Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Θυμάρι και δροσιά της αυγής


Θυμάρι και δροσιά της αυγής





Forest
Μια φορά κι έναν καιρό – τότε που τα άστρα ήταν ακόμα νέα – ζούσε ένας ξυλοκόπος που παντρεύτηκε τη μάγισσα της κοιλάδας. Παρόλο που την αγαπούσε πάνω από όλα, το παράπονο του ήταν ότι τα βράδια εκείνη έβγαινε στο δάσος για να μαζέψει βότανα ή να κάνει ξόρκια κάτω από το φεγγάρι ή να ταξιδεύει μέχρι την άλλη πλαγιά για να συναντηθεί με τις αδελφές της.
Η μάγισσα έφευγε όταν ο ξυλοκόπος έπεφτε στο κρεβάτι για να κοιμηθεί και γυρνούσε τα ξημερώματα. Έμπαινε μέσα στη μικρή φωλιά που έφτιαχνε το σώμα του για να κοιμηθεί κι ο ξυλοκόπος ξυπνούσε με τη μυρωδιά από τα μαλλιά της  - που ήταν πάντα θυμάρι και δροσιά της αυγής.
Κάποιες νύχτες ο ξυλοκόπος ξυπνούσε στο άδειο κρεβάτι. Τα πρώτα χρόνια γυρνούσε από την άλλημεριά  και τον έπαιρνε πάλι ο ύπνος καθώς σκεφτόταν τη μυρωδιά της και πώς το μικρό της στήθος χωρούσε στην παλάμη του. Όσο όμως ο καιρός περνούσε τόσο πιο δύσκολο του ήταν να ξανακοιμηθεί. Στριφογύριζε στο κρεβάτι και οι σκιές στο σπίτι τους γίνονταν ακόμα πιο σκοτεινές.
Κάποτε, όταν οι πρώτες γκρίζες τρίχες είχαν πασπαλίσει τους κροτάφους του, αποφάσισε ότι έπρεπε να την τιμωρήσει κι έτσι όταν ξύπναγε δεν προσπαθούσε πια να ξανακοιμηθεί. Σηκωνόταν από το κρεβάτι, ντυνόταν, έπαιρνε το τσεκούρι του και έβγαινε στο δάσος όσο νωρίς κι αν ήταν.
Κι όσο του έλειπε η μυρωδιά από τα μαλλιά της τόσο δεν έμενε. Κι όσο ήθελε να δει αν ακόμα το μικρό της στήθος χωρούσε στην παλάμη του τόσο πιο νωρίς έφευγε. Ακόμα κι όταν κατάλαβε ότι κάθε ξημέρωμα μακριά της τα μαλλιά του άσπριζαν λίγο ακόμα, ακόμα και τότε συνέχισε να πηγαίνει στο δάσος και να κόβει ξύλα χωρίς να την περιμένει για να κοιμηθεί μαζί της. Την έβλεπε μόνο το σούρουπο που γύριζε στο σπίτι, όταν το φαγητό ήταν μπροστά τους και το ψωμί άχνιζε ανάμεσα τους.
Έτσι πέρασε ένας χειμώνας. Και η άνοιξη. Και το καλοκαίρι.
Το φθινόπωρο τον βρήκε μόνο του στο κρεβάτι, να περιμένει, με τα μαλλιά του ολόασπρα, για τη μάγισσα της κοιλάδας που δεν επέστρεψε ποτέ κοντά του.
Που και που οι αδελφές της τον επισκέπτονταν κι εκείνος τις περίμενε με λαχτάρα. Γιατί μόνο όταν ήταν εκείνες εκεί μύριζε θυμάρι και δροσιά της αυγής. Και κάθε που έφευγαν έκλαιγε σαν παιδί.

ΠΗΓΗ  http://www.digital-era.org/blog/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου