Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Τα 40 σπουδαιότερα αποφθέγματα του Οδυσσέα Ελύτη


Τα 40 σπουδαιότερα αποφθέγματα του Οδυσσέα Ελύτη





1. «Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις».


2. «Τα τρία Τ της επιτυχίας: Ταλέντο, Τόλμη, Τύχη».

3. «Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι».

4. «Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι».

5. «Την αλήθεια την «φτιάχνει» κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα».

6. «Η λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε».

7. «Το «κενό» υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του».

8. «Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά».

9. «Όταν ακούς «τάξη», ανθρωπινό κρέας μυρίζει».

10. «Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε».



11. «Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία…»

12. «Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας».

13. «Για να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει το ένα πόδι σου να είναι έξω από τη γη».

14. «Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη».

15. «Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους. Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ’χει από μιας αρχής δοθεί;»

16. «Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα».

17. «Το άπειρο υπάρχει για μας όπως η γλώσσα για τον κωφάλαλο».

18. «Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει».

19. «Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θα ‘τανε αληθινή σωτηρία».

20. «Τη μαγεία δεν την πιάνεις με την ερμηνεία της μαγείας, πόσο μάλλον με την περιγραφή της ερμηνείας της μαγείας. Ή κελαηδάς ή σωπαίνεις. Δε λες: αυτό που κάνω είναι κελαηδητό!»



21. «Δυστυχώς και η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει».

22. «Η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα, μόνον μέσ’ από τα καθάρια νερά της μοναξιάς· κι η μοναξιά της πένας είναι από τις πιο μεγάλες».

23. «Ο Νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει».

24. «Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος»».

25. «Φτασμένες οι προλήψεις σε μια καθαρότητα μαθηματική, μας οδηγούν στη βαθύτερη γνώση του κόσμου».

26. «Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα ‘χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο».

27. «Ήρθαν ντυμένοι «φίλοι» αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας».

28. «Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα».

29. «Κι έναν πόντο πιο ψηλά να πάτε, άνθρωποι, ευχαριστώ θα σας πει ο Θεός».

30. «Τρώγε την πρόοδο και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της».



31. «Ο ήλιος σκάει μέσα μας κι εμείς κρατάμε την παλάμη στο στόμα έντρομοι».

32. «Στην κακή μοιρασιά πάντοτε ο Θεός ζημιώνεται».

33. «Όπου ακούς αέρα είναι η γαλήνη που βρυκολάκιασε».

34. «Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα».

35. «Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε».

36. «Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική. Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου».

37. «Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως. Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας Κι όταν σε πήρε το φιλί, Γυναίκα».

38. «Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά».

39. «Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ».

40. «Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες».



____________

Πηγή: dinfo.gr

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Μεγάλο κακό το να κρίνουμε μόνο από αυτά που βλέπουμε



Μεγάλο κακό το να κρίνουμε μόνο από αυτά που βλέπουμε (Αληθινό Περιστατικό)



αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Ο ιερέας μόλις είχε τελειώσει το συμβούλιο με την εκκλησιαστική επιτροπή. Είχε βραδιάσει πια. Η βροχή έκανε τους δρόμους να γυαλίζουν στο φως του φεγγαριού.
Μπήκε στο αμάξι του και πήρε τον δρόμο για το σπιτικό του. Ήταν πολύ κουρασμένος. Σωματικά αλλά και ψυχικά.

