Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Δε νομίζετε ότι έχετε ξεχάσει κάτι πίσω;

Δε νομίζετε ότι έχετε ξεχάσει κάτι πίσω;



Κορόιδευαν ένα ηλικιωμένο για τον τρόπο που έτρωγε. Λίγα λεπτά αργότερα όμως έγινε το απίστευτο!
Οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν ότι όσο περνάν τα χρόνια, θα πρέπει να βοηθάμε τους γονείς μας ολοένα και περισσότερο στα γηρατειά τους.
Παρακάτω ακολουθεί μια συγκινητική ιστορία ενός πατέρα και του γιου του που κυκλοφόρησε sto διαδίκτυο πριν αρκετό καιρό- αλλά το μήνυμά της συνεχίζει να αντηχεί ακόμη και σήμερα πιο έντονα παρά ποτέ.

Ένας άντρας φέρνει τον ηλικιωμένο πατέρα του σε ένα εστιατόριο για δείπνο, και υπομονετικά βοηθάει τον πατέρα του να καθαρίζεται όσο τρώει. Άλλοι πελάτες στο εστιατόριο δεν είναι τόσο υπομονετικοί, και συνεχίζουν να τους κοιτάζουν δυσάρεστα.




Μετά το γεύμα τους, ο γιος οδήγησε τον πατέρα στο μπάνιο και τον βοήθησε να καθαρίσει τους λεκέδες από τα ρούχα του.






Στη συνέχεια, βοήθησε τον πατέρα του να χτενίσει τα μαλλιά του, να φορέσει το σακάκι του, και να ισιώσει τα γυαλιά του.





Έπειτα ο γιος πήγε να πληρώσει το λογαριασμό, και σηκώθηκε να φύγει. Όλοι τους παρακολουθούσαν σε νεκρική σιγή.

Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πώς κάποιος έφερνε τον εαυτό του σε τόσο δύσκολη θέση δημόσια.
Ένα από τα άτομα που κοιτούσαν, σηκώθηκε και είπε κάτι που άφησε όλους τους υπόλοιπους άφωνους και μετανιωμένους για το αγενές τους βλέμμα,– ένας γέρος – φώναξε στο γιο.

“Δε νομίζετε ότι έχετε ξεχάσει κάτι πίσω;” ρώτησε.

“Όχι, κύριε, δεν έχω,” απάντησε ο γιος.




“Ναι, έχεις!”, απάντησε ο γέρος. “Έχετε αφήσει ένα μάθημα για κάθε γιο, και την ελπίδα για κάθε πατέρα.»

Και με την απάντηση αυτή, ολόκληρο το εστιατόριο σώπασε.

Η φροντίδα των ατόμων που κάποτε νοιαζόντουσαν για σας είναι υψίστης σημασίας.


Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

ΜΗΤΕΡΑ Η Πρώτη Κυρία της ζωής μας.

ΜΗΤΕΡΑ Η Πρώτη Κυρία της ζωής μας.



Η γυναίκα μου μού πρότεινε να βγω με άλλη γυναίκα.
‘Γνωρίζεις πολύ καλά πως την αγαπάς’ μου είπε μια μέρα ξαφνιάζοντάς με.

‘Η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ της χρόνο.’
‘Μα εγώ ΕΣΕΝΑ αγαπώ’ της είπα έντονα.
‘Το ξέρω. Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνη.’

Η άλλη γυναίκα, την οποία η γυναίκα μου ήθελε να επισκεφθώ, ήταν η μητέρα μου, χήρα εδώ και χρόνια. Όμως οι απαιτήσεις της δουλειάς και των παιδιών με ανάγκαζαν να την επισκέπτομαι αραιά και που.’
Εκείνο το βράδυ της τηλεφώνησα και την προσκάλεσα έξω σε δείπνο και μετά για κινηματογράφο.
‘Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;’ με ρώτησε.
Η μητέρα μου είναι από τους ανθρώπους που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων.
‘Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί’ της απάντησα. ‘Οι δυο μας μόνοι… Τί λες;’
Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε: ‘Θα το ήθελα πολύ.’
Εκείνη την Παρασκευή, καθώς οδηγούσα μετά το γραφείο για να πάω να την πάρω, αισθανόμουν περίεργα. Ήταν ο εκνευρισμός που προηγείται ενός ραντεβού… Και πώς τα φέρνει η ζωή, όταν έφθασα στο σπίτι της, παρατήρησα πως και η ίδια ήταν φοβερά συγκινημένη!
Με περίμενε στην πόρτα φορώντας το παλιό καλό παλτό της, είχε περιποιηθεί τα μαλλιά της και ήταν ντυμένη με το φόρεμα με το οποίο είχε εορτάσει την τελευταία επέτειο του γάμου της. Το πρόσωπό της χαμογελούσε, ακτινοβολούσε φως, όπως το πρόσωπο ενός αγγέλου.
‘Είπα στις φίλες μου ότι θα βγω με το γιο μου και όλες τους συγκινήθηκαν’ μου είπε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό μου. ‘Δεν μπορούν να περιμένουν μέχρι αύριο για να μάθουν τα πάντα για τη βραδυνή έξοδό μας.’
Πήγαμε σε ένα εστιατόριο όχι από τα καλά, αλλά με ζεστή ατμόσφαιρα. Η μητέρα μου με έπιασε από το μπράτσο σαν να ήταν ΄Η Πρώτη Κυρία της χώρας.΄
Μόλις καθήσαμε, έπρεπε εγώ να της διαβάσω τον κατάλογο με τα φαγητά. Το μόνο που ΄έπιαναν΄ τα μάτια της ήταν κάτι μεγάλες φιγούρες.
Μόλις έφθασα στη μέση του καταλόγου, σήκωσα το πρόσωπό μου. Η μαμά μου καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού και με χάζευε. Ένα νοσταλγικό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της.

