Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Η πέρδικα και ο κυνηγός


Η πέρδικα και ο κυνηγός 

Παιδικά / Μύθοι του Αισώπου





Πώς την είχε πατήσει έτσι; Πώς είχε μπλεχτεί στα δίχτυα του κυνηγού; Η πέρδικα αδίκως πάλευε. Είχε πιαστεί για τα καλά και όσο κουνιότανε τόσο πιο πολύ μπλεκότανε στην καλοστημένη παγίδα. Και σε λίγο θα ερχόταν και ο κυνηγός. Έπρεπε γρήγορα να σκεφτεί κάποιο σχέδιο.

Όμως γρήγορα ο κυνηγός έφτασε. Χαρούμενος που η πέρδικα είχε πιαστεί στα δίχτυα του, την άρπαξε στα χέρια του. «Σήμερα εγώ και η γυναίκα μου θα φάμε ένα πολύ νόστιμο γεύμα», συλλογίστηκε.

– Σε παρακαλώ μη με φας, τον παρακάλεσε η πέρδικα, εξάλλου, πώς θα χορτάσεις μόνο με μένα. Αν όμως με αφήσεις ελεύθερη, αν με αφήσεις να ζήσω, θα σε βοηθήσω να πιάσεις πολλές άλλες πέρδικες.

Ο κυνηγός το σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα και έπειτα της απάντησε:

– Τώρα είναι που δεν σ’ αφήνω να φύγεις με τίποτα. Το ότι είσαι πρόθυμη να παγιδεύσεις και να προδώσεις τους φίλους σου, είναι για μένα ένας παραπάνω λόγος για να σε κρατήσω.

Αυτά είπε, έβαλε την πέρδικα σε ένα τσουβάλι και πήρε τον δρόμο για το σπίτι του. Και η καημένη πέρδικα σκεφτόταν παγιδευμένη μες στο σακί τα λόγια του κυνηγού και συλλογιζόταν μετανιωμένη πως η προδοσία είναι το μεγαλύτερο και το πιο ποταπό έγκλημα.

Απόδοση: Αλέξανδρος Σαββόπουλος
Αφήγηση: Μαρία Σαββοπούλου


ΠΗΓΗ https://www.pemptousia.gr

ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥ ΑΙΣΩΠΟΥ
Άκουσε τον μύθο


01:09
01:46
    

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Ποιητική συλλογή Πούσι (1947)


Ποιητική συλλογή Πούσι (1947)
Σχετική εικόνα



ΠΟΥΣΙ

Στην Ελένη Χαλκιούση

'Επεσε το πούσι αποβραδίς
το καραβοφάναρο χαμένο
κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τομονιέρα να με δείς.

Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί ,
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλιά σου.
Κάτω στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυο του πόδια στις καδένες.
Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία, θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κι είν' αλάργα τόσο η Τοκοπίλα.
Από να φοβάμαι να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπιλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
Ηρθες να με δεις κι όμως δε μ' είδες
έχω απ' τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ' απ' τις Εβρίδες.



KURO SIWO

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

Πέρ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου 'πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα.

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες στο μυαλό σου να σφυρίζει,
"ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; "

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ' έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που 'χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κ' συ κοιτάς ακόμη πάνω απ΄ το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.



ΣΤΕΡΙΑΝΗ ΖΑΛΗ

Στον Νίκο Τουτουντζάκη

Ο λοστρόμος κρατά μια καραβέλα,
μισή μποτίλια τζιν και δυο μιγάδες,
τη νύχτα μετοικούν οι Συμπληγάδες
στα μπαρ του λιμανιού και στα μπορντέλα.

Πηχτό πούσι σκεπάζει τα καρνάγια.
West End - Thame's Street και διπλός έρως.
Ας φυσάνε στο Πλάτα τα Παμπέρος,
ας ρολάρει το κύμα στη Μπισκάγια.

Χαμηλός ουρανός γιομάτος άστρα,
μα δε μοιάζει μ'αυτόν που σε γνωρίζει.
Η μπαρκέτα γυρίζει; Δε γυρίζει.
Το κορίτσι νυστάζει στην Καράστρα.

Βαρέθηκαν οι ναύτες στο τιμόνι,
το' να μάτι σου γέρνει και κοιμάται,
αγρυπνά το δεξί και θυμάται
το φανό που χτυπά μα δε ζυγώνει.

Ο λοστρόμος ξυπνάει και καταριέται
μια μιγάδα που κλαίει και μια μποτίλια.
Ανοιχτά κάπου εννιά χιλιάδες μίλια
το σκυλόψαρο προσμένει και βαριέται.



CAMBAY'S WATER

Στον Π.Π. Παναγιώτου

Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι.
Είχε ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο
"κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω"
ωστόσο οι κάβοι σου σκληρύναν την παλάμη.

Θολά νερά και μίλια τέσσερα το ρέμα,
οι κούληδες τρώνε σκυφτοί ρύζι με κάρι,
ο καπετάνιος μας κοιτάζει το φεγγάρι,
που 'ναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα.

Το ρυμουλκό σφύριξε τρεις και πάει για πέρα,
σαράντα μέρες όλο εμέτραγες τα μίλια,
μ' απόψε - λέω - φαρμάκι κόμπρα είχες στα χείλια,
την ώρα που 'πες με θυμό: "Θα 'βγω άλλη μέρα..."

Τη νύχτα σου 'πα στο καμπούνι μια ιστορία,
την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα,
τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα
κι όλο μουρμούριζες βραχνά: "Φάλτσο η πορεία..."

Ξημέρωσε κ' ήρθε ο φακίρης με τα φίδια,
η Μαχαράνα του Μαζόρ δε φάνηκε όμως!...
Μ' αισχρές κουβέντες τον επείραζε ο λοστρόμος
και του πετούσε απά στα φίδια του σκουπίδια.

Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.
Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι.
Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι
μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι.



ΑΡΜΙΔΑ

Στον Κώστα Βάρναλη

Το πειρατικό του Captain Jimmy,
που μ' αυτό θα φύγετε και σεις,
είναι φορτωμένο με χασίς
κ' έχει τα φανάρια του στην πρύμη.

Μήνες τώρα που 'χουμε κινήσει
και με τη βοήθεια του καιρού
όσο να πάμε στο Περού
το φορτίο θα το έχουμε καπνίσει.

Πλέμε σε μια θάλασσα γιομάτη
με λογής παράξενα φυτά,
ένας γέρος ήλιος μας κοιτά
και μας κλείνει που και που το μάτι.

Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές,
- που να ξοδεύτηκαν τόννοι χίλιοι;
Μας προσμένουν πίπες αδειανές
και τελωνοφύλακες στο Τσίλι.

Ξεχασμένο τ' άστρο του Βορρά,
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.
Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.

Η πλωριά Γοργόνα μια βραδιά
πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,
δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά
του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι.

Κ' έπειτα στις ξέρες του Ακορά
τσούρμο τ' άγριο κύμα να μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.



BLACK AND WHITE

Στον Μ. Καραγάτση

Του Άλμπορ το φανάρι πότε θα φανεί;
Οι μαθήτριες σχολάσανε του ωδείου.
Φωτεινές ρεκλάμες της οδού Σταδίου.
Γέφυρα βρεγμένη σκοτεινή.

Μάτι ταραγμένο μάταια σε κρατώ
στον καιρόν απάνω του Σιρόκου.
Δούλευε το φτυάρι, μαύρε του Μαρόκου
που μασάς βοτάνια για τον πυρετό.

Φεμινά!... Χορός των κεφαλών.
Κ' οι Ναγκό χορεύουν στην Ασία.
Σε πειράζει - μου 'πες - η υγρασία
κ' η παλιά σου αρρώστια της Τουλών.

Τζίντζερ, που κοιτάς με το γυαλί,
το φανάρι του Άλμπορ δεν εφάνη.
Βλέπω στο Λονδίνο εγώ τη Fanny
στο κρεβάτι σου άλλον να φιλεί.

Κρέας αλατισμένο του κουτιού.
Μύωπα καπετάνιο μου και γέρο,
ένα μαγικό σκονάκι ξέρω
τέλειο για την κόρη του ματιού.

Άναψε στη γέφυρα το φως.
Μέσα μου μιλεί ένας παπαγάλος
γέρος στραβομύτης και μεγάλος
μα γιομάτος πείρα και σοφός.

Μέσα μου βαθιές αναπνοές.
Του Κολόμβου ξύπνησαν οι ναύτες.
Όλες τις ρουκέτες τώρα καφ' τες
και Marconi στείλε το S.O.S.



ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ

Στον Γιώργο Σεφέρη

Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Cabes.

Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κ' ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ' το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής.

Ο παπαγάλος σου 'στειλε στερνή φορά το «γεια σου»
κι απάντησε απ' το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής,
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.

Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω: «Σε προδίνω»,
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, το 'πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο
ή στα βρωμιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;

Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε εκείνα τα σπαθιά του λόγου που μ' αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.

Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.



ΚΑΡΑΝΤΙ

Στο κορίτσι απο το Βόλο

Μπάσσες στεριές, ήλιος πυρρός και φοινικιές,
ένα πουλί που ακροβατεί στα παταράτσα.
Γνέφουνε δυο στιγματισμένα μάυρα μπράτσα,
που αρρώστιες τά 'χουνε τσακίσει τροπικιές.

Παντιέρα κίτρινη - σινιάλο του νερού.
Φούντο τις δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο.
Τα δυο φανάρια της νυκτός. Κι ο Pisanello
ξεθωριασμένος απ' το κύμα του καιρού.

Το καραντί θα μας μπατάρει.
Σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά.
Από νωρίς, δεξιά στη μάσκα την πλωριά,
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει.

Ορντίνα δίνει ο παπαγάλος στον ιστό,
όπως και τότε απ' του Κολόμπου την κουκέτα.
Χρόνια προσμένω να τυλίξεις την μπαρκέτα,
χ ρόνια προσμένω τη στεριά, να ζαλιστώ.

Φωτιές ανάβουνε στην άμμο οι ιθαγενείς
κι αχός μας φτάνει καθώς παίζουν τα οργανά τους.
Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους
στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς.

Φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά, στο στόμα φύκια.
'Ετσι ως κοιμήθηκες για πάντα στα βαθιά

GUEVARA

Στο Θανάση Καραβία

Ήτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού: "Καμάρι μου, κοιμήσου".
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.

Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.
Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδερφός. Πού μ' είδες και πού σ' είδα;
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.

Ποιος το 'λεγε, ποιος το 'λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Πάνθηρας ακουρμάζεται, θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ' τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρί βαρεί με δύναμη, μένει βουβό το αμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ' ανοιχτά.
Στ' όμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.
Πέφτει απ' τα χείλη σου, που ακόμα είναι ζεστά,
ένα σβησμένο cigarillos.

T' όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό,
έσμιξε πια με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.