Όλη την ημέρα άκουγε τα προβλήματα του κόσμου προσπαθώντας να καθοδηγήσει, προσπαθώντας να μην αποκάμει ο ίδιος με αυτά που άκουγε δίνοντας συγχρόνως συγχώρεση και ελπίδα.
Καθώς είχε διασχίσει σχεδόν όλη την διαδρομή για το σπίτι του ξαφνικά πάτησε φρένο μπροστά σε ένα μαγαζί που πουλούσε σάντουιτς.
Κατέβηκε και με δυο τρία γρήγορα βήματα μπήκε μέσα στο κατάστημα. Η βροχή είχε δυναμώσει. Τα γυαλιά μυωπίας του θόλωσαν. Τα έβγαλε και τα σκούπισε με το εσώρασό του.
Στο κατάστημα δεν υπήρχε άλλος πελάτης. Δύο κοπέλες πίσω από τον κισέ και ένας νεαρός ο οποίος μάλλον πήγαινε τις παραγγελίες στα σπίτια.
«Θα ήθελα παρακαλώ, δύο σάντουιτς με γύρο και δύο με σουβλάκι...» είπε ο ιερέας.
Οι δύο κοπέλες κοιτάχτηκαν στα μάτια, με διάθεση να αστειευτούν.
Ο ιερέας κατευθύνθηκε προς το ψυγείο με τα αναψυκτικά και πήρε δύο. Τα τοποθέτησε δίπλα στην ταμειακή μηχανή. Αυτά που ζήτησε ήταν έτοιμα.
«Τι οφείλω παρακαλώ...», απευθύνθηκε στην κοπέλα που κτυπούσε τα πλήκτρα τις ταμειακής βαριεστημένα. Αντί όμως για την τιμή της παραγγελίας ο ιερέας δέχτηκε μία ερώτηση...
«Πάτερ, ξέρετε τί ημέρα είναι σήμερα; Μήπως ξεχάσατε»;
Ο ιερέας παραξενεύτηκε... «Τι ημέρα είναι...»;
«Είναι Παρασκευή πάτερ...δεν είναι νηστεία; Εσείς δήθεν πρέπει να μας δείχνεται το καλό παράδειγμα και όχι να τρώτε κρέατα τέτοια ημέρα...».
Ο ιερέας χαμήλωσε το κεφάλι του. Έβγαλε από το πορτοφόλι του το ποσό που είδε να αναγραφεται πάνω στην ταμειακή μηχανή.
«Κρατήστε τα ρέστα....θα ήθελα να προσεύχεστε για μένα, είμαι ένας ταλαίπωρος άνθρωπος γεμάτος πάθη...» είπε και βγήκε από το μαγαζί.
Η κοπέλα παρατήρησε ότι ο ιερέας βγαίνοντας από το μαγαζί τους δεν κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του, γεμάτη ικανοποίησε γι'αυτό που είπε έκανε να βγει και αυτή έξω...
«Μα που πάει...»; είπε κοιτώντας την άλλη κοπέλα η οποία είχε σαστίσει με το όλο σκηνικό.
Ο ιερέας κατευθύνθηκε προς την αντίθετη πλευρά που βρισκόταν η πορεία του προς το σπίτι του. Με γοργό βήμα σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκε στο σημείο που ήθελε. Ένας κάδος σκουπιδιών. Η βροχή άρχισε να δυναμώνει ακόμα περισσότερο.
«Αδελφέ, μπορώ να σε απασχολήσω λίγο...» ήταν τα λόγια του ιερέως προς τον μελαψό άνδρα ο οποίος έψαχνε μέσα στα σκουπίδια.
Ο άνδρας άφησε τις σακούλες που είχε στο χέρι του. Κατευθύνθηκε προς τον ιερέα.
Στάθηκε ακριβώς μπροστά του. Τα μάτια τους κοινωνούσαν την ίδια βροχή, τον ίδιο αέρα, το ίδιο κρύο...
Ο ιερέας δεν είπε κάτι άλλο. Άπλωσε τα χέρια του τις σακούλες με τα σάντουιτς και τα αναψυκτικά.
Ο μελαψός άνδρας δεν άπλωσε τα δικά του. Μάλλον δεν πίστευε ότι αυτό του συμβαίνει. Ένα μικρό παιδάκι, μάλλον ο γιος του, το οποίο στεκόταν δίπλα του άπλωσε τα μικρά και αδύνατα χεράκια του και πήρε τις σακούλες και άρχισε να τα περιεργάζεται.
Ο ιερέας με ένα νεύμα συγκατάβασης γύρισε και απομακρύνθηκε.
Φτάνοντας στο αυτοκίνητό του, το οποίο το είχε αφήσει μπροστά στο σαντουιτσάδικο, τον περίμενε μια έκπληξη.
Η κοπέλα η οποία του είχε κάνει την παρατήρηση είχε βγει έξω για να δει που πήγε...τα είχε δει όλα.
«Πάτερ....συγνώμη...». Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει. Ο ιερέας της έπιασε τα χέρια και διακόπτοντάς την είπε: «Μην στεναχωριέσαι...να εύχεσαι για μένα, καλό σου βράδυ».
Τα μάτια της κοπέλας βούρκωσαν...δύο τρία δάκρυα κύλισαν στα μάγουλά της καθώς έβλεπε το αυτοκίνητο του ιερέως να χάνεται μέσα στην βροχερή νύχτα.
Από το απέναντι πεζοδρόμιο περνούσαν τώρα ο μελαψός άνδρας με το μικρό παιδάκι του γελώντας και τρώγοντας αυτά που τους πρόσφερε ο ιερέας.
Η κοπέλα μπήκε μέσα στο μαγαζί.
«Είσαι καλά»; την ρώτησε η συνάδελφός της.
«Μεγάλο κακό το να κρίνουμε γρήγορα και επιπόλαια μόνο από αυτά που βλέπουμε...» είπε με τρεμάμενη φωνή.