‘Εγώ ήμουν αυτή που σου διάβαζε τον κατάλογο, όταν ήσουν μικρός, θυμάσαι;’
‘Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να ξεκουραστείς και να μου επιτρέψεις να σου ανταποδώσω τη χάρη’ απάντησα.
Κατά τη διάρκεια του γεύματος είχαμε μια ευχάριστη συζήτηση, τίποτα το εξαιρετικό, απλά το πώς περνάει ο καθένας μας κάθε μέρα.
Μιλούσαμε για ώρες, που τελικά χάσαμε την ταινία στον κινηματογράφο.
‘Θα βγω μαζί σου την επόμενη φορά, αν μου επιτρέψεις να κάνω εγώ την πρόταση’ μου είπε η μητέρα μου καθώς την επέστρεφα στο σπίτι. Την φίλησα, την αγκάλιασα.
‘Πώς πήγε το ραντεβού;’ θέλησε να μάθει η γυναίκα μου μόλις μπήκα στο σπίτι εκείνο το βράδυ.
‘Πολύ όμορφα, σ΄ευχαριστώ. Περισσότερο κι απ΄ό,τι περίμενα.’ της απάντησα.

Μερικές μέρες αργότερα η μητέρα μου ΄έφυγε΄ από ανακοπή της καρδιάς. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα.
Λίγο καιρό μετά, έλαβα έναν φακέλο από το εστιατόριο όπου είχαμε δειπνήσει η μητέρα μου κι εγώ. Μέσα είχε ένα σημείωμα που έγραφε:

‘Το δείπνο είναι προπληρωμένο. Ήμουν σχεδόν βέβαιη πως δεν θα μπορούσα να παρευρεθώ, κι έτσι πλήρωσα για δύο άτομα, για σένα και τη σύζυγό σου. Δεν θα μπορέσεις ποτέ σου να αισθανθείς τί σήμαινε εκείνη η βραδιά για μένα. Σε αγαπώ!’

Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα τη σπουδαιότητα του να είχα πει εγκαίρως ‘ΣΕ ΑΓΑΠΩ’.
Συνειδητοποίησα ακόμη τη σπουδαιότητα του να δίνουμε στους αγαπημένους μας το χρόνο που τους αξίζει. Τίποτα στη ζωή δεν είναι και δεν θα είναι πιο σημαντικό από την οικογένεια σου. Αφιέρωσε χρόνο σ΄αυτούς που αγαπάς, γιατί αυτοί δεν μπορούν να περιμένουν.

Εάν ζει η μητέρα σου
………. Απόλαυσε τη στιγμή.

Εάν δεν ζει
…………………….. Να τη θυμάσαι.

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Για τους 50αρηδες και βάλε…

Αξέχαστα, νοσταλγικά χρόνια

ΔΑΦΝΗ ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ
Πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου περί τη δεκαετία του 1970
Διαβάζοντας το παρακάτω κείμενο (αγνώστου συγγραφέα) στο διαδίκτυο, μου «ξύπνησαν» θύμησες και αναμνήσεις από τα αξέχαστα, νοσταλγικά χρόνια της ανέμελης νεαρής μου ηλικίας, στις γειτονιές της Δάφνης.
Νοστάλγησα τον κυρ Γιώργοτον ΕΒΓΑΤΖΗ που έβγαινε και φώναζε«κυρά Κατίνα. Έλα. Έχεις τηλέφωνο»μια και τηλέφωνο στα σπίτια δεν υπήρχε την εποχή εκείνη.
Τις καραμέλες τσάρλεστον και αγελαδίτσα, καθώς και τις γκοφρέτες «ΚΟΥΚΟΥ ΡΟΥΚΟΥ» με τα αυτοκόλλητα, που αγοράζαμε άλλοτε από την ΕΒΓΑ του κυρ Γιώργου, κι άλλοτε από τον κυρ Κώστα, τον μπακάλη της γειτονιάς, ή από το ψιλικατζίδικο του Μαργαρίτη, απέναντι από την κεντρική πλατεία της Δάφνης.
Το παιδικό εβδομαδιαίο περιοδικό «ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΠΑΙΔΙΑ» και αργότερα, καθώς μεγαλώσαμε λίγο, τα κοριτσίστικα περιοδικά «ΜΑΝΙΝΑ», «ΚΑΤΕΡΙΝΑ» και τα αγορίστικα «ΜΠΛΕΚ», «ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΑΣ» κλπ., που τρέχαμε κάθε βδομάδα να αγοράσουμε από το περίπτερο «της πλατείας μας» ή να ανταλλάξουμε τα μεταχειρισμένα μας, με άλλα μεταχειρισμένα, στον κυρ Αντρέα τον ψιλικατζή, στην Εθνάρχη Μακαρίου.
Την πλατεία της γειτονιάς, που έσφυζε ολημερίς, τους καλοκαιρινούς ιδίως μήνες, από τις παιδικές μας φωνές, και τον κυρ Νίκο τον κουλό και την κυρά Παρασκευή, που μας κυνηγάγανε όταν σκαρφαλώναμε στις λεμονιές της πλατείας να κόψουμε λεμόνια για να παίξουμε λεμονοπόλεμο.
Τα φρεσκοψημένα, από την κατσαρόλα της μαμάς μου, ποπ κορν τα οποία μοιράζονταν σε όλη την παρέα της πλατείας, και αργότερα τα τοστ,  όταν αποκτήσαμε την πρώτη μας τοστιέρα, και τόσα μα τόσα άλλα, τα οποία θα προσπαθήσω να καταγράψω αναλυτικά σε άλλο άρθρο.
Προς το παρόν, ένα μεγάλο ευχαριστώ στον άγνωστο φίλο για το εξαιρετικό κείμενό του, που μας ταξιδεύει στα χρόνια και της δικής μας νεαρής ηλικίας.
Απολαύστε το.