Χοσέ Μαρτί (Κόνδορας πάει και χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ΄ ένα αλώνι).
απόψε οι δυο συντροφιαστοί θα πιείτε μάτε.

Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας το σαϊτάρι.
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι
και μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.

Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει,
μ' αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του.
Μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του
σενιάρει ο φίλος και στο μπόι σου το μετράει.

Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα.
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.

1972



ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΙΙ

Στη Μυρτώ Κουμβακάλη

Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μου 'γινες μοτάρι και καρφί.
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Τη μάκινα για το καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, τη ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που 'σπασε το μεσιανό κατάρτι.
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνω
- της 'Αγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι -
και τα θυμάμαι μόλις 'δω αναθρώσκοντα καπνό.

Το δαχτυλίδι που 'φερνα μου το 'κλεψε η Οράγια.
Το παπαγάλο, μάδησε κι έπαψε να μιλεί.
Ας εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι ας άκουγε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει.
Έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που μάζεψε λεφτά.
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τηνε κατουράει.

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να 'ρθω απ' τα πέλαγα με τη φυρονεριά.

4-1-1974



FATA MORGANA

Στη Θεανώ Σουνά

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκουρίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
'Αγια λαβίδα κι ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στη Πύλη, δυο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.



Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από τη Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στ' Αμανάτι
κι η τέταρτη είν' εν' αγόρι μ' ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα και τιμόνια και προπέλες.

Να 'χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ' τη Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης τ' ασυρμάτου,
και φυλλομετρά το καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στη κόλαση μπορντέλο.



ΑΝΤΙΝΟΜΙΑ

Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές.
Στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει.
Θαλασσοκόρη του βυθού - χίλιες οργιές -
του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι.

Και σ' έριξα σ' ένα βιβάρι σκοτεινό
που στέγνωσε κι εξανεμίστηκε τo αλάτι.
Μα 'συ προσμένεις απ' το δίκαιον ουρανό
το στεριανό, το γητευτή, τον απελάτη.

Όταν θα σμίξεις με το φως που σε βολεί
και θα χαθείς μέσα σε διάφανη αμφιλύκη
πάνω σε πράσινο πετούμενο χαλί,
θα μείνει ο ναύτης να μετρά τo άσπρο χαλίκι.

M/S Aquarius 1974



COCOS ISLANDS

Στη Μαίρη Γιανννουλάτου

Στην πλώρη ο σφυροκέφαλος με το φτερό στη ράχη,
τότε που πήρε ο Συμιακός βουτιά με το κεφάλι.
"Όλο αρμενίζει ο γιόκας μου, που την ευχή μου να 'χει..."
Κι όσοι είδαμε απ' την κουπαστή, μας λύθηκε το αφάλι.

Γιατί μπερδεύω τούτη εδώ με μι' άλλην ιστορία;
Είν' ένα χέρι που πονάει, βαρύ και λαβωμένο.
Βλέπω συχνά στον ύπνο μου ένα άσπρο καρχαρία
με περιμένει νηστικός η εγώ τον περιμένω;

Ακόμα δε φανήκανε κοράκια και παράλια.
Αρμάτωσα μια καθετή με μεσηνέζα σάπια.
Μια δεκοχτούρα απ' το πρωί μοιρολογάει στα στράλια
απάνω στο πλεούμενο, που περπατάει σαν πάπια.

Να ΄χαμε να του δίναμε μια ρίζα, ένα χορτάρι,
ένα κλωνί βασιλικό τα χείλη να δροσίσει,
ή να τον κοινωνούσαμε με μια τούφα χασίσι.
Θα ναρκωνόταν ο σκορπιός που μέσα του σαρτάρει.

Με γάντζους στο κατάστρωμε πήδησαν οι Μαλαίσιοι
και μαλακά τον θέσανε σε μια σκοινένια μπράντα.
Του χάιδευε τα δάχτυλα μια μαύρη, η Τζακαράντα,
και μια γριά μαστόρισσα που βρώμαγε σα λέσι.

Κοιμάται ονειρευάμενος κάμπους με χαμομήλια.
Ξαναγενήκαμε μεμιάς τα ρούχα που φοράμε.
Βόγκει στο πρόσω η μηχανή και τώρα ανηφοράμε,
λειψοί πάνω στο σίδερο, με κουρασμένα μίλια.

Cocos Islands 1956.

ΣΠΟΥΔΗ ΘΑΛΑΣΣΗΣ

Αγνάντευε απ' το κάσσαρο τη θάλασσα ο "Πυθέας"
κι όλο δεξιά και αριστερά σκουντούφλαγε βαριά.
Κι απάνω στο άρμπουρο, ο μουγγός, ο γιος της Δωροθέας,
είχε κιαλάρει δυο γυμνές γυναίκες στη στεριά.

Τότε στην Πίντα κλέψαμε του Αζτέκου την κορνιόλα.
Τραγίσιο δέρμα το κορμί και μέσαθε πουρί.
Φορτίο ποντίκια και σκορπιοί τσιφάρι, στα πανιόλα.
Στο Πάλος κουβαλήσαμε το αγιάτρευτο σπυρί.

Και προσκυνώντας του μεγάλου Χάνου τ' αποκείνα
καβάλα στις μικρόσωμες Κινέζες στις πιρόγες,
- μετάξι ανάριο τρίχωμα, τριανταφυλλένιες ρώγες -
φέραμε κείνον τον κλεμμένο μπούσουλα απ' την Κίνα.

Δεμένα τα ποδάρια μας στου Πάπα τις γαλέρες
κουρσεύαμε του ωκεανού τα πόρτα ή τα μεσόγεια.
Σπέρναμε όπου περνούσαμε πανούκλα και χολέρα
μπερδεύοντας με το τρελό μας σπέρμα όλα τα σόγια.

Όπου γυναίκα, σε ναούς, καλύβα ή σε παλάτι,
σε κάσες με μπαχαρικά ή πίσω από βαρέλια,
μας καθαρίζαν τις παλιές πληγές από το αλάτι,
πότε ντυμένες στα χρυσά και πότε στα κουρέλια.

Απίκου πάντα οι άγκυρες και οι κάβοι πάντα ντούκια.
Ορθοί πάντα κι αλύγιστοι στην ανεμορριπή,
μασώντας, σαν τα ζωντανά, μπανάνες και φουντούκια,
κατάβαθα πιστεύοντας: αμάρτημα η ντροπή.

Στα όρτσα να προλάβουμε. Τραβέρσο και προχώρα.
Να πάμε να ξοδέψουμε την τελευταία ριξιά
σε κείνη την απίθανη σ' όλο τον κόσμο χώρα
που τα κορίτσια το 'χουνε στα δίπλα ή και λοξά.

19-1-1975



ΠΙΚΡΙΑ

Ξέχασα κείνο το μικρό κορίτσι από το Αμόι
και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα,
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμόι,
και τη γριά που μέτραγε με πόντους τη ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου,
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα,
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.

Ό,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι:
τον τρόμο που δοκίμαζα πηδώντας στο κατάρτι,
το μπούσουλα, τη βάρδια μου και τη πορεία στο χάρτη,
για ένα δυσεύρετο, μικρό, θαλασσινό κοχύλι.

Τον πυρετό στους Τροπικούς, του Rio τη μαλαφράντζα,
την πυρκαγιά που ανάψαμε μια νύχτα στο Μανάο.
Τη μαχαιριά που μου 'δώσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα
και "Σε πονάει με τη νοτιά;" - Όχι, απ' αλλού πονάω.

Του τρατολόγου το καημό, του ναύτη την ορφάνια,
του καραβιού που κάθισε την πλώρη τη σπασμένη.
Τις ξεβαμμένες στάμπες μου, που 'χα για περηφάνια,
για σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη.

Τι να σου τάξω, ατίθασο παιδί, να σε κρατήσω;
Παρηγοριά μου ο σάκος μου, σ' Αμερική κι Ασία.
Σύρμα που εκόπηκε στα δυο και πως να το ματίσω;
Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει τη προδοσία.

Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι.
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια,
απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι
και ταψιδέψαν τα νησιά στο πόντο, τα Κανάρια.

Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,
δυο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι

Ποιητική συλλογή Μαραμπού (1933)


Ποιητική συλλογή Μαραμπού (1933)
Αποτέλεσμα εικόνας για τιμονι ολο αριστερα,ΜΑΝΑ,δεν θα γυρισω


ΜΑΡΑΜΠΟΥ

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το 'μαθε, γιατί δεν το 'πα σε κανένα.

Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ' ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα - σαν άνθος έμοιαζε αλπικό -
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου όπου 'χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρό απ' το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θα 'φευγε, την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!...ΜΙα βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ' άρπαξ' απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ' τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
"μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της".

Όταν την είδα και στο φως τ' αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ' ένα δέος αλλόκοτο, σα να 'χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά...Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου...Μ' απόμεινα κι εγώ
ένα σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ' αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συγχωρέσει...

Το χέρι τρέμει...Ο πυρετός...Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω…



ΕΝΑΣ ΔΟΚΙΜΟΣ ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΕΝ ΩΡΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Στο ημερολόγιο γράψαμε: "Κυκλών και καταιγίς".
Εστείλαμε το S.O.S. μακριά σε άλλα καράβια,
κι εγώ κοιτάζοντας χλωμός τον άγριον Ινδικό
πολύ αμφιβάλλω αν φτάσουμε μια μέρα στη Μπατάβια.

Μα δε λυπάμαι μια σταλιάν - Εμείς οι ναυτικοί
έχουμε, λένε, την ψυχή στο διάολο πουλημένη.
Μια μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνή και σκυθρωπή,
που χρόνια τώρα και καιρούς το γιο της περιμένει.

Το ξέρω πως η θέση μας είναι άσχημη πολύ.
Η θάλασσα τη γέφυρα με κύματα γεμίζει
κι εγώ λυπάμαι μοναχά που δεν μπορώ να πω
σε κάποιον, κάτι που πολύ φριχτά με βασανίζει.

Θεέ μου! είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει.

Συχώρεσέ με...Κάποτες όπου 'χα πιει πολύ
και δεν εκαταλάβαινα το τι έκανα, στο Αλγέρι,
για μιαν μικρήν Αράπισσα, που εχόρευε γυμνή,
επέταξα κατάστηθα σε κάποιον το μαχαίρι.

Συχώρεσέ με...Μια βραδιά θολή στο Σάντα Φε,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ' την κάλτσα της μια δέσμη από λεφτά
που όλη τη μέρα εμάζευεν απ' την αισχρήν δουλειά της.

Κι ακόμα, Κύριε...ντρέπομαι να το συλλογιστώ,
(μα ήτανε τόσο κόκκινα κι υγρά τα ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική...)
κοιμήθηκα μ' έναν μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.

