Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

Νίκος Γκάτσος, «Μέρες Επιταφίου»


Νίκος Γκάτσος, «Μέρες Επιταφίου»






Μεγάλη Δευτέρα
Περίμενέ με μάνα μου περίμενέ με ακόμα
ώσπου να φτάσει η άνοιξη στο παγωμένο χώμα.

Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου
που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του.

Περίμενέ με μάνα μου κάποια Παρασκευή σου
στην πύλη του παράδεισου στο φρέαρ της αβύσσου.


Μεγάλη Τρίτη

Κάτω απʼ τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.

Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
στα καπηλειά της πολιτείας
εσύ αμνίον για σφαγή
κι εμείς κριοί της αμαρτίας.

Δε σε πτοήσαν οι Πιλάτοι
ούτʼ ο καιρός που ειν΄ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.


Μεγάλη Τετάρτη
Τετάρτη των τεφρών και των παθών
ο θάνατος δεν έχει παρελθόν.
Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων
ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον.

Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές
ξυπνήστε νʼ αποδώσουμε τιμές.
Φανήκαν οι ουράνιοι στρατηλάτες
σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.

Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές.
Πότε θʼ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές
να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη
και τʼ άνθος του κακού να γίνει ρόδι.




Μεγάλη Πέμπτη
Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τʼ ουρανού
κρέμεται σήμερα σε ξύλο
ίλεως Κύριε γενού!
Και στʼ ασπαλάθια της ερήμου
μια μάνα φώναξε: «παιδί μου»!

Με του Απριλιού τʼ αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή.
Κι όλα τʽ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.

Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νου
αυτός που κάρφωσε τʼ αστέρια
στην άγια σκέπη τʼ ουρανού.
Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.

Μεγάλη Παρασκευή
Βαριά τα βήματά μου σέρνω
στο φως της μέρας το θαμπό
κρίνα της άνοιξης σου φέρνω
και στο σταυρό σου τʼ ακουμπώ
φίλε δακρυοπότιστε
των πρωτίστων πρώτιστε.
των πρωτίστων πρώτιστε.

Άρρωστος κύλησε ο αιώνας
κι ο ήλιος βγαίνει μισερός
σαν το φτερό της χελιδόνας
που το σακάτεψε ο καιρός
φίλε τρισμακάριστε
των αρίστων άριστε.
των αρίστων άριστε.

Σήμερα ο Άδης ηνεώχθη
γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς
και στου θανάτου εσύ την όχθη
άφατο δρόμο ακολουθάς
έγγιστε κι ανέγγιστε
των μεγίστων μέγιστε.
των μεγίστων μέγιστε.



Μέγα Σάββατον
Όλα στερέψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούς
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.

Πίσω απʼ τους λόφους τους χαμηλούς
με τους προφήτες και τους τρελούς
στέκουν παράμερα τρία παιδιά
σα γλαροπούλια στην αμμουδιά.

Μες στων καιρών την ανημποριά
διώξε το γρέγο και το βοριά
και ξαναγύρισε ήλιε στη γη
με του θριάμβου σου την κραυγή.

******************************
************************
******************************************************

Το ποιητικό έργο επικεντρώνεται στη διπλή φύση, τη θεϊκή αλλά και την ανθρώπινη, των Παθών. Ο κοινωνικός συμβολισμός της Μεγάλης Εβδομάδας και η υπόσχεση της Ανάστασης προβάλλουν μέσα από πρωτότυπα αλλά και Ευαγγελικά κείμενα σε σοφή αντίστιξη. Το έργο γράφτηκε για μεγάλη συμφωνική ορχήστρα – χορωδία, ελληνικά όργανα-, λαϊκό σολίστα, σοπράνο και αφηγητή. Μελοποιήθηκε με τρόπο που διατηρεί τόσο τη στρουκτουραλιστική γοητεία της συμφωνικής πολυφωνίας όσο και το Βυζαντινό «χρώμα», επιτρέποντας σύγχρονα συμφωνικά αλλά και ελληνικά μουσικά ιδιώματα. Είναι μια σύγχρονη ελληνική θρησκευτική μουσική, που υποδεικνύει τη συνέχεια της ελληνικής μουσικής γλώσσας και τη σύγχρονη δυνατότητά της».