Για τους 50αρηδες και βάλε…


Σύμφωνα με τις στατιστικές, αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του 40, 50, 60 και 70, πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει.
Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαρειές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατούσες μας.
Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκύτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά.
Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.
Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα ή με… κάρβουνο, ή με θερμάστρες πετρελαίου. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε.

γενια3
Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ηρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το Πρώτο, το Εμπρός.
Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι.

γενια σοκολατα
Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκινοπίπερο.
Τα αστικά λεωφορεία Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ηταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας;
γενια λεωφο
Τα κίτρινα τρόλευ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλλα που έκοβε τα εισιτήρια.
12
Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.
Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia. Θυμάστε τα Anglia, τα Peugeot 403, τα Renault 10 ή το Simca 1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα.

γενια αυτοκινητα
Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα.
Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο, αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.
γενια παγος
Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν περιίμεναν πελάτη. Και σε κάποια γωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας.
γενια τσαγκαρης
Στη γωνιά του δρόμου μια ΕΒΓΑ που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαχιστένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί.
γενια γαλα

Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμένα πλίξ τυλιγμένα σε ρόλλει κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά.
γενια κουρεας
Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τότε. Δεν υπήρχε νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσσο ούτε κάν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα. Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.
23
Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμαδάκι την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παιδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει».
Και αργότερα πιο μεγάλοι πια σινεμά και καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών ,το Loubier, το Blue Bell, του Φλόκα, το Βυζάντιο, του Βρυλώνια με τις φοβερές μακαρονάδες. Τη Σόνια.
Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωϊ τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστο υποβρύχιο μεσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι. Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης Φουντουκίδης Κατσαρός.
γενια 50
Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το σπρωχνε στο χωματόδρομο. Παπασπύρου ΑΣΤΥ ΕΒΓΑ. Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.
γενια εβγα

γενια 60
Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Καβούρι Βουλιαγμένη, Βάρκιζα άντε και στη Λουμπάρδα ή απ την άλλη μεριά Ραφήνα Νέα Μάκρη Κόκκινο λιμανάκι. Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπανιο με τις κομπιναιζόν, Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό.
γενια 10
Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά! Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα. Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.
γενια 80
Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι ( Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγύ, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τις ΕΒΓΑ της γειτονιάς. Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας.
Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας.
Οταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέττο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι.
γενια ποδηλατο
Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων. Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλληρα για να μη φουσκώσουν.
Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέττες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων. Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος !
Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα.
Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες .

γενια βολτες
Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας.
Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει. Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλίτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε.
Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι. Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόρφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων.
Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρείς μέρες πρωι, τρείς μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς.
Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο. -Για να σηκωθεί σήμερα ο ………. Και μέχρι να πεί τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι.
Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλέ ποδιές τους. Μπλέ κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλέ κορδέλλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και ταΆ αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου.
Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στον Κάλαμο, τον Αη Γιάννη το Ρώσσο, το Ναύπλιο, τον Οσιο Λουκά, τους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο τον σκανδαλιάρη που σε κοίταγε πονηρά όπου κι αν στεκόσουνα ,με κάτι απίστευτα πούλμαν.

γεια εκδρομη
Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο.
Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή.
Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας.
Θυμάστε τα πάρτυ γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέϊκ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς. Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλούζ σε συνενόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας.
Πηγαίναμε στο γήπεδο τρείς ώρες πριν το μάτς και γυρίζαμε παπί από τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες Κι με τις κάλτσες να τρέχουν.
γενια τιτανια
Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα;
Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια.
Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , τον πασατέμπο και την πορτοκαλάδα ΠΑΡΘΕΝΩΝ. Αξέχαστα χρόνια.
Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος.

  • Αλιευμένο από το Facebook.
  • Αγνώστου συγγραφέως
  • Για την αντιγραφή Ολυμπία Λιάτσου

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Το ραγισμένο δοχείο:


Το ραγισμένο δοχείο: Ένας μύθος με πολύ σημαντικό νόημα!