Κύριε...ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό
σε λίγο στις υδάτινες ειρκτές νεκρό θα πέσει...
Μα τέσσερα όμως σκέφτομαι γαλόνια εγώ χρυσά
κι ένα θλιμμένο δόκιμο, που δε θα τα φορέσει...



ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΩΝ ΦΟΡΤΗΓΩΝ

Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σα μια γλυκιά γυναικεία συντροφιά.

Είναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ' ένα αργό και ηδονικό σπασμό.

Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι' αυτό
κι όταν αργά και ράθυμα στα μάτια τους κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.

Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό.

Γιατί είναι τ' άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο τα τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ' ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

Λίγο πριν απ' το θάνατον από τους ναύτες ένας,
- αυτός οπού 'δε πράματα στη ζήση του φριχτά -
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μες στη θάλασσα την άγρια την πετά.

Και τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.



ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικανικόν ατσάλινο μαχαίρι
- όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες -
που από ένα γέρον έμπορο τ' αγόρασα στ' Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μιαν παλιάν ελαιογραφίαν του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

"Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν' αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν, πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του, γιατί τον απατούσε.
Ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, το δύστυχο αδερφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας Αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι σε χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μ' αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μι' άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είν' αλαφρή, για πιάσε το, δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις."
- Πόσο έχει; - Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις, πάρ' το.

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙΣΑΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

"Φαίνεται πια πως τίποτα - τίποτα δεν μας σώζει..."
ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ' αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.

Κάτι που θα 'κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφέιου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Κάτι που θα 'κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τ' αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ...Σκεφτείτε...Εγώ.
Ένα καράβι...Να σας πάρει, Καίσαρ...Να μας πάρει...
Ένα καράβι, που πολύ μακριά θα τ' οδηγώ.

Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
- Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ' αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν' ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ' ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
εσείς τσιγάρα "Κάμελ" να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.

Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
- μια γριά σ' ένα πολύβουο καφενείο -
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε - ίσως - τη Γκρέτα να επιστρέψει.

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα 'ναι ποιητικότερο και πι' όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ' άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, "καπνός κι αθάλη",
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θα 'τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν' αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.



Ο ΠΙΛΟΤΟΣ ΝΑΓΚΕΛ

Στον ποιητή Ν. Ράντο

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, Νορβηγός πιλότος στο Κολόμπο,
άμα έδινε κανονική πορεία στα καράβια
που φεύγαν για τους άγνωστους και μακρινούς λιμένες,
κατέβαινε στη βάρκα του βαρύς, συλλογισμένος,
με τα χοντρά τα χέρια του στο στήθος σταυρωμένα,
καπνίζοντας ένα παλιό χωμάτινο τσιμπούκι,
και σε μια γλώσσα βορινή σιγά μονολογώντας
έφευγε μόλις χάνονταν ολότελα τα πλοία.

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, πλοίαρχος σε φορτηγά καράβια,
αφού τον κόσμο γύρισεν ολόκληρο, μια μέρα
κουράστηκε κι απόμεινε πιλότος στο Κολόμπο.
Μα πάντα συλλογίζονταν τη μακρινή του χώρα
και τα νησιά που 'ναι γεμάτα θρύλους, τα Λοφούτεν.
Όμως μια μέρα επέθανε στην πιλοτίνα μέσα
ξάφνου σαν ξεπροβόδισεν το Steamer Tank "Fjord Folden"
όπου έφευγε καπνίζοντας για τα νησιά Λοφούτεν...



ΕΧΩ ΜΙΑ ΠΙΠΑ

Στον ποιητή Απ. Μελαχροινό

Έχω μια πίπα ολλανδική από ένα μαύρο ξύλο,
όπου πολύ παράξενα την έχουν σκαλισμένη.
Έχει το σχήμα κεφαλιού Γοργόνας με πλουμίδια.
Κι ένας σ' εμέ ναύτης Δανός την έχει χαρισμένη.

Και μου 'πε αυτός πως μια φορά του την επούλησε ένας,
στην Αλεξάντρεια, έμπορος ναρκωτικών, Αράπης,
και στον Αράπη - λέει - αυτόν, την είχε δώσει κάποια,
σε κάποιο πόρτο μακρινό, γυναίκα της αγάπης.

Πολλές φορές, τις βραδινές σκοτεινιασμένες ώρες,
ανάβοντας την πίπα αυτή, σε μια γωνιά καπνίζω,
κι ο γκρίζος βγαίνοντας καπνός σιγά με περιβάλλει,
κάνοντας ένα γύρω μου κενό, μαβί και γκρίζο.

Και πότε μια ψηλή, ο καπνός, γυναίκα σχηματίζει,
πότε ένα πόρτο ξενικό πολύ και μακρυσμένο.
Και βλέπω μες στους δρόμους του τους κρύους και βραδιασμένους
να περπατά έναν ύποπτο Αράπη μεθυσμένο.

Και βλέπω πάλι, άλλες φορές, μια γρήγορη γαλέρα
με τα πανιά της ανοιχτά στο αβέβαιο να αρμενίζει
κι απάνω στο μπαστούνι της να κάθεται ένας ναύτης,
να 'χει μια πίπα - όπως αυτήν εγώ - και να καπνίζει.

Έχω μια πίπα ξύλινη παράξενα γλυμμένη.
Βλέπω καπνίζοντας τα πιο παράδοξα όνειρά μου.
Σκέφτομαι: "Θα 'ναι μαγική". Μα πάλι λέω: μη φταίει
ο εγγλέζικος βαρύς καπνός και η νευρασθένειά μου;



Η ΜΑΪΜΟΥ ΤΟΥ ΙΝΔΙΚΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ

Κάποτε, σ’ ένα μακρινό λιμάνι του Ινδικού,
δίνοντας μια πολύχρωμη μεταξωτή γραβάτα
σ’ έναν αράπη, μια μικρήν αγόρασα μαϊμού
με μάτια γκρίζα, σκοτεινά και πονηριά γεμάτα.

Ένα τσιμπούκι δάγκωνε στο στόμα της χοντρό
και το ‘βγαζε όταν ήθελε μονάχα να φυσήσει
έναν καπνό πολύ βαρύ, που, ως μου ‘πε ο πουλητής,
ήταν οπίου, που από μικρή την είχε συνηθίσει.

Τις πρώτες μέρες μοναχή στης πλώρης μια γωνιά,
ξερνούσε και με κοίταζε βουβή και λυπημένη,
μα σαν επέρασε καιρός, ερχόταν μοναχή
κι ώρες πολλές στον ώμο μου ξεχνιόταν καθισμένη.

Όταν στη γέφυρα έκανα τη βάρδια της νυχτός
κι η νύστα βασανιστικά τα μάτια μου ετρυπούσε,
στον ώμο μου κρυώνοντας στεκόταν σκυθρωπή
και σοβαρά μαζί μ’ εμέ τον μπούσουλα εκοιτούσε.

Στα πόρτα της αγόραζα μπανάνες και γλυκά
κι έξω με μι’ άλυσο μικρή την έβγαζα δεμένη
κι αφού σ’ όλα καθόμαστε κι επίναμε τα μπαρ,
στο φορτηγό γυρίζαμε κι οι δυο μας μεθυσμένοι.

Δε θύμωνε και μου ‘δειχνε πολύ πως μ’ αγαπά,
ούτε κακά την άκουσα ποτέ να μου γρυλίσει.
Φαινόταν πως συνήθισε τις κακουχίες κι εμέ,
κι εγώ σαν έναν άνθρωπο την είχα συνηθίσει.

Κάποια φορά που επήγαινα μαζί της σκεφτικός
εξέφυγ' απ’ τα χέρια μου χαρούμενη και πάει.
είχε προτέρημα πολύ μεγάλο: να σιωπάει.
Μα κάτι είχε απ’ την ύπουλη καρδιά της γυναικός.



ΕΝΑΣ ΝΕΓΡΟΣ ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ

Ο Γουίλλη, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί,
όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε,
στην καμαρά μου ερχότανε, γελώντας, να με βρει,
κι ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε.

Μου 'λεγε πως καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς
και στο Αντεν πως, χορεύοντας, πίνουν την άσπρη σκόνη
κι έπειτα πως φωνάζουνε και πως μονολογούν
όταν η ζάλη μ' όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.

Μου 'λέγ' ακόμα ότ' είδ' αυτός, μια νύχτα που 'χε πιει,
πως πάνω σ' άτι εκάλπαζε, στην πλάτη της θαλάσσης,
και πίσωθέ του ετρέχανε γοργόνες με φτερά.
- Σαν πάμε στο Άντεν, μου 'λεγε, και συ θα δοκιμάσεις.

Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών
και του 'λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει,
και τότε αυτός συνήθιζε, γελώντας τρανταχτά,
με το 'να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει.

Μες το τεράστιο σώμα του είχε μι' αθώα καρδιά.
Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα - στη Μαρσίλια,

GABRIELLE DIDOT

Το βράδυ ετούτο κάρφωσε μ’ επιμονή το νου μου
κάποια γυναίκα που άλλοτες εγνώρισα, κοινή,
που ωστόσο αυτή ξεχώριζεν από τις αδελφές της,
γιατί ήταν πάντοτε σοβαρή, θλιμμένη και στυγνή.

Θυμάμαι που την πείραζαν συχνά τ’ άλλα κορίτσια,
γελώντας την για το ύφος της το σοβαρό,
και μεταξύ τους έλεγαν, αισχρό κάνοντας σχήμα,
πως θα συνήθιζε και αυτή με τον καιρό.

Κι αυτή, ψυχρή και σιωπηλή, καθόταν στη γωνιά της,
ενώ μια γάτα χάιδευε με αυτάκια μυτερά
κι ένα σκυλί που δίπλα της στεκόταν λυπημένο –
ένα σκυλί όπου ποτέ δεν κούναε την ουρά.

Κι έμοιαζ’ η γάτα, που αυστηρή την κοίταζε στα μάτια,
η πλήξη ως να ‘ταν, που με μάτια κοίταε ζοφερά,
και το σκυλί που εδάγκωνε το κάτασπρό της χέρι,
η τύψη ως να ‘ταν έμοιαζε, που δάγκωνε σκληρά.

Πολλές φορές περίεργες την εκύκλωναν σκέψεις
και προσπαθούσε – μου ‘λεγε- συχνά να θυμηθεί,
το νου της βασανίζοντας τις ώρες της ανίας,
όσους μαζί της είχανε μια νύχτα κοιμηθεί.

Ώρες πολλές εκοίταζε τα σκοτεινά της μάτια
κι ενόμιζα πως έβλεπα βαθιά μέσα σε αυτά
τρικυμισμένες θάλασσες, νησιά του αρχιπελάγους
και καραβάκια που έφευγαν με τα πανιά ανοιχτά.