`
Δημήτρης Παπαδημητρίου
`
******************************************************
******************************************************
`
Το ποιητικό έργο Μέρες Επιταφίου του Νίκου Γκάτσου είναι αφιερωμένο στον Μανώλη Μητσιά από τον ποιητή και ήταν έως και σήμερα αμελοποίητο. Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου μελοποίησε το κείμενο και συνέθεσε ένα μουσικό έργο με τον ίδιο τίτλο χρησιμοποιώντας ως λιμπρέτο το πρωτότυπο γνήσιο κείμενο του Νίκου Γκάτσου. Παρουσιάστηκε και ηχογραφήθηκε ζωντανά στις 16 Απριλίου 2014 στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών και κυκλοφόρησε ως δίσκος το 2016.

ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ!!!

ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ!!! 



Αν οι άνθρωποι, είχαν Θεό στην ζωή τους, 
δεν θα υπήρχαν γηροκομεία!
Γιατί, θα ζούσε ο ένας για τον άλλον 
και όχι ο ένας από τον άλλον.

Ο ΓΕΡΟΣ

Μια ιστορία θα σας πω που γνώρισα ένα γέρο,...
εδάκρυσαν τα µάτια µου χωρίς να τον εξέρω.

Μια συµβουλή στον άνθρωπο γράφω προτού γεράσει,
να τη διαβάζει πάντοτε να µην την εξεχάσει.
Άµα γεράσει ο άνθρωπος δεν τον συµπαθούνε 
τον θάνατο παρακαλούν να τον ξεφορτωθούνε. 

Γι’ αυτό και κράτα γέροντα, τα περουσιακά σου, 
γιατί µια µέρα θα βρεθείς στο δρόµο απ’ τα παιδιά σου.
Ο µεγαλύτερος εχθρός γίνεται το παιδί του 
κι ο φίλος ο καλύτερος είναι η σύνταξή του.


Άµα γεράσει ο άνθρωπος και δεν αυτοσυντηρείται,
καλύτερα ο θάνατος παρά να τυραννείται.


Σε µια γωνιά τον βάζουνε τον φουκαρά τον γέρο 
και για να τον κοιτάζουνε χρειάζεται συµφέρον.
Άµα γεράσει ο άνθρωπος και φύγουν τα παιδιά του 
του είναι απαραίτητο νά 'χει την συντροφιά του.


Άµα φύγει ο ένας από τους δυό ο άλλος γίνεται κουρέλι 
ο ένας τον σπρώχνει από τη µιά και άλλος δεν τον θέλει.
Την συµβουλή µου ανάλυσε και µην την εξεχάσεις, 
να τη διαβάζεις πάντοτε αλλά προτού γεράσεις. 





ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

Στου γηροκοµείου την αυλή πάνω σ’ ένα παγκάκι 
κάθεται ολοµόναχο θλιµµένο γεροντάκι.
Σκέφτεται όσα έκανε όλα αυτά τα χρόνια 
και βλέπει πως κατάντησε σ’ αυτή την καταφρόνια.


Ευτυχισµένοι ζούσανε αυτοί κι η φαµελιά τους
κι η όµορφη γυναίκα του τα δύο τα παιδιά τους.
Γι’ αυτό και τα µορφώσανε, απ’ το υστέρηµά τους,
καµάρωναν που γίνονταν σπουδαία τα παιδιά τους.


Κουράγιο βρε γυναίκα µου ώσπου να µεγαλώσουν
είναι παιδιά πολύ καλά, θα µας το ανταποδώσουν.
Τα δυο παιδιά σπουδάσανε και στην Αµερική
κάνανε οικογένεια και µείνανε εκεί.