Ένας μύθος που μας υπενθυμίζει ότι κανείς δεν είναι τέλειος, όλοι έχουμε αδυναμίες αλλά και δυνατότητες, αρκεί να τις εκμεταλλευτούμε σωστά.
Διαβάστε τον:
Μια γριά γυναίκα, Κινέζα κουβαλούσε νερό με δύο μεγάλα δοχεία κρεμασμένα από τους ώμους της. Το ένα δοχείο ήταν άψογο και μετέφερε πάντα όλη την ποσότητα νερού που έπαιρνε. Το άλλο είχε μια ρωγμή και στο τέλος της μακριάς διαδρομής από το ρυάκι στο σπίτι, έφθανε μισοάδειο.
Έτσι για δύο ολόκληρα χρόνια η γριά κουβαλούσε καθημερινά μόνο ενάμισι δοχείο νερό στο σπίτι της. Φυσικά το τέλειο δοχείο ένοιωθε υπερήφανο που εκπλήρωνε απόλυτα και τέλεια το σκοπό για τον οποίο είχε κατασκευαστεί. Το ραγισμένο δοχείο ήταν δυστυχισμένο, που μόλις και μετά βίας μετέφερε τα μισά από αυτά που έπρεπε, ένοιωθε ντροπή για την ατέλεια του.
Ύστερα από δύο χρόνια δεν άντεχε πια την κατάσταση αυτή και αποφάσισε να μιλήσει στη γριά.
-Ντρέπομαι τόσο για τον εαυτό μου και θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη!
-Μα γιατί; ρώτησε η γριά.
-Για ποιο λόγο νιώθεις ντροπή;
-Ε, να!
-Δύο χρόνια τώρα μεταφέρω μόνο το μισό νερό λόγω της ρωγμής μου και εξαιτίας μου κοπιάζεις άδικα κι εσύ!
Η γριά χαμογέλασε:
-Παρατήρησες ότι στο μονοπάτι υπάρχουν λουλούδια μόνο στη δική σου πλευρά και όχι στη μεριά του άλλου δοχείου;
Πρόσεξα την ατέλειά σου και την εκμεταλλεύτηκα. Φύτεψα σπόρους στην πλευρά σου και εσύ τους πότιζες. Δύο χρόνια τώρα μαζεύω τα άνθη και στολίζω το τραπέζι μου. Αν δεν ήσουν εσύ αυτή η ομορφιά δε θα λάμπρυνε το σπίτι μου!
Βέβαια δεν ήταν η ατέλεια του δοχείου που το έκανε ξεχωριστό αλλά η ιδιαίτερη ικανότητα της γυναίκας εκείνης να διακρίνει και να χρησιμοποιήσει την αδυναμία του.
Ο καθένας μας έχει τις “ρωγμές” του και τις “αδυναμίες” του που μπορούν ακόμη κι αυτές να γίνουν χρήσιμες και να ομορφύνουν τη ζωή μας. Κάθε “ρωγμή” μπορεί να κάνει τη ζωή μας πιο πλούσια και πιο ενδιαφέρουσα αρκεί να βρει κάποιος την ομορφιά που μπορεί να δώσει η ατέλειά μας.
“Ραγισμένοι” φίλοι, μην ξεχνάτε να σταματάτε στην άκρη του δρόμου και να απολαμβάνετε το άρωμα των λουλουδιών που φυτρώνουν στη μεριά σας. Αν ο καθένας μας μετέτρεπε, σαν τη γριά γυναίκα της ιστορίας μας τις ατέλειες του διπλανού του σε κάτι χρήσιμο και όμορφο σίγουρα ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος!

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΟΠΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

40 προκλητικά ερωτήματα ζωής, με χιούμορ για σκέψη!


40 προκλητικά ερωτήματα ζωής, με χιούμορ για σκέψη!





Πολλές φορές στη ζωή μας αναρωτηθήκαμε κάποιες από τις παρακάτω ερωτήσεις της ζωής. Το θέμα είναι τί απαντήσεις δώσαμε!

Αν πράγματι μαθαίνουμε από τα λάθη μας, γιατί φοβόμαστε τόσο πολύ να κάνουμε λάθος;

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ του να είσαι ζωντανός και να ζεις πραγματικά;

Γιατί οι θρησκείες παρόλο που κηρύσσουν την αγάπη, προκαλούν τόσους πολέμους;

Είστε ο τύπος του φίλου που θα θέλατε να είχατε φίλο;

Ο έρωτας ισούται με το σεξ;

Αν η ευτυχία ήταν το νόμισμα μας, ποια δουλειά θα σας έκανε πλούσιους;

Κάνετε αυτό που πιστεύετε, ή συμβιβάζεστε;

Αν η μέση διάρκεια ζωής του ανθρώπου ήταν τα 40 έτη, πόσο διαφορετικά θα ζούσατε τη ζωή σας;

Ανησυχείτε περισσότερο για το να κάνετε σωστά τα πράγματα, ή αν κάνετε τα σωστά πράγματα;

Αν γνωρίζατε ότι όλοι επρόκειτο να πεθάνουν αύριο, ποιον θα επισκεπτόσασταν σήμερα;

Αν μπορούσατε να δώσετε μόνο μία συμβουλή σε ένα νεογέννητο, ποια θα ήταν αυτή;