Απόψε αναθυμήθηκα κάποια κοινή γυναίκα
κι ένα τραγούδι εσκάρωσα σε στύλ μπωντλαιρικό,
που ως το διαβάζεις, σιωπηλέ, παράξενε αναγνώστη,
γελάς γι’ αυτόν που το ‘γραψε, με γέλιο ειρωνικό.



ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ

Στο Θανάση Καραβία

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται, βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ' ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

Οι Κούληδες με τη βαριά ωχροκίτρινη μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γεμάτοι από ικεσία,
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Και οι Ελληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή ''Πάτερ ημών...''
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.



A BORD DE L' "ASPASIA"

Ταξίδευες κυνηγημένη από τη μοίρα σου
για την κατάλευκη μα πένθiμη Ελβετία,
πάντα στο deck, σε μιά σαίζ-λόγκ πεσμένη, κάτωχρη
απ' την γνωστή και θλιβερότατην αιτία.

Πάντοτε ανήσυχα οι δικοί σου σε τριγύριζαν,
μα εσύ κοιτάζοντας τα μάκρη αδιαφορούσες.
Σ' ό,τι σου λεγαν πικρογέλαγες, γιατί ένιωθες
πως για τη χώρα του θανάτου οδοιπορούσες.

Κάποια βραδιά, που από το Στρόμπολι περνούσαμε,
είπες σε κάποιον γελαστή, σε τόνο αστείου:
" Πώς μοιάζει τ' άρρωστο κορμί μου, καθώς καίγεται,
με την κορφή τη φλεγομένη του ηφαιστείου!"

'Υστερα σ'είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες
μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω.
Κ' εγώ, που την υγρή έκταση αγάπησα,
λέω πως εσένα θα μπορούσα ν' αγαπήσω.



ΓΡΑΜΜΑ ΑΠ' ΤΗ ΜΑΡΣΙΛΙΑ

Έσχισα, φίλε μου, πολλά χαρτιά για να σου γράψω.
Εδώ η Μαρσίλια μ’έκανε πολύ να ζαλιστώ,
κι όμως δεν πέρασε στιγμή, πιστέφτε, αγαπητέ μου,
χωρίς και μες στη ζάλη μου να σας συλλογιστώ.

Σας σκεφτόμουν στο Μπουλβάρ ντε Νταμ σαν περπατούσα
ανάμεσα σε δυο τροτέζ που έκαναν σαν τρελές,
ενώ μιλώντας δυνατά τριγύρω μου περνούσαν
άνθρωποι απ’ όλες, θα ‘λεγες, του κόσμου τις φυλές.

Κι έπειτα πάλι στη μεστή από κόσμο Κανναμπιέρα,
στο Πόρτο Βέκκιο, στην τεφρήν οδό Σαιντ Ονορέ,
κι ακόμα, συγχωρήστε με, σας ένιωθα μαζί μου
στα θορυβώδη και γιομάτα κόσμο καμπαρέ.

Βορινοί ναύτες μπλέκονται με θερμαστές του Νότου,
στα γόνατά τους κάθονται κορίτσια της δουλειάς,
παίζει το πιάνο μοναχό και μια μικρή σφυρίζει
έναν παράταιρο σκοπό μιας μελωδίας παλιάς.

Κι ύστερα απ’ το Ταρτάν εβγήκα μεθυσμένος
και νόμιζα το σώμα μου ανάξιο και μικρό,
πολύ κοντά σας ένιωθα να μου χαμογελάτε
μ’ εκείνο το παράξενο το γέλιο, το πικρό.

Και μόνον όταν στην Κορνίς, σε κάποιο γκρίζο σπίτι,
γύρω από εβραίους που ‘χανε με γυναικεία ντυθεί,
σας έχασα για μια στιγμή απ’ τα μάτια μου, μου εφάνη
ο φύλακας μου άγγελος πως είχε πια χαθεί.

Αύριο φεύγω και μαζί μου φέρνω στην Αθήνα
αναμνήσεις παράξενες, πολλές, με το σωρό
και κάποιο δώρο θλιβερό, προϊόν της Μασσαλίας,
που μια Πωλίν μου χάρισε προχθές στα Numeros...



Ο ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ ΦΛΕΤΣΕΡ

Στον ποιητή Κώστα Ουράνη

Ο πλοίαρχος Φλέτσερ έριξε το «Σχελδ» στον Ματαπά
μια μέρα που των θαλασσών παλεύαν τα στοιχεία,
γιατί ήλιος δεν φαινότανε το στίγμα του να βρει
ούτε μπορούσε από τις στεριές να πάρει αντιστοιχία.

Κι αυτό στο μέρος που έπεσε σφήνωσε βαθιά,
τόσο που οι βράχοι οι μυτεροί μεμιάς το καταστρέψαν,
μα τίποτ’ απ’ το πλήρωμα δεν έπαθε κανείς
κι όλοι με κάποιο ρυμουλκό στον Πειραιά επιστρέψαν.

Σε λίγες μέρες φύγανε, τρισάθλιοι ναυαγοί,
μια μελαγχολική, στυγνά θλιμμένη συνοδεία,
κι έμεινε ο Φλέτσερ μοναχά, ζητώντας στο πιοτό
την πίκρα του στα βρωμερά να πνίξει καφωδεία.

Κοντός, με το πηλήκιό του, το γείσο το χρυσό,
και με τα τέσσερα χρυσά γαλόνια του, τ’ ατέρια,
έμπαινε μόλις άρχιζε ν’ απλώνεται η νυχτιά,
και την αυγήν αναίσθητο τον βγάνανε στα χέρια.

Μα τα γαλόνια ξέφτισαν και σχίστηκε η στολή,
τα ωραία του τα ρούχα επούλησε, την πέτσινή του τσάντα,
κι ένα εργαλείον εκράτησε μοναχά, το ναυτικό,
τ’ όργανο εκείνο που μετράν τον ήλιο, τον εξάντα.

Η στενοχώρια και το αλκοόλ δουλεύοντας σιγά,
μέρα με τη μέρα σ’ ένα χαίνον χάσμα τον ωθούσαν.
Τρελάθηκε. Τον πείραζαν στους δρόμους τα παιδιά,
Κι οι ψείρες πάνω στα ξανθά του γένια επερπατούσαν.

Όταν ο ήλιος φλόγιζε τον αττικό ουρανό,
αυτός με τον εξάντα του στο χέρι εξεκινούσε,
το ύψος γοργά υπολόγιζε σε μια μαούνα ορθός,
κι ύστερα αισχρά μουντζώνοντας τον ήλιο, εβλαστημούσε.

Μα κάποια μέρα βλέποντας με τ’ όργανό του ψηλά,
έφυγε για το σκοτεινό λιμάνι του θανάτου,
ενώ σιγά σαν πάντοτε, φαιδρός και φλογερός,
ο ήλιος την κανονική διέσχιζε τροχιά του.



ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ

Φίλε μου Αλέξη, το 'λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
- σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε -
και τ' άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ' την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: το Μάρτη...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
"Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!"
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις στους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη,
πως μ' ένα φορτηγό - πες της - μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει...

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να 'ρχότανε.


ΠΗΓΗ http://nikoskabbadias.blogspot.gr

Ποιητική συλλογή Τραβέρσο (1975)


Ποιητική συλλογή Τραβέρσο (1975)
Σχετική εικόνα


ΜΟΥΣΩΝΑΣ

Τρελός Μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.

Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;
Είν' ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.

Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.
Χρώμα να βρώ, το πράσινο και τίντες μυστικές.
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μου 'πε μαύρος κάπος
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.

Ακόμη ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,
τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.
Μα ένα πουλί μου μύνησε πως κάποιος άλλος σ' τα 'πε
κάποιος , που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.

Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.
Πεισματική, και πέταξες χαρτί,φτερό,κλαδί,
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.
Τι θά 'δινα - ''Πάψε, Σεβάχ'' - για να 'μουνα παιδί!

Αυγή, ποιός δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;
Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.
Και μεις, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρώμα,
στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.

Ινδικός Ωκεανός 1951



FRESCO

Ο Fra Giovanni σιωπηλός οδήγαε τη γραφίδα.
Το αγγελικό του πρόσωπο χυμένος τη σπουδή.
Ορθός ο δούλος δίπλα σας, μακρύς σα νεροφίδα,
έτριβε τ' άγια χρώματα σε πέτρινο γουδί.

Όργανο, σε ξεχάσανε σε ποια κλειστή ροτόντα,
που δεν την ελειτούργησε λιβάνι και παπάς;
Από νωρίς ξεχάστηκες τους βιαστικούς ρωτώντας.
Όθε αγαπάς νυχτώθηκες, μπαίνεις και δε χτυπάς.

Σκουφί, σωκάρδι βυσσινί φορώ, μακρύ στιλέτο.
Χρυσόβουλη βαστάω γραφή και ένα πουγγί φλουριά.
Σκύβεις, κοιτάζεις το νερό που ρέει στο καναλέτο,
Γυρνάς, διώχνεις το δούλο σου και σβήνεις τα κεριά.

Άσχημος είμαι. Αμαρτωλός σε φρέσκο του Ανωνύμου,
χυμένο είναι το μάτι μου με χτύπημα σφυριού,
το αυτί κομμένο, κι έχασα μια νύχτα τη φωνή μου
στη ναυμαχία του Μισιριού.

Κι αυτός, ωραίος όπως εσύ, ψηλός, porca miseria!
το σχήμα του κρύβει λαμπρή πολεμική στολή.
Χαϊδεύει τα δυο χέρια σου, τα ευλογημένα χέρια,
πέφτει το ράσο του, ο σταυρός γλιστράει και σε φιλεί.

Με το καράβι του Θησέα σ' αφήσαμε στη Νάξο.
Γυμνή, μ' ένα στα πόδια σου θαλασσινό σκουτί.
Σε ποιες σπηλιές εκρύφτηκες και πως να σε φωνάξω;
Κοστάρω κι όλο με τραβάει μακριά το καραντί.

Ένα κοπάδι ελέφαντες, μαϊμούδες και καμήλες
σου κουβαλούσαν σε μακρύ ποντόνι τα προικιά.
Μα τα 'πιε ανεμορούφουλας απέξω από τις Μύλες
και ξέστρωσες το νυφικό κρεβάτι σου Θιακιά.

Sydney 1955



ΓΥΝΑΙΚΑ

Στον Αντώνη Μωραϊτη

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούντζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες.
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

Ινδικός Ωκεανός 1951



YARA YARA

Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος.
Σε σπίτι μέσα, ξέχασες προχτές το φυλαχτό.
Γελάς, μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δυο centavos
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυτό.

Με πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω.
Στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.

Κούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα.
Ναυτάκι του γλυκού νερού.
Σε πιάνει μην το πεις αλλού σα γάτα η λαμαρίνα
Και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.

Το ντύμα πάρε του φιδιού και δος μου ένα μαντίλι.
Εγώ, - και σ' έγδυσα μπροστά στο γέρο Τισιανό.
Βίρα, Κεφαλλονίτισσα, και μάινα το καντήλι.
Σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.