Από την στεναχώρια τους πριν κλείσει ένας χρόνος
πεθαίνει η γυναίκα του και µένει ο γέρος µόνος.
Ζήτησε απ’ τ’ αγόρι του να πάει ο καηµένος 
θυµάται τι τ’ απάντησε κι είναι φαρµακωµένος.


Πατέρα πολλά µας έκανες και σ’ ευχαριστούµε,
µα είναι δύσκολα εδώ µε γέροντες να ζούµε.
Ο γέρος τους απάντησε «νάχετε την ευχή µου 
κι εγώ θα 'βρω µια γωνιά στο άλλο το παιδί µου».


Μα όταν το ανέφερε στην κόρη του µια µέρα 
εκείνη του απάντησε «δεν γίνεται πατέρα».
Σπίτι µεγάλο έχουµε η κόρη καµαρώνει 
µα όσα µέτρα µείνανε το κάναµε σαλόνι.


Πόσο ο γέρος λαχταρά να ‘ναι µε τα παιδιά του 
νάχει τα εγγονάκια του πάνω στα γόνατά του.
Αυτή η σκέψη η γλυκιά το γέρο αποκοιµίζει 
του ιδρύµατος η ερηµιά όµως τον τριγυρίζει.


Ο γέρος εκοιµήθηκε µε πρόσωπο θλιµµένο την
άλλη µέρα το πρωί τον βρήκαν πεθαµένο. 







Στίχοι: Άννα Γιακουμάκη
Μουσική: Νίκος Βεζυράκης


Γέρο σε ’ τούτη τη ζωή,
Το μόνο έγκλημά σου,
Που εγέρασες κι εγίνηκες,
Βάρος για τα παιδιά σου.

Γέρασες και στο σπίτι του,
Κανένας δε σε θέλει,
Γιατί εξαναγίνηκες,
Απ’ την αρχή κοπέλι.

Άδικα παν οι κόποι σου,
Τσάμπα τα όνειρά σου,
Η στέρηση που πέρασες,
Να θρέψεις τα παιδιά σου .

Σαν ήσουν νέος έτρεχες,
Να μη ληφθεί κανένα,
Κι εδά δε βρίσκετ’ έρμε μου,
Να σ’ ανετάξει ένα .

Στο δρόμο σε πετάξανε,
τα ίδια τα παιδιά σου,
Σαν το σκουπίδι γέρο μου,
Ξάνει την καταντιά σου .

Μα θα γυρίσει ο τροχός,
Θα ’ρθει και η σειρά τους,
Στο δρόμο να τους βγάλουνε,
Κι εκείνους τα παιδιά τους .

Επέτρεψέ μου να τους πω,
Μόνο μια ιστορία,
Βγαλμένη μέσ’ απ’ τη ζωή,
Κι ας μου κρατάν κακία.

Παλιά, ο γέρος άνθρωπος,
Έπρεπε να πεθαίνει,
Το σοϊ του και τα παιδιά,
Άδικα μη βαραίνει.

Τα ίδια τα κοπέλια τους,
Λοιπόν τους οδηγούσαν,
Σε μια απόκριμνη κορφή,
Απ’ όπου τους πετούσαν.

Έτσι ένας γιος τον άρρωστο,
Και γέρο του πατέρα,
Θέλησε να ξεφορτωθεί,
Οριστικά μια μέρα.

Σ’ ένα γκρεμό τον οδηγεί,
Κι όταν στην άκρη φτάνει,
Βάλθηκε μια ερώτηση,
Του γέρου να του κάνει .

" Πατέρα, πες μου, Απο που θές ",
Του λέει, "να σεπετάξω ;
Ξέρεις πως είναι το έθιμο,
Κι εγώ δε θα τ’ αλλάξω "

Με ηρεμία του απαντάει
ο γέρος " Γιε μου ξά σου,
από `που σε πετάξουνε
και ’σένα τα παιδιά σου "

Είν’ αμαρτία απ’ το θεό,
Τους γέρους να πετάτε,
Ότι κι αν είναι, ειναι γονείς,
Μόνο να τσ’ αγαπάτε.

