Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Η μάνα στην ποίηση

Η μάνα στην ποίησηΑποτέλεσμα εικόνας για ειπαν του ηλιου γιορταζει η μανα   Αποτέλεσμα εικόνας για ειπαν του ηλιου γιορταζει η μανα

ΜΑΝΑ Η ΤΑΠΕΙΝΗ…

1.-«Είπαν του ήλιου “γιορτάζει η μάνα”

κι εκείνος βάλθηκε με φως τη γη να ντύνει.

Είπαν της θάλασσας “γιορτάζει η μάνα”

κι αμέσως έγινε η φουρτούνα γαλήνη.

Το ‘μαθαν τα πουλιά, “γιορτάζει η μάνα”

και το τραγούδι τους ξεχείλισε πλημμύρα.

Το ‘μαθαν τα άνθη, “γιορτάζει η μάνα”

και μοσχοβόλησε η πλάση χίλια μύρα.

Τ’ άκουσε η βροχή, αλλά δεν έκλαψε

δάκρυ δεν κάνει να κυλήσει αυτή τη μέρα.

Τ’ άκουσε ο ουρανός κι άνοιξε διάπλατα

πείτε ευχές, μύριες ευχές για τη μητέρα»

[ “Η Μάνα”, Γεώργιος Μαρτινέλλης]

——————————————-

2.-Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ, Άγγελος Βλάχος

(παράφραση του ανάλογου ποιήματος του Ζαν Ρισπέν;)

« Ένα παιδί, μοναχοπαίδι, αγόρι,

αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη.

- Δεν αγαπώ εγώ, του λέει, παιδιά,

μ’ αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου,

της μάνας σου να φέρεις την καρδιά

να ρίξω να τη φάει το σκυλί μου.

Τρέχει ο νιος, τη μάνα του σκοτώνει

και την καρδιά τραβάει και ξεριζώνει.

Και τρέχει να την πάει, μα σκοντάφτει

και πέφτει ο νιος κατάχαμα με δαύτη.

Κυλάει ο νιος και η καρδιά κυλάει

και την ακούει να κλαίει και να μιλάει.

Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει:

- Εχτύπησες, αγόρι μου; και κλαίει!»

———————————————

3.-ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ (Κική Δημουλά)

«Το μικρό μου παιδί

σοβαρή αταξία έκανε πάλι.

Στο πεζούλι του σύμπαντος σκαρφάλωσε,

σκούντησε με το χέρι του

το κρεμασμένο

στον τοίχο τ’ ουρανού

κόκκινο πιάτο,

κι έχυσε όλο το φως επάνω του.

Ο Θεός απόρησε

που είδε τον ήλιο

ντυμένο ρούχα παιδικά

να κατεβαίνει τρέχοντας

της φαντασίας μου τη σκάλα

και να έρχεται σε μένα.

Κι εγώ κάθομαι τώρα

και μαλώνω αυστηρά

το μικρό μου παιδί,

ενώ κλέβω κρυφά

τον χυμένο επάνω του ήλιο.»

——————————-

4.-Η ΜΑΝΑ

«Μάνα μου δύσκολο κενό/αφήνει ο μισεμός σου.

Άκουσ’ το μάνα μια φορά/απ΄το μεγάλο γιο σου.

Μάνα μου υπερήφανη/και ντροπαλή μου μάνα

δεν το πιστεύω πως χτυπά/για σένα η καμπάνα.

Φεγγάρι παραγγέλνω σου/και μην το λησμονήσεις

τη μάνα μου στα σκοτεινά/δεν θέλω να αφήσεις.

Του Ψηλορείτη την κορφή/τη χιονοσκεπασμένη

βάλε σημάδι μη χαθείς/γιατί θα περιμένει.» 
[Στίχοι, μουσική: Λουδοβίκος των Ανωγείων]


Μητέρα


Μητέρα λέξη μαγική πολύτιμο πετράδι
ένα στολίδι της ψυχής και της ζωής το χάδι.


Του κόσμου ο ήλιος και το φως που τις καρδιές φωτίζει
κι’ ένα φιλί της η ψυχή μ’ αγάπη πλημμυρίζει.


Μητέρα λέξη όμορφη γλυκιά ονειρεμένη
στις δυσκολίες της ζωής μεγάλη αγαπημένη.


Τι πιο γλυκό και όμορφο όταν φιλί σου δίνει
και δυνατό παυσίπονο η ευχή της που σ’ αφήνει.


Το δάκρυ της πόσες φορές δεν κύλησε με πόνο
και πόσους αναστεναγμούς δεν άφησε στο χρόνο.


Πόσες φορές δεν έκλαψε δεν πόνεσε η καρδιά της
δεν βρήκες καταφύγιο μέσα στην αγκαλιά της.