Σου πήρα από τη Νάπολη μια ψεύτικη καμέα
κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω απ'το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία
Έβενος, - γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί.

Φώτα του Melbourne. Βαρετά κυλάει ο Yara Yara
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά,
φέρνοντας προς το πέλαγος, χωρίς να δίνει δυάρα,
του κοριτσιού το φίλημα, που στοίχισε ακριβά.

Γερά την ανεμόσκαλα. Καφέ για τον πιλότο.
Λακίζετε, αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
Και σένα, που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο,
σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.

Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; - Ματώνει, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.

Melbourne 1951



ΟΙ ΕΠΤΑ ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ S/S CYRENIA

Στην Έλγκα

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μη το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ' ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ' ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίττες ζυμώνει.

Απ' το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.
- Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγας γιος θε να την πιει σ' ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του Νότου αστέρι
σωρός να πέσει, να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρουθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουν οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.
- Μ' ένα ξυστρί καθάρισέ με από τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
- Γιε μου, που πας; - Μάνα, θα πάω με τα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ’ ένα αυλό με νανουρίζει.

Colombo 1951



ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΙΝΔΙΚΟΠΛΕΥΣΤΗ

Στη Ρένα Ανδρεάδη

Τριγυριστής της Ινδικής στα νιάτα του ο Κοσμάς,
πίστεψε στα γεράματα πως θα καλογερέψει.
Κυρά θαλασσοθάνατη, στα χέρια του έχεις ρέψει,
που στα στερνά τα μάρανε το αλέτρι κι ο κασμάς.

Όπου έφτασες, κάθε χρονιά θερίζουν τρεις φορές.
Την Ταπροβάνη εδιάλεξε κι είχες καιρό ποδίσει.
Τώρα μασάς αμύγδαλα και προσφορές ξερές,
και το λιβάνι οσμίζεσαι που μοιάζει με χασίσι.

Εκεί, Ταμίλες χαμηλές που εμύριζαν βαριά,
Σιγκαλινές με στήθη ορθά, τριγύρω σου λεφούσια.
Εδώ λυγίζεις το κορμί με τ' αχαμνά μεριά
και προσκυνάς τη Δέσποινα τη Γαλακτοτροφούσα.

Πήγες εκεί που εδίδασκε το πράσινο πουλί,
όπου της μάγισσας ο γιος θ' αντάμωνε το στόλο.
Έλυνε κείνος με σπαθί όσα η γραφή διαλεί.
Μα εσύ ξηγάς τα αινίγματα καινούργιων Αποστόλων.

Μπροστά σου τρεις ελέφαντες ντυμένοι στα χρυσά,
όξω απ' του Βούδα τη σπηλιά, ψηλά στην Κουρνεβάλα.
Τώρα σκοντάφτεις, Γέροντα, στου δρόμου τα μισά
και πας για να λειτουργηθείς σε γάιδαρο καβάλα.

Μαζεύει ο ναύτης τον παρά κουκί με το κουκί
και πολεμά σε ψήλωμα να στήσει το αγκωνάρι.
Άλλοι σαλπάρουν Αύγουστο για Νότιο Σινική
και το γλεντάν στο Βοθνικό, Δεκέμβρη και Γενάρη.

Όταν πιστεύω θάλασσα μονάχα και βυθό
και προσκυνάω για κόνισμα έναν παλιό αστρολάβο,
πες μου, στην άγια πίστη σου, πώς να προσευχηθώ;
σε ποιον να ξομολογηθώ και πού να μεταλάβω;

Ο Θεός είναι πανάγαθος, Κοσμά, και συχωρά,
όμως γδικιέται αμείλιχτος ο γέρο-Ποσειδώνας.
Το 'δανε λένε βουτηχτές: του σαλαχιού η ουρά


Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

ΠΑΟΚΙΑΔΑ-ΡΑΨΩΔΙΕΣ



ΠΑΟΚΙΑΔΑ : ΡΑΨΩΔΊΑ Α



Σήμερα το πρωί μας ήρθε στο mail μας, το παρακάτω ΕΠΟΣ το οποίο στα πρότυπα του Ομήρου, είναι χωρισμένο σε ραψωδιές. Θα γίνουν αρκετά άρθρα για να μπορέσει να χωρέσει ολόκληρο και να το απολαύσετε! 
Ευχαριστούμε τον φίλο με το nickname Arsene που μας το έστειλε!
Ξεκινάμε με το προοίμιο και την Ραψωδία Α'


Προοίμιο
Απ’ το Σουφλί ως τα Σφακιά, απ’ τη Ρόδο ως τη Λευκάδα
στη Σαλονίκη ξέρουνε ΜΙΑ ΠΟΛΗ-ΜΙΑ ΟΜΑΔΑ.
Άλλοι ακόμα κυνηγάν να διώξουν τον Καγιούλη
κι άλλοι τον «αυτοκράτορα» κατάντησαν αρούλη.
Η πόλη έγιν’ ασπρόμαυρη με τούτα και με τα’ άλλα
κι από τον Π.Α.Ο.Κ. λαχταρά καμιά χαρά στη μπάλα.
Κι ενώ η ομάδα πήγαινε να γράψει ιστορία
το κύπελλο σαν σήκωσε μέσα στη Μαγνησία,
του Ιβάν του φάνηκαν πολλές του Ίβιτς οι απαιτήσεις
και του ‘πε ο πόντιος τελικά «φύγε και μη γυρίσεις».
Κι αφού τον Βλάνταν έδιωξε για πείσμα, για ένα νάζι,
παρότι ομάδα που νικά ποτέ της δεν αλλάζει,
στον Λιούμπος δίνει εντολή προπονητή να φέρει
μα ο Σλοβάκος για καιρό ψάχνει και υποφέρει.
Και σαν οι μέρες πέρναγαν και συμπλήρωναν μήνα,
φέρνει αυτός προπονητή με ένσημα στην κίνα.
Σάσα τον λένε στο μικρό, Στανόεβιτς στο μεγάλο
κι η όψη του με προκαλεί στοίχημα να σας βάλω:
Σαν έρθει ο Σεπτέμβριος κι ανοίξουν τα σχολεία
θα κάνει τον προπονητή ο Σέρβος στη Μεσημβρία;
Το χρόνο ας αφήσουμε αβίαστα να τρέξει
να δούμε πόσα βάσανα ο Παοκτσής θ’ αντέξει.


Ραψωδία Α'