Παράδειγμα να γίνετε,
Οι ίδιοι στα παιδιά σας,
Αν θέλετε να `ναι καλά,
Ει τα γεράματά σας...


''Του γέρου το ΠΑΡΑΠΟΝΟ'' ποίημα που έγραψε Ποταμιώτης.

Ένα ποίημα που πραγματικά συγκλονίζει όταν το διαβάσει κανείς, μια ιστορία ενός ηλικιωμένου που συγκινεί τον αναγνώστη....αξίζει να το διαβάσετε!!! 




Απ΄το Γηροκομείο πέρασα να δω ένα γεροντάκι,
καθόταν μόνος σκεπτικός εκεί σένα παγκάκι.

Είχε λιγοστά μαλλιά και πρόσωπο θλιμμένο,
και είχε το παράπονο στα μάτια του γραμμένο.


Φόραγε χονδρό παλτό και κρατούσε κομπολόι,
απ'την τσέπη του κρεμότανε ένα παλιό ρολόι.

Εκεί όπως τον κοίταζα βγάζει ένα μαντήλι,
το χέρι του έκανε σαν το τρεμάμενο καντήλι.


Σκούπισε τα μάτια του και φύσηξε την μύτη,
τότε τον πλησίασα σαν τον καλό Λευίτη.

Κάθισα στο πλάι του χωρίς να του μιλήσω,
ήθελα από σεβασμό να τον χειροφιλήσω.


Ήταν ένας γέροντας με αρχοντιά και χάρη
φαινόταν πως στα νιάτα του ήταν παλικάρι.

Τότε εγώ τον ρώτησα μπάρμπα πως σε λένε,
και άρχισαν τα χείλη του με λυγμούς να κλαίνε.


Είχε πόνο στην καρδιά και παράπονο μεγάλο, 
τόσο που ψυχούλα του δεν το μπορούσε άλλο.

Κάτσε παιδί μου να σου πω αυτό που με πικραίνει,
και την γέρικη καρδιά που χρόνια την βαραίνει.


Φτωχός εγώ γεννήθηκα μεγάλωσα με πείνα,
όταν πήρα την απόφαση και πήγα στην Αθήνα.
.
Εκεί λοιπόν εργάστηκα και πέρασαν τα χρόνια,
παντρεμένος με παιδιά και έχω τώρα εγγόνια.


Σαν πήρα λοιπόν την σύνταξη εγώ και η γυναίκα,
φύγαμε για το χωριό οι δυο μας απ'τους δέκα.

Οχτώ παιδιά μεγάλωσα τ'ανέθρεψα με κόπο,
τα χρήματα πού έβγαζα είχαν πιάσει τόπο.


Τα σπούδασα τα πάντρεψα τους έδωσα και προίκα,
σπίτια και οικόπεδα για τα παιδιά μου βρήκα.


Έμενα με την γριά στο χωριό παρέα,
ως που μια μέρα έφυγε απ'τη ζωή μοιραία.



Μόνος εγώ απέμεινα χωρίς την συντροφιά μου,
είχα όμως έλεγα τα καλά παιδιά μου.

Όσο περνούσε ο καιρός κανείς τους δε ρωτούσε,
αν ο Πατέρας στο χωριό μόνος του μπορούσε. 


Χτυπάει το τηλέφωνο τρέχω να προφτάσω,
ακούω μια γλυκιά φωνή ''γεια σου Παππού μου Τάσο!!!''.

Ήταν το εγγόνι μου πες μου πως ν'αντέξω???
εδώ που τώρα βρίσκομαι μαζί του πως να παίξω???


Ακούω μετά τον γιόκα μου τι κάνεις ρε Πατέρα?
Τι σκέφτεσαι να κάνουμε από δω και πέρα?


Απάντηση του έδωσα χωρίς να περιμένει,
πως δεν θα πάω σπίτι του αυτός κι'αν επιμένει.


Πατέρα μου λέει δεν χωράς με συγχωρείς συγνώμη,
αλλά έχω να σου πω την εξής τη γνώμη.