Και ο χριστός μας στο σταυρό είπε προτού πεθάνει
την Παναγιά μητέρα μου πρόσεχε Ιωάννη.


Σήμερα στη γιορτούλα σου λουλούδια σου χαρίζω,
χαίρομαι όταν χαίρεσαι κι’ όταν πονάς δακρύζω.


Είσαι το λιμανάκι μου, είσαι η συντροφιά μου,
να’ σαι γερή και δυνατή μανούλα μου γλυκιά μου.


Νιώθω πως όταν μου γελάς σε πούπουλα πως μ’ έχεις
μανούλα μου σ’ ευχαριστώ που τόσο με προσέχεις.


Το όνομά σου το γλυκό μες στη καρδιά κρυμμένο
και με κορδέλα ολόχρυση το έχω τυλιγμένο…!!!!


Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
Ιωάννης Πολέμης


Μισεύεις για την ξενιτιά και μένω μοναχή μου,

σύρε παιδί μου στο καλό και σύρε στην ευχή μου.
Τριανταφυλλένια η στράτα σου, κρινοσπαρμένοι οι δρόμοι,
για χάρη σου ν’ ανθοβολούν και τα λιθάρια ακόμη.

 

 

Τα δάκρυά μου να γεννούν διαμάντια σ’ ό,τι αγγίζεις
και το ποτήρι της χαράς ποτέ να μη στραγγίζεις.
Να πίνεις και να ξεδιψάς και να ‘ναι αυτό γεμάτο,
σα να ‘ναι η βρύση από ψηλά κι εσύ να ‘σαι από κάτω.

 

 

Εκεί, παιδί μου, που θα πας, στα μακρινά τα ξένα,
δίχτυα πολλά κι οξόβεργες θα στήσουνε για σένα.
Παιδί μου, αν εμένανε πάψεις να με θυμάσαι,
με δίχως βαρυγκώμηση συχωρεμένος να ‘σαι.

 

 

Κι αν πάλι το φτωχό καλύβι μας, ντροπή σου φέρνει,
ωστόσο και πάλι θα ‘μαι πρόθυμη, συχώρεση να δώσω.
Μ’ αν την πατρίδα απαρνηθείς που τη λατρεύουμε όλοι,
να ‘ναι η ζωή σου, όπου κι αν πας, αγκάθια και τριβόλοι.


Η ΜΑΝΟΥΛΑ
Στέλιος Σπεράντσας


Ποιός την κούνια μας κουνάει,
όταν είμαστε μικράκια;
Ποιός χαμογελά στο πλάι
και γλυκά μας λέει λογάκια
και τον ύπνο προσκαλεί;
Η μαμά μας η καλή!

 

 

Τα μαλλιά μας ποιός χτενίζει;
Ποιός μας καμαρώνει, αλήθεια;
Ποιός παιχνίδια μας χαρίζει;
Ποιός μας λέει τα παραμύθια
στη φωτίτσα μας σιμά;
Η γλυκιά μας η μαμά!

 

 

Κι όταν κάποτε ένα στόμα
κάτι με θυμό μας λέει,
κι όταν παρακούμε ακόμα,
ποιός πονεί και σιγοκλαίει
κι έχει πίκρα στην καρδιά;
Πάντα η μάννα μας, παιδιά!



 «Η Μάνα,  Γεώργιος Μαρτινέλλης


«Μάνα» κράζει το παιδάκι,
«Μάνα» ο νιος και «Μάνα» ο γέρος,
«Μάνα» ακούς σε κάθε μέρος,
α! τι όνομα γλυκό.

Τη χαρά σου και τη λύπη,
με τη μάνα τη μοιράζεις,
ποθητά την αγκαλιάζεις,
δεν της κρύβεις μυστικό.

Εις τον κόσμον άλλο πλάσμα,
δεν θα βρεις να σε μαντεύει,
σαν τη μάνα που λατρεύει,
σαν τη μάνα που πονεί.

Την υγειά της, τη ζωή της,
όλα η μάνα τ’ αψηφάει,
για το τέκνο π’ αγαπάει,
για το τέκνο που φιλεί.

Όπου τρέχεις, πάντα η μάνα,
με το νου σε συντροφεύει,
σε προσμένει, σε γυρεύει,
μ’ ανυπόμονη καρδιά.

Κι αν σκληρός εσύ φαρμάκια,
την ποτίζεις την καημένη,
πάντα η μάνα σ’ απανταίνει,
με τα ολόθερμα φιλιά.

Δυστυχής όποιος τη χάνει,
ο καημός είναι μεγάλος.
Σαν τη μάνα δεν είν’ άλλος,
εις τον κόσμο θησαυρός.

Κι’ όποιος μάνα πια δεν έχει,
«Μάνα» κράζει στ’ όνειρό του.
Πάντα «Μάνα» στον καημό του,
είν’ ο μόνος στεναγμός!