*θα έπρεπε να ξεκινήσω με επίκληση στη μούσα, αλλά είναι αντιποδοσφαιρικό,
άρα ξεκινάω με επίκληση στον Κούσα:
Κούσα, που απ' τ' Αγρίνιο τον Μαλεζά γνωρίζεις
πες μου για τον Στανόγιεβιτς, πώς τον χαρακτηρίζεις,
ήρθε σαν οραματιστής να παίξει sexy μπάλα
μα φάνηκαν στα φιλικά προβλήματα μεγάλα.
Στο τέρμα δυο αμούστακα ψάχναν την ευκαιρία
κι ο Μπρίκιτς άραζε στα πιτς με οσφυοκαμψία.
Στα στόπερ Κρέσπο, Μαλεζάς, Πούγγουρας και Βαρέλα
όλοι παιδιά φιλότιμα μα επιρρεπή στη γκέλα.
Στα πλάγια τ' αριστερά φέραν απ' τη Γαλλία
έναν Λεβέκ που έπαθε ωτίτιδα οξεία
να κάνει δίδυμο φωτιά μαζί με τον Κροάτη,
που οι σέντρες του θυμίζουνε ρουκέτες στη Βαγδάτη.
Στη δεξιά την πτέρυγα για των φτωχών Ντάνι Άλβες
επέστρεψε να 'ναι μπακ-απ ο Μήτσος με τις κράμπες,
ο Κίτσιου πήγε δανεικός μαζί με τον Χαρίση
κι οι φήμες θέλουν το Μαρκίζ ήδη να έχει κλείσει.
Στο κέντρο ο Κάτσε έτρεχε, έδινε σ' όλους πόνο
κι ο Κάνιας με τον Τσίμιροτ ζητούσαν οξυγόνο,
Σαχώφ, Πέλκας και Ολλανδός πάλευαν για μια θέση
κι ο Ουάρντα απ' το ποδήλατο κατάφερε να πέσει.
Εξτρέμ μαζεύτηκαν πολλά και ποιος να πρωτοπαίξει
μα ο Σέρβος είχε και γι' αυτό την τελευταία λέξη:
Παίχτες μου πολυμήχανοι, ποδάρια δοξασμένα
ρόμβο φέτος θα παίξουμε και τα εξτρέμ κομμένα,
τι να τα κάνω τα φτερά, ο ασβέστης τι μου φταίει
θα παίξουμε με δύο φορ για να 'μαστε ωραίοι" .
Σαν ο Κουλούρης άκουσε τα ευτυχή τα νέα
πήρε τον Κλάους αγκαλιά και κλάψανε παρέα,
σου λέει υπάρχουν τρία φορ, ο Πρίγιο κι εμείς οι δύο,
ήρθε ο καιρός να παίξουμε, να βγούμε απ' το ψυγείο.
Κι όμως όταν ο άνθρωπος κάνει όνειρα με κέφι
έρχεται η Γκοντσάρεβα και του τα καταστρέφει.
Τι έκανε ο δαίμονας, το ρωσικό τσακάλι?
έκλεισε απ' το πουθενά μεταγραφή μεγάλη,
δεν ήταν λέει ο Ρόμπερτ Μάκ στα πλάνα του Μαντσίνι
κι έτσι τον πήρε δανεικό η Μαρία, το πιπίνι!
Περνούσε ήρεμα ο καιρός στην προετοιμασία
κάθε μέρα ανταπόκριση από την Ολλανδία,
μένανε, λέει, πινελιές το ρόστερ να φουλάρει
κι ο Σέρβος ο Μουρίνιο πλέον να το μοντάρει.
Μα ήρθανε τα φιλικά και σφίξανε οι κώλοι,
του περσινού συστήματος χαθήκανε οι ρόλοι.
Και πέντε παίξανε στα χαφ και τέσσερις σ' ευθεία
το έργο δε βλεπότανε, μεγάλη τραγωδία.
Και πριν ξεσπάσει πανικός, προτού ανοίξει μύτη
το πρόβλημα εντοπίστηκε: έλειπε ένας Εσίτι!
Με μια τέτοια μεταγραφή και μ' έναν Νάτχο πλάι
το σύνολο θα πέταγε, θ' άρχιζε να κεντάει.
Αν είχες κι ένα σέντερ μπακ πατριώτη του Ζεγγάρα
κι αν ο Αντελίνο έκανε για τα λεφτά γαργάρα
ε, τότε το πρωτάθλημα στην Τούμπα θα 'ταν ήδη
και θα 'παιρνε ξανά φωτιά το insta του Σαββίδη!
Ραψωδία Γ΄
Να δω τον Κόλκα με six pack να τρώει μόνο σούσι,
τον Αλαφούζο να τον δω με ράστα και με μούσι,
να δω τον Κλάους την Κυριακή τα δίχτυα να ξανάβρει
και μες στην θύρα 4 να κάνουν ντου οι γαύροι,
πιο πιθανό θα 'ταν να δω Πάμπλο-Ντουντού ζευγάρι
παρά αυτός ο Στανόγιεβιτς πρωτάθλημα να πάρει.
Την κρίση η προκατάληψη μπορεί όμως να θολώσει
γι' αυτό ας καλέσουμ' ειδικό τα φώτα του να δώσει.
Αφού τον Μπάμπη τον Τεννέ είχες προπονητή σου,
δώσε σ' εμένα τον θνητό, Κούσα, την πρόβλεψη σου:
Θα 'ναι άξιος ο Στανόγιεβιτς πρώτος να τερματίσει
ή νύχτα ο Ιγνατίεβιτς λες να τον απολύσει?
..............................................................................
ΚΟΥΣΑΣ
Αστέρια έχει ο ουρανός κι η θάλασσα έχει ψάρια
έχω κι εγώ γνώση βαθιά για στόπερ και δεκάρια,
μα είν' αυτό που με ρωτάς πρόβλημα δίχως λύση
και ήσυχο να κοιμηθώ δε λέει να μ' αφήσει.
Πήρα τον Χάβο μια βραδιά ένα κρασί να πιούμε,
λύση σ' αυτό το ζήτημα μαζί μήπως και βρούμε.
Κι εκεί που συζητάγαμε και πίναμε κρασάκι
στο διπλανό το κάθισμα βλέπω τον Μαντζουράκη.
Αν είναι Θεέ μου δυνατόν, δε γίνεται, δεν παίζει,
μα τόσες μπαλαδόφατσες μαζί σ' ένα τραπέζι?!
Ολονυχτίς μιλάγαμε, τα βάλαμε όλα κάτω:
ο Π.Α.Ο.Κ. έχει παίχτουρες και γήπεδο γεμάτο,
έχει χωσάδα πρόεδρο που φράγκα έχει δώσει,
μα είν' ο Σέρβος ικανός την κούπα να σηκώσει?
Το σύστημα αναλύαμε, τέσσερα-τρία-τρία,
τα μπακ, τα χαφ και τα εξτρέμ, το ρόστερ, τη χημεία,
τα πάντα είχαν εξεταστεί σε πλάτος και σε μήκος
ώσπου εμφανίστηκ' άξαφνα ο Αλέφαντος ο Νίκος.
Όρθιοι πεταχτήκαμε σ' ένδειξη σεβασμού
που είχαμε απέναντι της μπάλας τον γκουρού,
μα αυτός ήτανε ταπεινός, δεν είχε ίχνος τουπέ,
γι' αυτό κι εγώ ξεθάρρεψα κι έφαγα έναν κεφτέ.
Μα το ροξάκι του Ζιντάν! τη χαίτη του Ζαμοράνο!
τι ήθελα τέτοια κίνηση ο αφελής να κάνω?
Μόλις με αντιλήφθηκε άρχισε να ουρλιάζει
κι ευθύς στη θέση του κεφτέ έναν ντολμά να βάζει
"πού πας ρε συ τον σεντρεφόρ, με δέκα πώς να παίξω
τον Δούρο τι μου θύμησες, τον Ζιο που 'βγαλε έξω!".
Κι αφού την τράμπα κάναμε κεφτέ με ντολμαδάκι
και στο τραπέζι βάλαμε φωτό του Μαρινάκη,
ο κύριος Νίκος κάλμαρε και τη μιλιά του βρήκε
κι άκου λοιπόν προσεχτικά να μάθεις τι μας είπε:
"Για τον Στανόγιεφτιτς μιλάς, ο τύπος είναι φόλα
άκουμε που στα εξηγώ, ξέρω τα πάντα όλα.
Ποιος Π.Α.Ο.Κ. ,έλα να χαρείς, πες μου τα χαφ που έχει,
ο πως τον λένε ο Μπίσεζβαν που σαν χελώνα τρέχει?
Αν πεις στα μπακ, στην άμυνα, που πας με τον Βαρέλα,
τάκλιν σαν έβρεχε ο Θεός αυτός κράταγε ομπρέλα.
Με Κάλμα Τζάμπο στα εξτρέμ σαν μύγα μες στο γάλα?
πάρε Γιαννιώτα κύριε να δεις λιγάκι μπάλα!
Άκου και για προπονητή, θα στο εξηγήσω φίνα
τον Χάσι έφερ' ο πρόεδρας κι εσύ έναν απ' την Κίνα,
άμα κατέβει Πειραιά τρία-μηδέν και γεια σας,
διώξτε τον όσο είναι νωρίς να βρείτε την υγειά σας.
..............................................................................
Αυτά μας είπε ο δάσκαλος και πριν του πούμε αντίο
με πόλο κοντομάνικο έφυγε μες στο κρύο.
Μείναμε λίγο σκεπτικοί, η ανάσα μας κομμένη
από τα λόγια τα σοφά ήμασταν μαγεμένοι.
Έτσι μέσα στη ζάλη μας τα βάλαμε όλα κάτω
κι είδαμε τον Στανόγιεβιτς Σεπτέμβριο φευγάτο.
Μα εσείς μην ξενερώνετε, στην Τούμπα πάρτε θέση
καμιά φορά κι ο Αλέφαντος έξω μπορεί να πέσει :)

Συνέχεια στο έπος με τη Ραψωδία Β'



Ραψωδία Β΄


*όπου Α.ΣΤΑ.= Αλεξάντερ (Σάσα)Στανόγιεβιτς,
Ζ.ΒΟΥ.= Ζβόνιμιρ (Ζβόνε) Βούκιτς

Α.ΣΤΑ.
Τον Βούκιτς στο τηλέφωνο θα πάρω να μιλήσω
μ΄ αυτόν που με προξένεψε θέλω να συζητήσω,
δεν πάν’ τα πράγματα καλά, αρχίσαν οι μουρμούρες
μου βομβαρδίζουν το μυαλό ένα σωρό σκοτούρες.
Είπα ν’ αλλάξω σύστημα, δυο φορ να κατεβάσω,
ανάθεμα παρέλαση στην Τούμπα αν προφτάσω.
……………………………………………..
Χορός
Βουντού, βουντού, βουντού, βουντού και μα τον Γιώργο Μίνο
τον Σέρβο βλέπω να γυρνά γρήγορα στο Πεκίνο,
δεν ήξερε, δε ρώταγε πού πήγαινε να μπλέξει
ο μπαγλαμάς με δύο φορ ήθελε, λέει, να παίξει.
Στην Τούμπα μόνο στέριωσε ο Σάντος ο Φερνάντο
που κέρδιζε μισό-μηδέν κι είχε άμυνα κομμάντο.
Αυτόν τον κόβω μπουνταλά κι ολίγον τι τρομπέτα,
προβλέπω να ’χει ο δύσμοιρος την τύχη του Μπερέτα.
Μα στάσου, το τηλέφωνο τον βλέπω να σηκώνει
ακόμα δεν του απάντησαν κι άρχισε να ιδρώνει.
[Με τερεμάμενα χέρια ο Σέρβος καλεί τον συμπατριώτη του,

Ζβόνε Βούκιτς, κολλάει το i phone στο δεξί ιδρωμένο του αυτί και περιμένει με αγωνία]

………………………………………………
Ζ.ΒΟΥ.
- Dobro!
Ποιος κερατάς τηλέφωνο με παίρνει η ώρα μία
Ωχ! Άμα είναι ο Ιβάν, πάει πάλι η μπαταρία.
Α.ΣΤΑ.
-Dobro!
Zvonimir, kako ste? Αν ενοχλώ, συγγνώμη
μα ήθελα, αν γίνεται, την έμπειρή σου γνώμη.
Ζ.ΒΟΥ.
- Έλα ρε Σάσα αδερφέ, τι λέει το Χορστ αλάνι,
magic mushrooms δοκίμασες, ήπιες κάνα ντουμάνι?
Α.ΣΤΑ.
- Μπα, άστα φίλε μου καλέ σου λέω με πάει αίμα,
μ’ αυτούς εδώ που έμπλεξα έχω μεγάλο θέμα.
Ζ.ΒΟΥ.
-Μιλάς με γρίφους Σάσα μου, μη σ’ απολύσαν ήδη
κι ούτε την προκαταβολή δεν πάρω απ’ τον Σαββίδη?
Α.ΣΤΑ.
- Δε μ’ απολύσανε μωρέ, τουλάχιστον ακόμα,
μα η ομάδα σέρνεται, όλοι τους είναι χώμα.
Ζ.ΒΟΥ.
- Ηρέμησε ντερβίσι μου, πούλα τους λίγο τρέλα,
πες τους «τα πόδια είναι βαριά», την ξες την καραμέλα.
Α.ΣΤΑ.
- Μωρέ αυτά τους τα χω πει, άλλη είναι η ιστορία
φαγώθηκαν να παίξουμε τέσσερα-τρία-τρία
Ζ.ΒΟΥ.
- Κι εσύ ρε Σάσα που κολλάς, παίξ’ το να πάει στο διάλο,
άντε και σου χω απ’ τη Λιντς ένα παλτό μεγάλο.
Α.ΣΤΑ.
- Με τρεις στα χαφ και με εξτρέμ δε γίνεται να παίξω,
όταν το κάναν στη σχολή με είχαν βγάλει έξω,
έχασα την παράδοση, δε μου ’δωσαν την ύλη,
πώς να το παίξω ο φουκαράς, θα γίνουμε ρεζίλι!
Ζ.ΒΟΥ.
- Σιγά τα λάχανα μωρέ, παίξ’ το κι αν έρθουν γκέλες
ρίξ’ το στους ποδοσφαιριστές, πες ότι είναι σαρδέλες!
Ζήτα μετά μεταγραφές, πίστωση χρόνου ζήτα,
χρέωσε κάνα λάιτσμαν μετά από κάποια ήττα,
πες το χορτάρι είναι κοντό, πόρνη είναι η μπάλα
κοιτάξτε που αποκλείστηκαν οι άλλοι απ’ την Καμπάλα!
Α.ΣΤΑ.
- Λες Ζβόνε το κουτόχορτο εύκολα να μασήσουν?
Ήδη οι ρεπόρτερ πέσανε πάνω μου να με σκίσουν.
Ζ.ΒΟΥ.
- Για να γλιτώσεις απ’ αυτούς φέρσου με εξυπνάδα
δώσ’ τους καμιά μεταγραφή, δώσ’ τους την ενδεκάδα,
δωσ’ τους καμιά συνέντευξη κι αυτοί θα σε υμνούνε,
γι’ αυτούς θα ’σαι Μουρίνιο, στραβό δε θα σου βρούνε.
Α.ΣΤΑ.
- Καλά ρε Ζβόνε όλα αυτά μα είναι και κάτι ακόμη,
μου ’γινε μια ερώτηση κι εγώ δεν είχα γνώμη.
Ζ.ΒΟΥ.
- Για πες μου φίλε αδερφικέ τι τάχα να ’ναι τώρα,
βάσανα έχεις πιο πολλά κι απ’ τον Αρτέμη Σώρρα.
Μπας και τον Ζάιρο σου ’πανε Πελέ να τον βαφτίσεις
και θες-δε θες στα πλάνα σου να τον υπολογίσεις?
Βρε μπας και σου φορτώσανε τον Πέλκα για δεκάρι,
που μόλις τρώει τζαρτζάρισμα ξαπλώνει στο χορτάρι?
Με τον Ενρίκε τον σαλό μήπως δε βγάζεις άκρη
ή απ’ του Κλάους τα τετ-α-τετ δε σου ’χει μείνει δάκρυ?
Α.ΣΤΑ.
- Τα ’χω λυμένα όλα αυτά, τα ξέρω φιλαράκι,
ο Λιούμπος κι ο άλλος ο κοντός μου δώσανε χαρτάκι,
μα είναι κάτι πιο βαθύ αυτό που με τρομάζει
και θα το πω σ’ εσένανε που ο νους σου κατεβάζει:
Που λες, έρχεται στην προπόνηση κάποιος τύπος ξερόλας,
εγώ ούτε που τον γνώριζα, συστήθηκε Νικόλας.
Μούτρα έχει μυστήρια κι όλη την ώρα κράζει,
πρέπει να ’ναι διοικητικός, πολλά λεφτά να βάζει.
Χτες βράδυ με πλησίασε κρατώντας μια ρετσίνα,
αυτά είναι κόλπα ζόρικα, δεν τα ’χουνε στην Κίνα,
με κοίταξε ψαρωτικά και τι μου είπε λες?
«μήπως ξέρεις, ντερβίσι μου, που είναι οι μετοχές?»
Ζ.ΒΟΥ.
τουτ, τουτ, τουτ, τουτ, τουτ….
……………………………………………………
Χορός
Αμπαλαέα κι αλεό και Πάμπλο μου Γκαρσία
πολύ ψωμί προβλέπεται να ’χει η ιστορία,
το σέρβικο κεφάλι του μου φαίνεται θα φάει,
απ’ το Ντονιέτσκ με το διπλό δεν βλέπω να γυρνάει.
Μα ας μην προδικάζουμε, κάλιο να μη βιαστούμε
τον Άγιαξ αν νικήσουμε μπορεί να εκτεθούμε.
………………………………………………………Ραψωδία Γ΄