Τότε ασυγκράτητα τρέχαν τα δάκρυά μου,
την κυρά μου σκέφτηκα που ήταν μακριά μου. 


Μου λέει λοιπόν σκεφτήκαμε για να μην είσαι μόνος,
να πας εκεί στο ίδρυμα να περάσει λίγο ο χρόνος.

Δεν είχα καν τη δύναμη άλλο πια να κλάψω,
απλά την πίκρα και άδικο προτίμησα να κάψω.


Απάντηση δεν έδωσα τους άφησα να πράξουν,
ούτε που το σκέφτηκαν την γνώμη τους ν'αλλάξουν.



Όταν λοιπόν σταμάτησε σκούπισα τα μάτια 
και η καρδιά μου έσπασε σε χίλια δυο κομμάτια.

«Ο μπάρμπα Τάσος ήτανε ενός πατέρα η ιστορία,
που αυτό που άξιζε ήταν μόνο η τιμωρία.

Να μην χαρεί τα εγγόνια του που τόσο αγαπούσε,
την θαλπωρή και ζεστασιά που τόσο λαχταρούσε.


Πώς σ'αυτόν τον άνθρωπο μια ώρα να του φτάσει,
εκεί έξω στην αυλή τα εγγόνια να χορτάσει???».

Τότε εγώ θυμήθηκα τον δόλιο μου Πατέρα,
που και 'γω στο ίδρυμα τον άφησα μια μέρα. 

Σηκώθηκα και έφυγα να πάω να συναντήσω,
το μνήμα του Πατέρα μου ΣΥΓΝΩΜΗ να ζητήσω.



Ένα κερί του άναψα και έκλαιγα στο χώμα,
ας ζούσες πατερούλι μου και να σ'είχα ακόμα.


"Ποταμιώτης"


Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Κράνα: το δώρο του ελληνικού δάσους, το «superfood» του μέλλοντος


Κράνα: το δώρο του ελληνικού δάσους, το «superfood» του μέλλοντος



Η Κρανιά (Cornus Mas Cornaceae) είναι φυλλοβόλο δέντρο, το πιο σπουδαίο από τα 50 και πλέον είδη που υπάρχουν στην οικογένεια Cornaceae. Έχει πυκνό φύλλωμα, κίτρινα άνθη με τέσσερα πέταλα και οι καρποί της- τα κράνα, είναι σφαιρικοί με έντονο κόκκινο χρώμα και ξινή γεύση. Η Κρανιά ανθοφορεί νωρίς την άνοιξη και καρποφορεί το φθινόπωρο ανάλογα με το υψόμετρο και τι κλίμα. Μνημονεύεται από τον Όμηρο, τον Παυσανία, το Θεόφραστο και τον Ηρόδοτο, για το ανθεκτικό ξύλο και τους καρπούς της, τα κράνα. Η ελληνική κρανιά αυτοφύεται σε πολλές περιοχές της χώρας μας και αγαπά το υψόμετρο. Οι περισσότερες καλλιέργειες εντοπίζονται σήμερα στη Ροδόπη, τις Σέρρες, την Ημαθία, την Κοζάνη και την Ήπειρο.



Τα κράνα είναι πλούσια σε φλαβονοειδή, ανθοκυάνες και φαινολικά παράγωγα, κατά την περίοδο της ανάπτυξης και της ωρίμανσης του καρπού. (1) Έχουν μεγάλη περιεκτικότητα σε Καροτίνη, Πηκτίνη και Τανίνη, Βιταμίνη C (103 mg/100 g), Σίδηρο και Ασκορβικό οξύ (4873 mg/100 g). (2) Οι ουσίες αυτές έχουν αντιοξειδωτικές και στυπτικές ιδιότητες. Αποτελούν τονωτικό του ανθρώπινου οργανισμού και ρυθμίζουν το πεπτικό σύστημα.