Ποιο είναι αυτό που δεν έχετε κάνει και πραγματικά θα θέλατε να κάνετε; Τι σας κρατά πίσω;

Έχει γίνει ποτέ πραγματικότητα ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Θα θέλατε να έχετε λιγότερη δουλειά να κάνετε, ή περισσότερη δουλειά που πραγματικά σας αρέσει να κάνετε;

Πότε ήταν η τελευταία φορά που αφουγκραστήκατε τον ήχο της αναπνοής σας;

Τις αποφάσεις τις παίρνετε για τον εαυτό σας, ή αφήνετε τους άλλους να τις πάρουν για σας;

Αν είχατε αμύθητη περιουσία αλλά έπρεπε απαραίτητα να εργάζεστε, τι δουλειά θα επιλέγατε να κάνετε;

Όταν φτάσετε 90 ετών, τι θα έχει μεγαλύτερη σημασία για εσάς;

Τι έχετε μετανιώσει περισσότερο μέχρι τώρα στη ζωή;

Αν ήσασταν στις πύλες του παραδείσου και ο Θεός σας ρωτούσε: «Γιατί πρέπει να επιτρέψω να περάσετε;", τι θα απαντούσατε;






Ποιο μικρό πράγμα θα μπορούσατε να κάνετε για να κάνετε καλύτερη την ημέρα κάποιου άλλου;

Τι θα θέλατε να αφήσετε πίσω σας;

Πότε ήταν η τελευταία φορά που δοκιμάσετε κάτι καινούργιο;

Ποιο μάθημα ζωής πήρατε με τον δύσκολο τρόπο;

Σε τι θα προτιμούσατε να είχατε δώσει περισσότερο χρόνο τα προηγούμενα πέντε χρόνια;

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ του ζω και υπάρχω;

Αν όχι τώρα, τότε πότε;

Κάνατε κάτι τελευταία που αξίζει να θυμόσαστε μετά από καιρό;

Αν έπρεπε να διδάξετε κάτι, τι θα ήταν αυτό;

Είναι λάθος να κλέψει ένα πεινασμένο παιδί;

Τι σας ανεβάζει όταν η ζωή σας πάει στραβά;

Μετανιώσατε για κάτι που δεν είπατε ή δεν κάνατε;

Γιατί σκεφτόμαστε περισσότερο τους άλλους όταν φεύγουν;

Είναι πιο σημαντικό να αγαπήσετε ή να αγαπηθείτε;

Αν ο γιατρός σας έδινε πέντε χρόνια ζωής, τι θα προσπαθούσατε να κάνετε;

Μπορεί να υπάρξει ευτυχία χωρίς θλίψη;

Για ποιο πράγμα θα θέλετε να σας θυμούνται μετά το τέλος της ζωής σας;

Υπάρχει το τέλειο;

Τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος;

Είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου;

Πότε ήταν η τελευταία φορά που κάνατε κάτι όμορφο σε κάποιον και δεν περιμένατε τίποτα για αντάλλαγμα;


Πηγή antikleidi.com

Ο Πάολο Κοέλιο (Paulo Coelho),

 Πάολο Κοέλιο (Paulo Coelho)


Ο Πάολο Κοέλιο (Paulo Coelho),
είναι βραζιλιάνος συγγραφέας. Γεννήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας στις 24 Αυγούστου 1947. Φοίτησε στην νομική, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του το 1970 για να ταξιδέψει στο Μεξικό, Περού, Βολιβία, Χιλή, στην Ευρώπη και την Βόρεια Αφρική. Δύο χρόνια αργότερα επέστρεψε στην Βραζιλία και άρχισε να γράφει στίχους για μουσική. Φυλακίστηκε για λίγο καιρό το 1974 για υπονομευτικές δραστηριότητες κατά της βραζιλιάνικης δικτατορίας. Παρότι Χριστιανός Καθολικός, τα κείμενά του συνδυάζουν με ένα ιδιαίτερο τρόπο τη θρησκευτικότητα και τον μυστικισμό, διαλογισμό και πνευματικές ασκήσεις και εμπειρίες από το μυστικιστικό παρελθόν του, που συχνά ίσως να αντιτίθενται στη γραμμή του επίσημου Καθολικισμού. Τα θέματά του από την άλλη δεν θα εκφράζανε συγκεκριμένη θρησκευτική ιδεολογία, αν δεν υπήρχαν τα Καθολικά στοιχεία, αλλά αυτή η διάσταση δεν λαμβάνεται έντονα υπόψη από το κοινό του, καθότι υφίσταται απλά ως υπόβαθρο για την κυρίως ιστορία. Ενδιαφέρον έχει να πούμε ότι η επίσημη Ελληνική Εκκλησία δεν έχει αντιδράσει θετικά ή αρνητικά για την επιτυχία του στην Ελλάδα. Πολλά από τα έργα του έχουν μία ιδιαίτερη και μυστικιστική ατμόσφαιρα, ενώ πολύ σύνηθες θέμα τους είναι η αφοσίωση σε ένα στόχο και η επίτευξη των ονείρων. Έχει πουλήσει πάνω από 20 εκατομμύρια βιβλία σε ολόκληρο τον κόσμο και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε τριανταοκτώ γλώσσες. Του έχουν απονεμηθεί πολλά λογοτεχνικά βραβεία από διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένης μιας υποψηφιότητας για το περίφημο Διεθνές Λογοτεχνικό Βραβείο του Δουβλίνου για το «Η Βερόνικα αποφασίζει να πεθάνει». 