Να δω τον Κόλκα με six pack να τρώει μόνο σούσι,
τον Αλαφούζο να τον δω με ράστα και με μούσι,
να δω τον Κλάους την Κυριακή τα δίχτυα να ξανάβρει
και μες στην θύρα 4 να κάνουν ντου οι γαύροι,
πιο πιθανό θα 'ταν να δω Πάμπλο-Ντουντού ζευγάρι
παρά αυτός ο Στανόγιεβιτς πρωτάθλημα να πάρει.
Την κρίση η προκατάληψη μπορεί όμως να θολώσει
γι' αυτό ας καλέσουμ' ειδικό τα φώτα του να δώσει.
Αφού τον Μπάμπη τον Τεννέ είχες προπονητή σου,
δώσε σ' εμένα τον θνητό, Κούσα, την πρόβλεψη σου:
Θα 'ναι άξιος ο Στανόγιεβιτς πρώτος να τερματίσει
ή νύχτα ο Ιγνατίεβιτς λες να τον απολύσει?
..............................................................................
ΚΟΥΣΑΣ
Αστέρια έχει ο ουρανός κι η θάλασσα έχει ψάρια
έχω κι εγώ γνώση βαθιά για στόπερ και δεκάρια,
μα είν' αυτό που με ρωτάς πρόβλημα δίχως λύση
και ήσυχο να κοιμηθώ δε λέει να μ' αφήσει.
Πήρα τον Χάβο μια βραδιά ένα κρασί να πιούμε,
λύση σ' αυτό το ζήτημα μαζί μήπως και βρούμε.
Κι εκεί που συζητάγαμε και πίναμε κρασάκι
στο διπλανό το κάθισμα βλέπω τον Μαντζουράκη.
Αν είναι Θεέ μου δυνατόν, δε γίνεται, δεν παίζει,
μα τόσες μπαλαδόφατσες μαζί σ' ένα τραπέζι?!
Ολονυχτίς μιλάγαμε, τα βάλαμε όλα κάτω:
ο Π.Α.Ο.Κ. έχει παίχτουρες και γήπεδο γεμάτο,
έχει χωσάδα πρόεδρο που φράγκα έχει δώσει,
μα είν' ο Σέρβος ικανός την κούπα να σηκώσει?
Το σύστημα αναλύαμε, τέσσερα-τρία-τρία,
τα μπακ, τα χαφ και τα εξτρέμ, το ρόστερ, τη χημεία,
τα πάντα είχαν εξεταστεί σε πλάτος και σε μήκος
ώσπου εμφανίστηκ' άξαφνα ο Αλέφαντος ο Νίκος.
Όρθιοι πεταχτήκαμε σ' ένδειξη σεβασμού
που είχαμε απέναντι της μπάλας τον γκουρού,
μα αυτός ήτανε ταπεινός, δεν είχε ίχνος τουπέ,
γι' αυτό κι εγώ ξεθάρρεψα κι έφαγα έναν κεφτέ.
Μα το ροξάκι του Ζιντάν! τη χαίτη του Ζαμοράνο!
τι ήθελα τέτοια κίνηση ο αφελής να κάνω?
Μόλις με αντιλήφθηκε άρχισε να ουρλιάζει
κι ευθύς στη θέση του κεφτέ έναν ντολμά να βάζει
"πού πας ρε συ τον σεντρεφόρ, με δέκα πώς να παίξω
τον Δούρο τι μου θύμησες, τον Ζιο που 'βγαλε έξω!".
Κι αφού την τράμπα κάναμε κεφτέ με ντολμαδάκι
και στο τραπέζι βάλαμε φωτό του Μαρινάκη,
ο κύριος Νίκος κάλμαρε και τη μιλιά του βρήκε
κι άκου λοιπόν προσεχτικά να μάθεις τι μας είπε:
"Για τον Στανόγιεφτιτς μιλάς, ο τύπος είναι φόλα
άκουμε που στα εξηγώ, ξέρω τα πάντα όλα.
Ποιος Π.Α.Ο.Κ. ,έλα να χαρείς, πες μου τα χαφ που έχει,
ο πως τον λένε ο Μπίσεζβαν που σαν χελώνα τρέχει?
Αν πεις στα μπακ, στην άμυνα, που πας με τον Βαρέλα,
τάκλιν σαν έβρεχε ο Θεός αυτός κράταγε ομπρέλα.
Με Κάλμα Τζάμπο στα εξτρέμ σαν μύγα μες στο γάλα?
πάρε Γιαννιώτα κύριε να δεις λιγάκι μπάλα!
Άκου και για προπονητή, θα στο εξηγήσω φίνα
τον Χάσι έφερ' ο πρόεδρας κι εσύ έναν απ' την Κίνα,
άμα κατέβει Πειραιά τρία-μηδέν και γεια σας,
διώξτε τον όσο είναι νωρίς να βρείτε την υγειά σας.
..............................................................................
Αυτά μας είπε ο δάσκαλος και πριν του πούμε αντίο
με πόλο κοντομάνικο έφυγε μες στο κρύο.
Μείναμε λίγο σκεπτικοί, η ανάσα μας κομμένη
από τα λόγια τα σοφά ήμασταν μαγεμένοι.
Έτσι μέσα στη ζάλη μας τα βάλαμε όλα κάτω
κι είδαμε τον Στανόγιεβιτς Σεπτέμβριο φευγάτο.
Μα εσείς μην ξενερώνετε, στην Τούμπα πάρτε θέση
καμιά φορά κι ο Αλέφαντος έξω μπορεί να πέσει :)




Ραψωδία Δ΄

Ω! πνεύματα του Σαν Μαμές και του Σαν Σίρο αγγέλοι
σ’ εμέ να δώσετε χρησμό όλη η Τούμπα θέλει.
Στα κάμπινγκ της Χαλκιδικής τελειώματα του Ιούλη,
τα παόκια αντί να ψάχνουνε να βρουν κάνα μανούλι,
να τον χωνέψουν δε μπορούν τον κόουτς απ’ την Κίνα
και ξεροσφύρι πίνουνε τα βράδια τη ρετσίνα.
Θεέ Ντιέγκο που έφαγες στο κόρνερ το μπουκάλι,
πες μου αν ο Σέρβος τη χρονιά στην Τούμπα θα τη βγάλει
Μαύρε μου μάγε Γουεά, που έζησες ντου μ’ @@χίδια,
θα λατρευτεί ο Στανόγιεβιτς ή θα ‘ναι μια απ’ τα ίδια?
Κι εσύ ερυθρόλευκο πανί κι έφηβε με στεφάνι
που η Τούμπα, αν κάνεις να φανείς, φλέγεται σαν τηγάνι,
υψώσου και προκάλεσε κάποιου θεού τη μήνι
να μ’ ομηνέψει να σας πω στο μέλλον τι θα γίνει.
…………………………………………………………………………
[Το ερυθρόλευκο πανί υψώνεται στον ουρανό της Τούμπας κι αρχίζει να κατεβαίνει τη Διαγόρα. Καθώς πλησιάζει την Αγιά Βαρβάρα, ο αέρας φυσά μανιασμένα, σηκώνεται σκόνη, οι καμπάνες ηχούν γρήγορα και μια πανστρατιά υπερβατικών οντοτήτων με μπροστάρηδες τον Camel, τον Lemmy και τον Μπέλλο το καταδιώκουν με μανία, έως ότου αυτό εξαφανίζεται πίσω απ’ το δάσος του Σεϊχ Σου. Η τάξη αποκαθίσταται και η ατμόσφαιρα γίνεται διονυσιακή. Η εμβληματική μορφή του Μπέλλου ανατέλλει πάνω απ’ το πέταλο και εκστασιασμένη λέει]:

“Πορείες απ’ το Περοκέ, ξύλο στη Δεκελείας,
στην Αλαμάνα τρέξιμο και ντου μέχρι πρωίας,
πεσίματα στα Εξάρχεια, κυνηγητό στου Στρέφη,
ωραία χρόνια, μάχιμα, χωρίς μ@@νιά και selfie…
Αυτά όμως είναι παρελθόν κι έχουν αξία λίγη,
τώρα σκοτίζεται ο λαός ο Σέρβος αν θα φύγει.
Γενιά του revolution, τον δρόμο σου για νά βρεις,
σκέψου τι θα ‘κανε ο Ζοζέ και πιο παλιά ο Μανάβης.
Ο Π.Α.Ο.Κ. δεν είναι πρόσωπα και σου το λέω χύμα,
τα τέσσερα είναι γράμματα κι ο αετός στο σήμα.
Φτάνει με τον Στανόγιεβιτς, τον Πέλκα, τον Σαββίδη,
για ’μας τα ματς είν’ ιερά, γι’ αυτούς ένα παιχνίδι.
Άσε τα σχόλια στα chat, στα site τις μαγκιές
ο παοκτσής ανδρώνεται μέσα απ’ τις εκδρομές”.
[Το πνεύμα του Μπέλλου χάνεται στον ορίζοντα της Θ.4].
…………………………………………………………………………
Το ασπρόμαυρο πνεύμα είχε πει λόγια σοφία γεμάτα
και γρήγορα διαδόθηκαν στα κάμπινγκ τα μαντάτα.
Τα παόκια ευθύς ξεκίνησαν τις προετοιμασίες,
κι έχοντας για ευαγγέλιο του Μπέλλου τις οδηγίες,
άρχισαν να ετοιμάζουνε την εκδρομή την πρώτη
να φέρουνε το τρίποντο απ’ την έδρα του Κομπότη.