Τα κράνα βελτιώνουν την όραση και τη μνήμη. Τα αντιοξειδωτικά θωρακίζουν τον οργανισμό και επιβραδύνουν τη γήρανση γιατί απομακρύνουν από τα κύτταρα, τις ελεύθερες ρίζες. Τα φλαβονοειδή έχουν αντιθρομβωτική δράση και μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση του κινδύνου πολλών χρόνιων ασθενειών, όπως ο καρκίνος, το εγκεφαλικό και η στεφανιαία νόσος.

Τα Κράνα:
αποτελούν πλούσια πηγή βιταμίνης C, πηγή βιταμίνης E
περιέχουν ισχυρά φυσικά αντιοξειδωτικά
περιέχουν μηδενικά λιπαρά και χοληστερόλη



Η Κρανιά, ένα αυτόχθονο, μακρόβιο δέντρο μας χαρίζει τα Κράνα, το δώρο του ελληνικού δάσους, για καλή υγεία! Χρειάζεται μόνο νερό. Δεν προσβάλλεται από έντομα και φυτονόσους. Καθώς δεν χρειάζεται φυτοφάρμακα και λιπάσματα, τα προϊόντα της είναι 100% βιολογικά. Τα Κράνα χαρακτηρίζονται δίκαια ως υπερτροφή, όπως δείχνουν οι εργαστηριακές αναλύσεις και είναι το «SuperFood» (3) του μέλλοντος.

«Κάλλιον το προλαμβάνειν ή το θεραπεύειν»
Ιπποκράτης

Πληροφορίες
European Food Information Council – Η επιστήμη πίσω από τα «σουπερ-τρόφιμα»: είναι όντως σούπερ;
Cornus mas στο wikipedia

Σημειώσεις
(1) Ινστιτούτο φυλλοβόλων δένδρων ΕΘΙΑΓΕ, κ. Τσιπουρίδη, E. Belini – E. Giordani. Φρουτονέα, τεύχος 75, σελ. 48-50
(2) Βιβλιογραφική έρευνα, Φαρμακευτική σχολή Α.Π.Θ.
(3) «Superfood»: ένα πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά τρόφιμο που θεωρείται ιδιαιτέρως ωφέλιμο για την υγειά και την ευεξία. Oxford English Dictionary

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

ΔΩΡΕΑΝ ΘΕΡΜΑΝΣΗ


ΔΩΡΕΑΝ ΘΕΡΜΑΝΣΗ – Ο «Τρελός» Έλληνας ανοίγει τον δρόμο!





«Δεν μπορώ να πιστέψω πώς τόσοι επιστήμονες δεν καταλαβαίνουν αυτά τα απλά πράγματα και ισχυρίζονται ακόμη πως η παραγωγή καθαρού υδρογόνου είναι ασύμφορη», έλεγε και ξανάλεγε ο Καλογεράκης, αραδιάζοντας ένα σωρό επιχειρήματα για να ενισχύσει τον δικό του ισχυρισμό ότι η παραγωγή καθαρού υδρογόνου με τον τρόπο που το κατάφερε αυτός, σε συνδυασμό με την δωρεάν ενέργεια που παρέχει ο ήλιος και ο αέρας, είναι η μόνη διέξοδος για την έξοδο από την κρίση και τη σωτηρία του πλανήτη. «Δεν μιλάω για φθηνή ενέργεια, μιλάω για τσάμπα ενέργεια, ακίνδυνη ενέργεια, οικολογική ενέργεια, επαναλάμβανε συνεχώς ο Καλογεράκης…


ΕΔΩ ΤΟ VIDEO ΤΟΥ ΕΡΕΥΝΗΤΗ ΚΑΙ ΕΦΕΥΡΕΤΗ


Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΑΚΩΝΑΣ: ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΔΟΤΕΣ !!

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΑΚΩΝΑΣ: ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΔΟΤΕΣ !!

Ο Κώστας Τσάκωνας, τα λέει "έξω από τα δόντια".
Συνέντευξη στον Θόδωρο Μαραγκό. Ιούλιος 2013.