O άνθρωπος, το άλογο και το σκυλί… (Paulo Coelho)

O άνθρωπος, το άλογο και το σκυλί… (Paulo Coelho)




Ένας άνθρωπος, το άλογό του και το σκυλί του περπατούσαν σ ένα δρόμο. Καθώς περνούσαν δίπλα από ένα τεράστιο δέντρο, έπεσε ένας κεραυνός και όλοι έμειναν στον τόπο. Αλλά ο άνθρωπος δεν αντιλήφθηκε ότι είχε πια αφήσει τον κόσμο τούτο και συνέχισε να περπατάει με τα ζώα του. Μερικές φορές οι πεθαμένοι θέλουν χρόνο για να συνειδητοποιήσουν τη νέα τους κατάσταση…

Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς, ανηφορικός, ο ήλιος έκαιγε και αυτοί είχαν ιδρώσει και διψούσαν πολύ.
Σε μια στροφή διέκριναν μια μεγαλόπρεπη πύλη, καμωμένη ολόκληρη από μάρμαρο, που οδηγούσε σε μία πλατεία στρωμένη με χρυσάφι, που στο κέντρο της είχε μία πηγή από όπου ανάβλυζε κρυστάλλινο νερό.
Ο οδοιπόρος προχώρησε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο:
– Καλημέρα
– Καλημέρα, απάντησε ο φύλακας
– Ποιος είναι αυτός ο τόσο όμορφος τόπος;
– Είναι ο παράδεισος
– Ωραία που φτάσαμε στον παράδεισο, διψάμε πολύ
– Μπορείτε να μπείτε, κύριε, και να πιείτε όσο θέλετε ( και ο φύλακας έδειξε την πηγή)
– Το άλογο και το σκυλί μου διψάνε κι αυτά
– Λυπάμαι πολύ, είπε ο φύλακας – Εδώ δεν επιτρέπονται ζώα
Ο άνθρωπος στενοχωρήθηκε επειδή διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να πιει νερό μόνο αυτός. Ευχαρίστησε το φύλακα και συνέχισε το δρόμο του.
Αφού περπάτησαν πολλή ώρα στην ανηφόρα, εξαντλημένοι πια, έφτασαν σ ένα μέρος που είχε για είσοδο μια παλιά ξύλινη πύλη που οδηγούσε σ ένα χωματόδρομο πλαισιωμένο από δέντρα.
Στη σκιά ενός από τα δέντρα καθόταν ένας άνθρωπος μ ένα καπέλο στο κεφάλι, ίσως και να κοιμόταν.
– Καλημέρα, είπε ο οδοιπόρος.
Ο άνθρωπος έγνεψε με το κεφάλι
– Διψάμε πολύ, εγώ το άλογό μου και το σκυλί μου
– Έχει μια πηγή σ” εκείνες τις πέτρες, είπε ο άνθρωπος δείχνοντας το σημείο – Πιείτε όσο θέλετε
Ο άνθρωπος, το άλογο και το σκυλί πήγαν ως την πηγή και έσβησαν τη δίψα τους. Ο οδοιπόρος γύρισε για να τον ευχαριστήσει.
– Ελάτε πάλι όποτε θέλετε, απάντησε ο άνθρωπος
– Αλήθεια, πως λέγεται αυτό το μέρος;

– Παράδεισος
– Παράδεισος;; Μα ο φύλακας της μαρμαρένιας πύλης είπε ότι ο παράδεισος ήταν εκεί!
– Εκεί δεν είναι ο παράδεισος, είναι η κόλαση
Ο οδοιπόρος τα’ χασε.
– Πρέπει να τους απαγορεύετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας! Αυτό σίγουρα θα προξενεί μεγάλα μπερδέματα!
– Καθόλου, αντίθετα μας κάνουν μεγάλη χάρη. Επειδή εκεί μένουν όλοι αυτοί που είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερούς τους φίλους…
(Paulo Coelho)

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΟΠΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΕΝΤΡΑ.


ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΕΝΤΡΑ.





Είναι μια φαινομενικά απλοϊκή ιστορία. Ένα παραμύθι.  Έχει όμως ένα βαθύ και μεγάλο δίδαγμα.
*********************
Ήταν μια φορά σ' ένα δάσος τρία δέντρα.
Το καθένα από αυτά είχε για τον εαυτό του έναν οραματισμό - μια προοπτική.
Το πρώτο επιθυμούσε να αξιωθεί να γίνει κάποια στιγμή ένα πολύτιμο μπαούλο• ξυλόγλυπτο• όμορφα σκαλισμένο, που μέσα του θα φυλάσσεται ένας πολύτιμος θησαυρός. Αυτό ήταν το όραμα του και η προοπτική του.
Το δεύτερο δένδρο ήθελε να αξιωνόταν να γίνει στα χέρια ενός κάλου ναυπηγού ένα μεγάλο καράβι• γερό σκαρί' όμορφο, μεγαλόπρεπο- που θα μετέφερε βασιλιάδες και επίσημα πρόσωπα• που θα έκανε ταξίδια υψηλών προσώπων.
Το τρίτο δένδρο έλεγε ότι το μόνο που θα ήθελε ήταν να είχε γίνει το πιο ψηλό και πιο δυνατό δένδρο του δάσους• έτσι ώστε οι άνθρωποι, που θα βλέπουν το ύψος του στην κορυφή του λόφου, να σκέπτονται τον Ουρανό και τον θεό.

