(αποσπασμα)
Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος να ‘ν’ ήμερος να ‘ναι άκακος
λίγο φαΐ λίγο κρασί Χριστούγεννα κι Ανάσταση
κι όπου φωλιάσει και σταθεί κανείς να μην του φτάνει εκεί
Μα ‘ρθαν αλλιώς τα πράματα τονε ξυπνάν χαράματα
τον παν τον φέρνουν πίσω μπρος του τρώνε και το λίγο βίος
κι από το στόμα την μπουκιά πάνω στην ώρα τη γλυκιά
του τηνε παίρνουνε κι αυτή Χαρά στους που ‘ναι οι Δυνατοί!
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, “Η ΓΕΝΝΗΣΗ” (1983)
Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες –μου λέει- γεννήθηκε η ευσπλαχνία! Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.