Μεγάλε Κώστα Τσάκωνα. Καλό ταξίδι.
"Έφυγες" και σταμάτησες να βλέπεις τα χάλια μας, γλίτωσες.
Η Ελλάδα δεν αλλάζει...
Και ποιοί αγανακτισμένοι ρε Τσάκωνα; Πάνε και αυτοί, σίγησαν.
Από το κακό στο χειρότερο πάμε Κώστα.
Και ποιούς Έλληνες ρε Κώστα; Έβλεπες Έλληνες παλλήκαρε; Ελάχιστοι!

Εξαιρετικά σωστή η τελευταία σου φράση.
Να σαι καλά εκεί που είσαι, σε ευχαριστούμε για το γέλιο που έδωσες και μακάρι τα λόγια σου κάποτε να μπούνε στο μυαλό των ανθρώπων, όχι γιατί τα λες εσύ, απλά γιατί πρέπει όλοι από μόνοι μας να τα εφαρμόσουμε στη πράξη και όχι απλά να τα ακούμε από διάφορους σαν εσένα και να λέμε "δίκιο έχει".





Μια ιστορία για την αγάπη και τη συγγνώμη

Μια ιστορία για την αγάπη και τη συγγνώμη



Είναι η ιστορία δύο φίλων που περπατούν στην έρημο.

Κάποια στιγμή τσακώθηκαν και ο ένας από τους δύο έδωσε ένα χαστούκι στον άλλο.

Αυτός ο τελευταίος, πονεμένος, αλλά χωρίς να πει τίποτα, έγραψε στην άμμο: «ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΕ ΧΑΣΤΟΥΚΙΣΕ».

Συνέχισαν να περπατούν μέχρι που βρήκαν μια όαση όπου αποφάσισαν να κάνουν μπάνιο. Αλλά αυτός που είχε φάει το χαστούκι παρολίγο να πνιγεί και ο φίλος του τον έσωσε.

Όταν συνήλθε, έγραψε πάνω σε μία πέτρα: «ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΕΣΩΣΕ ΤΗ ΖΩΗ».

Αυτός που τον είχε χαστουκίσει και στη συνέχεια του έσωσε τη ζωή, τον ρώτησε: όταν σε χτύπησα, έγραψες πάνω στην άμμο, και τώρα έγραψες πάνω στη πέτρα. Γιατί; Ο άλλος φίλος απάντησε: «Όταν κάποιος μας πληγώνει, πρέπει να το γράφουμε στην άμμο όπου οι άνεμοι της συγγνώμης μπορούν να το σβήσουν.

Αλλά όταν κάποιος κάνει κάτι καλό για μας, πρέπει να το χαράζουμε στην πέτρα, όπου κανένας άνεμος δεν μπορεί να το σβήσει».

ΜΑΘΕ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ ΣΟΥ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ ΚΑΙ ΝΑ ΧΑΡΑΖΕΙΣ ΤΙΣ ΧΑΡΕΣ ΣΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ. ΠΑΡΕ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ

Μια ιστορία για το καλό και το κακό


Μια ιστορία για το καλό και το κακό




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ιερωμένος που έκρινε τις πράξεις των ανθρώπων & τους έβαζε να μετανοούν.Έφτασε να πιστεύει πως ξέρει τι είναι το καλό & το κακό.
Ένα πρωί,εμφανίστηκε ένας άγγελος. “Ο Θεός με έστειλε για να σου δείξω κάτι”,του είπε.Τον πήρε & τον μετέφερε με θαυμαστό τρόπο πίσω από ένα θάμνο. “Πες μου τι βλέπεις;”,τον ρώτησε. “Βλέπω έναν πλάτανο με παχύ ίσκιο & μια βρύση με δροσερό νερό να ρέει πλάι του”,αποκρίθηκε αυτός. “Τώρα θα πρέπει να μου υποσχεθείς πως ό,τι & να δεις να συμβαίνει,δεν θα επέμβεις”.