Όμως πέρασαν τα χρόνια. Και τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως αλλιώς.
Πήγαν υλοτόμοι.
Και έκοψαν το πρώτο δένδρο. Και ενώ σχεδίαζε και ποθούσε να γίνει όμορφο ξυλόγλυπτο μπαούλο για θησαυρούς, ο ξυλουργός το έκαμε δοχείο για την τροφή των ζώων παχνί για τα άχυρα των ζώων.
Το δεύτερο δένδρο, που ήθελε να γίνει ωραίο καράβι, για να μεταφέρει βασιλιάδες, έγινε ένα μικρό ψαροκάικο, που τόχαν φτωχοί ψαράδες να ψαρεύουν.
Το τρίτο δένδρο, που ήθελε να μείνει το ψηλότερο του δάσους το έκοψε κάποιος ξυλοκόπος και το έβαλε στην αποθήκη του.

Περνούσαν χρόνια. Και τα δέντρα, απογοητευμένα από την εξέλιξη των πραγμάτων, ξέχασαν ακόμα και τα όνειρά τους.

Όμως κάποια μέρα ένας άνδρας και μια γυναίκα ήλθαν στον στάβλο, που ήταν εκείνο το ξύλινο παχνί με τα άχυρα και εκεί η γυναίκα γέννησε ένα αγοράκι και το τοποθέτησαν στο παχνί που είχε φτιαχτεί από το πρώτο δένδρο. Ήταν ο Ιωσήφ και η Παναγία Θεοτόκος. Και απόθεσαν σ' εκείνο το ξύλινο παχνί όχι απλώς διαμάντια και χρυσάφια, αλλά τον ίδιο τον θεό, που είχε γίνει άνθρωπος για μας. Έτσι αξιώθηκε αυτό το παχνί, η φάτνη, να δεχτή μέσα της το θησαυρό των θησαυρών, τον ίδιο τον Θεό.

Στο μικρό ψαροκάικο -που είχε γίνει από το δεύτερο δένδρο- μετά από χρόνια μπήκαν κάτι ψαράδες• ένας απ' αυτούς κουρασμένος ξάπλωσε να κοιμηθεί. Είχαν ανοιχθεί στη θάλασσα. Και ξέσπασε μια μεγάλη τρικυμία. Και το ψαροκάικο δεν ήταν αρκετά δυνατό για να κρατήσει. Οι άλλοι τότε ξύπνησαν εκείνον που κοιμόταν. Και εκείνος τότε σηκώθηκε. Και διέταξε την φουρτουνιασμένη θάλασσα: «Σιώπα• πεφίμωσο». Και η θάλασσα ειρήνεψε αμέσως. Ήταν ο Χριστός μαζί με τους μαθητές του στη λίμνη Γεννησαρέτ. Έτσι και το δεύτερο δένδρο, που είχε φιλοδοξήσει να γίνει μεγάλο πλοίο, που θα μετέφερε υψηλά πρόσωπα και βασιλιάδες, αξιώθηκε να μεταφέρει τον βασιλέα των βασιλέων, τον ίδιο τον Χριστό με τους μαθητές Του!

Και το τρίτο δένδρο, που ήταν στην αποθήκη του ξυλουργού, μια μέρα το πήραν και έκαναν ένα σταυρό' Και σ' αυτόν τον σταυρό σταύρωσαν τον Χριστό. Έτσι το δένδρο αυτό έγινε πω ψηλό από ό,τι είχε επιθυμήσει. Έφθασε στον ουρανό και στον θεό! Έγινε, όπως λέμε σε ένα τροπάριο, ουρανού Ισοστάσιο.

Τελικά, το κάθε ένα από τα δένδρα της ιστορίας μας απόκτησε όχι μόνο αυτό που ήθελε και ποθούσε, αλλά ασυγκρίτως περισσότερα• όχι όμως με τον τρόπο που φανταζόταν και σχεδίαζε.
Η ιστορία αυτή μας λέει:
Δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το θέλημα του θεού για μας. Πρέπει όμως να μην ξεχνάμε ποτέ, ότι εκείνο που μας ετοιμάζει ο Θεός, είναι πάντα προτιμότερο και ωφελιμότερο για μας.