ΠΗΓΗ CULT 24.GR

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Η μάνα στην ποίηση

Η μάνα στην ποίησηΑποτέλεσμα εικόνας για ειπαν του ηλιου γιορταζει η μανα   Αποτέλεσμα εικόνας για ειπαν του ηλιου γιορταζει η μανα

ΜΑΝΑ Η ΤΑΠΕΙΝΗ…

1.-«Είπαν του ήλιου “γιορτάζει η μάνα”

κι εκείνος βάλθηκε με φως τη γη να ντύνει.

Είπαν της θάλασσας “γιορτάζει η μάνα”

κι αμέσως έγινε η φουρτούνα γαλήνη.

Το ‘μαθαν τα πουλιά, “γιορτάζει η μάνα”

και το τραγούδι τους ξεχείλισε πλημμύρα.

Το ‘μαθαν τα άνθη, “γιορτάζει η μάνα”

και μοσχοβόλησε η πλάση χίλια μύρα.

Τ’ άκουσε η βροχή, αλλά δεν έκλαψε

δάκρυ δεν κάνει να κυλήσει αυτή τη μέρα.

Τ’ άκουσε ο ουρανός κι άνοιξε διάπλατα

πείτε ευχές, μύριες ευχές για τη μητέρα»

[ “Η Μάνα”, Γεώργιος Μαρτινέλλης]

——————————————-

2.-Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ, Άγγελος Βλάχος

(παράφραση του ανάλογου ποιήματος του Ζαν Ρισπέν;)

« Ένα παιδί, μοναχοπαίδι, αγόρι,

αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη.

- Δεν αγαπώ εγώ, του λέει, παιδιά,

μ’ αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου,

της μάνας σου να φέρεις την καρδιά

να ρίξω να τη φάει το σκυλί μου.

Τρέχει ο νιος, τη μάνα του σκοτώνει

και την καρδιά τραβάει και ξεριζώνει.

Και τρέχει να την πάει, μα σκοντάφτει

και πέφτει ο νιος κατάχαμα με δαύτη.

Κυλάει ο νιος και η καρδιά κυλάει

και την ακούει να κλαίει και να μιλάει.

Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει:

- Εχτύπησες, αγόρι μου; και κλαίει!»

———————————————

3.-ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ (Κική Δημουλά)

«Το μικρό μου παιδί

σοβαρή αταξία έκανε πάλι.

Στο πεζούλι του σύμπαντος σκαρφάλωσε,

σκούντησε με το χέρι του

το κρεμασμένο

στον τοίχο τ’ ουρανού

κόκκινο πιάτο,

κι έχυσε όλο το φως επάνω του.

Ο Θεός απόρησε

που είδε τον ήλιο

ντυμένο ρούχα παιδικά

να κατεβαίνει τρέχοντας

της φαντασίας μου τη σκάλα

και να έρχεται σε μένα.

Κι εγώ κάθομαι τώρα

και μαλώνω αυστηρά

το μικρό μου παιδί,

ενώ κλέβω κρυφά

τον χυμένο επάνω του ήλιο.»

——————————-

4.-Η ΜΑΝΑ

«Μάνα μου δύσκολο κενό/αφήνει ο μισεμός σου.

Άκουσ’ το μάνα μια φορά/απ΄το μεγάλο γιο σου.

Μάνα μου υπερήφανη/και ντροπαλή μου μάνα

δεν το πιστεύω πως χτυπά/για σένα η καμπάνα.

Φεγγάρι παραγγέλνω σου/και μην το λησμονήσεις

τη μάνα μου στα σκοτεινά/δεν θέλω να αφήσεις.

Του Ψηλορείτη την κορφή/τη χιονοσκεπασμένη

βάλε σημάδι μη χαθείς/γιατί θα περιμένει.» 
[Στίχοι, μουσική: Λουδοβίκος των Ανωγείων]


Μητέρα


Μητέρα λέξη μαγική πολύτιμο πετράδι
ένα στολίδι της ψυχής και της ζωής το χάδι.


Του κόσμου ο ήλιος και το φως που τις καρδιές φωτίζει
κι’ ένα φιλί της η ψυχή μ’ αγάπη πλημμυρίζει.


Μητέρα λέξη όμορφη γλυκιά ονειρεμένη
στις δυσκολίες της ζωής μεγάλη αγαπημένη.


Τι πιο γλυκό και όμορφο όταν φιλί σου δίνει
και δυνατό παυσίπονο η ευχή της που σ’ αφήνει.


Το δάκρυ της πόσες φορές δεν κύλησε με πόνο
και πόσους αναστεναγμούς δεν άφησε στο χρόνο.


Πόσες φορές δεν έκλαψε δεν πόνεσε η καρδιά της
δεν βρήκες καταφύγιο μέσα στην αγκαλιά της.


Και ο χριστός μας στο σταυρό είπε προτού πεθάνει
την Παναγιά μητέρα μου πρόσεχε Ιωάννη.


Σήμερα στη γιορτούλα σου λουλούδια σου χαρίζω,
χαίρομαι όταν χαίρεσαι κι’ όταν πονάς δακρύζω.


Είσαι το λιμανάκι μου, είσαι η συντροφιά μου,
να’ σαι γερή και δυνατή μανούλα μου γλυκιά μου.


Νιώθω πως όταν μου γελάς σε πούπουλα πως μ’ έχεις
μανούλα μου σ’ ευχαριστώ που τόσο με προσέχεις.


Το όνομά σου το γλυκό μες στη καρδιά κρυμμένο
και με κορδέλα ολόχρυση το έχω τυλιγμένο…!!!!


Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
Ιωάννης Πολέμης


Μισεύεις για την ξενιτιά και μένω μοναχή μου,

σύρε παιδί μου στο καλό και σύρε στην ευχή μου.
Τριανταφυλλένια η στράτα σου, κρινοσπαρμένοι οι δρόμοι,
για χάρη σου ν’ ανθοβολούν και τα λιθάρια ακόμη.

 

 

Τα δάκρυά μου να γεννούν διαμάντια σ’ ό,τι αγγίζεις
και το ποτήρι της χαράς ποτέ να μη στραγγίζεις.
Να πίνεις και να ξεδιψάς και να ‘ναι αυτό γεμάτο,
σα να ‘ναι η βρύση από ψηλά κι εσύ να ‘σαι από κάτω.

 

 

Εκεί, παιδί μου, που θα πας, στα μακρινά τα ξένα,
δίχτυα πολλά κι οξόβεργες θα στήσουνε για σένα.
Παιδί μου, αν εμένανε πάψεις να με θυμάσαι,
με δίχως βαρυγκώμηση συχωρεμένος να ‘σαι.

 

 

Κι αν πάλι το φτωχό καλύβι μας, ντροπή σου φέρνει,
ωστόσο και πάλι θα ‘μαι πρόθυμη, συχώρεση να δώσω.
Μ’ αν την πατρίδα απαρνηθείς που τη λατρεύουμε όλοι,
να ‘ναι η ζωή σου, όπου κι αν πας, αγκάθια και τριβόλοι.


Η ΜΑΝΟΥΛΑ
Στέλιος Σπεράντσας


Ποιός την κούνια μας κουνάει,
όταν είμαστε μικράκια;
Ποιός χαμογελά στο πλάι
και γλυκά μας λέει λογάκια
και τον ύπνο προσκαλεί;
Η μαμά μας η καλή!

 

 

Τα μαλλιά μας ποιός χτενίζει;
Ποιός μας καμαρώνει, αλήθεια;
Ποιός παιχνίδια μας χαρίζει;
Ποιός μας λέει τα παραμύθια
στη φωτίτσα μας σιμά;
Η γλυκιά μας η μαμά!

 

 

Κι όταν κάποτε ένα στόμα
κάτι με θυμό μας λέει,
κι όταν παρακούμε ακόμα,
ποιός πονεί και σιγοκλαίει
κι έχει πίκρα στην καρδιά;
Πάντα η μάννα μας, παιδιά!



 «Η Μάνα,  Γεώργιος Μαρτινέλλης


«Μάνα» κράζει το παιδάκι,
«Μάνα» ο νιος και «Μάνα» ο γέρος,
«Μάνα» ακούς σε κάθε μέρος,
α! τι όνομα γλυκό.

Τη χαρά σου και τη λύπη,
με τη μάνα τη μοιράζεις,
ποθητά την αγκαλιάζεις,
δεν της κρύβεις μυστικό.

Εις τον κόσμον άλλο πλάσμα,
δεν θα βρεις να σε μαντεύει,
σαν τη μάνα που λατρεύει,
σαν τη μάνα που πονεί.

Την υγειά της, τη ζωή της,
όλα η μάνα τ’ αψηφάει,
για το τέκνο π’ αγαπάει,
για το τέκνο που φιλεί.

Όπου τρέχεις, πάντα η μάνα,
με το νου σε συντροφεύει,
σε προσμένει, σε γυρεύει,
μ’ ανυπόμονη καρδιά.

Κι αν σκληρός εσύ φαρμάκια,
την ποτίζεις την καημένη,
πάντα η μάνα σ’ απανταίνει,
με τα ολόθερμα φιλιά.

Δυστυχής όποιος τη χάνει,
ο καημός είναι μεγάλος.
Σαν τη μάνα δεν είν’ άλλος,
εις τον κόσμο θησαυρός.

Κι’ όποιος μάνα πια δεν έχει,
«Μάνα» κράζει στ’ όνειρό του.
Πάντα «Μάνα» στον καημό του,
είν’ ο μόνος στεναγμός!