Ο ιερέας συμφώνησε. Μετά από λίγο,εμφανίστηκε ένας πλούσιος με το άλογό του & σταμάτησε να πιει νερό & να ξαποστάσει.Ήπιε νερό & ξάπλωσε για λίγο κάτω από το δροσερό ίσκιο του πλάτανου,όπου πήρε έναν υπνάκο.Ύστερα ξύπνησε,ανέβηκε στο άλογό του & συνέχισε το δρόμο του,αφήνοντας όμως πίσω του ένα πουγγί παραγεμισμένο με χρυσές λίρες.

Μετά από λίγη ακόμη ώρα,ένας δεύτερος άνθρωπος εμφανίστηκε πεζός & σταμάτησε να πιει νερό.Ξαφνικά,είδε το πουγγί με τις λίρες, το σήκωσε & άρχισε να χοροπηδά από χαρά.Έβαλε το πουγγί στην τσέπη του & χωρίς να χάσει καιρό,έτρεξε να εξαφανιστεί.Λίγο αργότερα,ένας τρίτος άνθρωπος, έφτασε κι αυτός στη βρύση.


Την ώρα όμως που έπινε νερό,επέστρεψε ο πλούσιος,ο οποίος είχε στο μεταξύ αντιληφθεί ότι είχε χάσει το πουγγί του & γύρισε να το αναζητήσει.Μόλις λοιπόν είδε τον άλλο άνθρωπο,άρχισε να τον κατηγορεί ότι του έκλεψε το πουγγί με τις λίρες & να του ζητά να του τις επιστρέψει.Άρχισαν να καυγαδίζουν & πάνω στον καυγά, ο πλούσιος έσπρωξε απότομα τον άλλο, εκείνος έπεσε στο έδαφος κι έσπασε το σβέρκο του σε μια απ’ τις ρίζες του πλάτανου.Ο πλούσιος πανικόβλητος,ανέβηκε στο άλογό του κι εξαφανίστηκε…

“Πες μου τώρα”, είπε ο άγγελος στον ιερέα. “Τι πιστεύεις γι’ αυτά που είδες, ήταν καλά ή κακά;”

“Καλέ μου άγγελε”,απάντησε εκείνος,” η ψυχή μου είναι βαριά από το κακό που είδα να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου,χωρίς να μπορώ να αντιδράσω.Ο ένας έκλεψε το πουγγί που δεν ήταν δικό του,ο άλλος κατηγόρησε άδικα έναν αθώο άνθρωπο & από πάνω τον σκότωσε,χωρίς μάλιστα να τιμωρηθεί.”

“Δεν γνωρίζεις όμως ακριβώς την ιστορία”, αποκρίθηκε ο άγγελος.”Ο πλούσιος που ήρθε πρώτος στη βρύση, είχε καταπατήσει τα χωράφια του δεύτερου & τα δικαστήρια τον είχαν δικαιώσει, όπως κάνει πάντοτε η ανθρώπινη δικαιοσύνη, ν’αδικεί τους φτωχούς & να αθωώνει τους πλούσιους. Η θεία δικαιοσύνη όμως απαιτούσε ο πλούσιος να πληρώσει το χρέος του και αυτός ήταν ο τρόπος που επέλεξε ο Θεός για να συμβεί αυτό.

Ο τρίτος άνθρωπος,αυτός που σκοτώθηκε,είχε δολοφονήσει τον αδελφό του,χωρίς να το υποψιαστεί κανείς,ούτε & να τον κατηγορήσει.Οι τύψεις του όμως ήταν τέτοιες, που γονατιστός παρακάλεσε το Θεό να τον απαλλάξει απ’ το βάρος που κουβαλούσε.Αυτός ήταν ο τρόπος που βρήκε ο Θεός για ν’ ανταποκριθεί στην προσευχή του.

Ο ιερέας κοίταξε τον άγγελο εμβρόντητος, μην ξέροντας τι να πει. “Πήγαινε λοιπόν”, τον αποχαιρέτησε ο άγγελος ” & να θυμάσαι πόσο λίγα γνωρίζεις, ώστε να μπορείς ν’ αποφασίσεις τι είναι καλό & τι κακό.”

Georgios Vas

enallaktikidrasi.com