Εμείς πρέπει να κάνουμε όνειρα. Για το καλό. Πρέπει όμως να μην ξεχνάμε και ότι τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως εμείς θα θέλαμε. Και ότι ο Θεός οικονομεί και γίνονται καλύτερα από ό,τι εμείς φανταζόμαστε.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ας έχουμε πίστη. Πίστη και εμπιστοσύνη στον Θεό
ΦΙΛΟΙ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ
ΤΕΥΧΟΣ 4ο
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ - ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2003

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΟΠΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΡΟΤΟ-ΑΥΓΟ-ή ΚΟΚΚΟΣ ΚΑΦΕ

ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΡΟΤΟ-ΑΥΓΟ-
ή ΚΟΚΚΟΣ ΚΑΦΕ

Είστε καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ;





Μια σύντομη ιστορία γεμάτη όμορφες αλληγορίες που μας προκαλεί να σκεφτούμε πώς αντιμετωπίζουμε τις αντιξοότητες στη ζωή μας.
Μετά την ιστορία, βρείτε παράδειγμα αξιοποίησής της στο πεδίο της εκπαίδευσης ενηλίκων.

Η ιστορία

Μια νεαρή γυναίκα πήγε στη μητέρα της και της μίλησε για τη ζωή της και για το πόσο δύσκολα περνούσε εκείνο το διάστημα. Δεν ήξερε πως να καλυτερέψει τα πράγματα και ήθελε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια. Είχε κουραστεί να παλεύει. Ήθελε να τα παρατήσει. Της φαινόταν πως μόλις λυνόταν το ένα πρόβλημα προέκυπτε ένα άλλο.

Η μητέρα της, την πήγε στην κουζίνα. Γέμισε τρία δοχεία με νερό και τα έβαλε σε δυνατή φωτιά. Γρήγορα το νερό στα δοχεία άρχισε να βράζει. Στο πρώτο δοχείο έβαλε καρότα, στο δεύτερο αυγά και στο τελευταίο κόκκους καφέ.

Μετά από είκοσι λεπτά περίπου έκλεισε τα μάτια της κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα και τα αυγά έξω από το νερό και τα έβαλε σε ένα μπολ. Μετά έριξε τον καφέ σε ένα φλιτζάνι. Γυρνώντας στην κοπέλα, της είπε:

«Πες μου τι βλέπεις».

«Καρότα, αυγά και καφέ», απάντησε εκείνη.

Η μητέρα της, της ζήτησε να έρθει πιο κοντά και να αγγίξει τα καρότα. Εκείνη το έκανε και παρατήρησε ότι ήταν μαλακά. Μετά της ζήτησε να σπάσει το αυγό. Αφού έβγαλε τα τσόφλια, παρατήρησε ότι το αυγό ήταν σφιχτό. Στο τέλος της ζήτησε να πιει μια γουλιά από τον καφέ. Η κοπέλα χαμογέλασε καθώς μύριζε το πλούσιο άρωμά του και μετά την ρώτησε τι σημαίνουν όλα αυτά…

Η μητέρα της, της εξήγησε ότι το καθένα από αυτά τα διαφορετικά αντικείμενα αντιμετώπισε τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή βραστό νερό. Το καθένα όμως αντέδρασε διαφορετικά.

Το καρότο, όταν μπήκε στο νερό, ήταν δυνατό και σκληρό, αλλά μέσα στο βραστό νερό μαλάκωσε και έγινε αδύναμο. Το αυγό ήταν εύθραυστο. Το λεπτό εξωτερικό του περίβλημα προστάτευε το υγρό εσωτερικό του, αλλά μετά την τοποθέτηση στο βραστό νερό το εσωτερικό του σκλήρυνε. Οι κόκκοι του καφέ όμως ήταν μοναδικοί. Μετά την τοποθέτησή τους στο βραστό νερό, κατάφεραν να αλλάξουν το νερό.

«Ποιο από αυτά είσαι εσύ;» τη ρώτησε. «Όταν η δυσκολία χτυπάει την πόρτα σου, πως ανταποκρίνεσαι; Όπως το καρότο, το αυγό ή ο καφές; Σκέψου το λίγο. Τι από αυτά είσαι εσύ;»

«Είσαι το καρότο που φαίνεται δυνατό, αλλά με τον πόνο και τις δυσκολίες λυγίζεις και μαλακώνεις και χάνεις τη δύναμή σου; Είσαι το αυγό που ξεκινάει με μαλακή καρδιά, αλλά αλλάζει με τη θερμότητα; Μήπως δηλαδή είχες «υγρό» πνεύμα, αλλά μετά από έναν θάνατο, έναν χωρισμό, μια οικονομική δυσκολία ή μια άλλα δοκιμασία σκλήρυνες; Μήπως το περίβλημά σου μοιάζει το ίδιο, αλλά μέσα σου έχεις πίκρα και σκληράδα; Ή μήπως είσαι σαν τον κόκκο του καφέ; Ο κόκκος στην πραγματικότητα αλλάζει το καυτό νερό, δηλαδή τις ίδιες συνθήκες που προκαλούν τον πόνο. Όταν το νερό ζεσταίνεται, απελευθερώνει το άρωμα και τη γεύση του. Εάν είσαι σαν τους κόκκους του καφέ, όταν τα πράγματα δεν είναι καλά, εσύ γίνεσαι καλύτερη και αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου.

Οι ευτυχέστεροι άνθρωποι δεν είναι απαραιτήτως αυτοί που έχουν τα καλύτερα στη ζωή τους. Απλώς κάνουν το καλύτερο που μπορούν με αυτά που συμβαίνουν στη διαδρομή τους.»

Μπορείτε να δείτε την ιστορία οπτικοποιημένη, πατώντας ΕΔΩ